Peter Kropotkin

Η κατάκτηση του ψωμιού

Κεφάλαιο 12: Αντιρρήσεις

Ι

Ας εξετάσουμε τώρα τις κύριες αντιρρήσεις εναντίον του κομμουνισμού. Οι περισσότερες είναι φανερά αποτέλεσμα μιας απλής παρανόησης, αλλά μερικές θέτουν σημαντικά ερωτήματα και αξίζουν την προσοχή μας.

Δεν πρόκειται να απαντήσουμε {ν’ ασχοληθούμε με απαντήσεις} στις αντιρρήσεις εναντίον του εξουσιαστικού κομμουνισμού: και μεις τις συμμεριζόμαστε. Τα πολιτισμένα έθνη έχουν παραυποφέρει στην μακριά, σκληρή μάχη προς την ατομική ελευθερία, για να απαρνηθούν το μόχθο του παρελθόντος και να ανεχτούν μια κυβέρνηση που θα ήταν και στο παραμικρό αισθητή στην καθημερινή ζωή του πολίτη, ακόμα κι αν αυτή η κυβέρνηση δεν θά’ χε άλλο σκοπό παρά το συλλογικό καλό {το καλό της κοινότητας}. Αν κάποτε μια εξουσιαστική [authoritarian, autoritaire] σοσιαλιστική κυβέρνηση κατάφερνε να εγκαθιδρυθεί, δεν θα διαρκούσε πολύ· γενική {γενικευμένη} δυσαρέσκεια σύντομα θα την ανάγκαζε είτε να διαλυθεί, είτε να αναδιοργανωθεί επί ελευθεριακών αρχών.

Πρόκειται λοιπόν να ασχοληθούμε με την αναρχοκομμουνιστική κοινωνία, μια κοινωνία που αναγνωρίζει την απόλυτη ελευθερία το ατόμου, που δεν δέχεται καμία εξουσία, και δεν χρησιμοποιεί κανένα καταναγκασμό για να κάνει τους ανθρώπους αν δουλέψουν. Περιορίζοντας την μελέτη μας στην οικονομική πλευρά του προβλήματος, ας εξετάσουμε αν μια τέτοια κοινωνία, αποτελούμενη από ανθρώπους όπως είναι σήμερα, ούτε καλύτερους ούτε χειρότερους, ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο εργατικούς, έχει καμιά πιθανότητα επιτυχούς εξέλιξης.

Η αντίρρηση είναι γνωστή. “Αν η επιβίωση όλων είναι εξασφαλισμένη, και αν η ανάγκη να κερδίσει το μισθό του δεν αναγκάζει τον άνθρωπο να εργασθεί, κανείς δεν θα δουλεύει. Ο καθένας θα αφήνει για το διπλανό του την εργασία που δεν είναι υποχρεωμένος να φέρει εις πέρας.” Κατ’ αρχήν ας παρατηρήσουμε την ελαφρότητα με την οποία μια τέτοια αντίρρηση τίθεται, χωρίς να παίρνεται υπ’ όψην ότι, στην πραγματικότητα η ερώτηση είναι από τη μια μεριά, αν κάποιος πετυχαίνει αποτελεσματικά το σκοπό του με μισθωτή εργασία και από την άλλη, αν η εθελοντική εργασία δεν είναι ήδη, ακόμα και σήμερα πιο αποτελεσματική από την δουλειά που παρακινείται από μισθούς [stimulated by wages,stimulé par le salaire]. Μια ερώτηση που θα απαιτούσε βαθύτατη μελέτη. Αλλά ενώ στις θετικές επιστήμες κάποιος θα εκφράσει τις απόψεις του -επί θεμάτων απείρως απλούστερων και ασημαντότερων- μετά από σοβαρή έρευνα, μετά από προσεκτική συλλογή και επεξεργασία δεδομένων, επί του παρόντος θέματος θα εκδώσει απόφαση, χωρίς τη δυνατότητα έφεσης, αρκούμενος στην αντιπαράθεση ενός μόνο γεγονότος, για παράδειγμα την αποτυχία των κομμουνιστικών κοινοτήτων στην Αμερική. Ενεργούν σαν το δικηγόρο, ο οποίος δεν βλέπει τον αντίπαλο συνήγορο σαν τον υπερασπιστή ενός σκοπού, ή μιας διαφορετικής άποψης, αλλά απλά σαν αντίπαλο σε μια ρητορική διαμάχη· αν ευτυχίσει και βρει κάποιο αντίλογο, δεν ενδιαφέρεται για την παραπέρα δικαιολόγηση της άποψής του. Έτσι αυτή η ουσιαστική βάση της πολιτικής οικονομίας, η μελέτη των ποιο ευνοϊκών συνθηκών που θα δώσουν στην κοινωνία τη μεγαλύτερη ποσότητα ωφέλιμων προϊόντων με τη λιγότερη σπατάλη ανθρώπινης προσπάθειας, δεν αναπτύσσεται.

Το πιο εντυπωσιακό σημείο αυτής της ελαφρότητας είναι ότι και στην ίδια την καπιταλιστική πολιτική οικονομία υπάρχουν μερικοί συγγραφείς που αναγκάζονται από τα γεγονότα να αμφισβητήσουν το αξίωμα που θέσανε οι ιδρυτές {θεμελιωτές} της επιστήμης τους, ότι δηλαδή η απειλή της πείνας είναι το καλύτερο κίνητρο {διεγερτικό} για δημιουργική εργασία. Αρχίζουν να διακρίνουν ότι κατά την παραγωγή εισάγεται κάποιο συλλογικό στοιχείο το οποίο, αν και τελείως αγνοημένο έως σήμερα, μπορεί να είναι πιο σημαντικό από το προσωπικό όφελος. Η κατώτερη ποιότητα της μισθωτής εργασίας, η τρομερή δαπάνη ανθρώπινου μόχθου στη σύγχρονη γεωργική και βιομηχανική εργασία, η συνεχώς αυξανόμενη ποσότητα των ηδονιστών [pleasure-seekers, jouisseurs], που σήμερα φορτώνουν το φορτίο τους στους ώμους των άλλων, η έλλειψη κάθε κεφιού για δουλειά που γίνεται όλο και πιο φανερή· όλα αυτά αρχίζουν να απασχολούν τους οικονομολόγους της “κλασσικής” σχολής. Κάποιοι εξ’ αυτών αναρωτιούνται μήπως και βρίσκονται σε λάθος μονοπάτι: αν αυτό το φανταστικό ων, πρωτοτυπικά πονηρό[idéalisé en laid], που υποκινείται μόνο από το δόλωμα του μισθού, πραγματικά υπάρχει. Αυτή η αίρεση έχει διεισδύσει ακόμα και στα πανεπιστήμια: μπορεί να βρεθεί σε βιβλία ορθόδοξης οικονομίας. Αυτό δεν εμποδίζει πολλούς ρεφορμιστές σοσιαλιστές να παραμένουν οπαδοί της ατομικής αμοιβής, και να υπερασπίζουν την ακρόπολη του ημερομισθίου [wagedom, salariat] παρόλο που παραδίνεται, λιθάρι το λιθάρι στους πολιορκητές από τους πρώην υπερασπιστές της.

Φοβούνται ότι χωρίς καταναγκασμό οι μάζες δεν θα δουλεύουν.

Αλλά μήπως δεν έχουμε ήδη ακούσει- δυο φορές κατά τη διάρκεια της ζωής μας, να εκφράζονται οι ίδιοι φόβοι; από τους εναντιώμενους την κατάργηση της δουλείας {αντι-αμπολισιονιστές} στις ΗΠΑ πριν την απελευθέρωση των νέγρων και από την αριστοκρατία της Ρωσίας πριν την απελευθέρωση των δουλοπάροικων {κολίγων}[serfs]; “Χωρίς μαστίγιο, ο νέγρος δεν δουλεύει” λέγανε οι αντι-αμπολισιονιστές. “Δίχως την επίβλεψη του κυρίου τους οι δουλοπάροικοι θ’ αφήσουν τη γη ακαλλιέργητη¨ έλεγαν οι Ρώσοι τσιφλικάδες[Russian serf-owners, boyards russes]. Ήταν το ρεφραίν του Γάλου αριστοκράτη το 1879, το ρεφραίν του Μεσαίωνα, ένα ρεφραίν τόσο παλιό όσο και ο κόσμος, και θα τ΄ ακούμε κάθε φορά που θα ζητάμε την εξάλειψη μιας αδικίας. Και κάθε φορά τα γεγονότα θα το διαψεύδουν. Ο απελευθερωμένος χωρικός του 1792 όργωνε με μια άγρια ενεργητικότητα άγνωστη στους προγόνους του, ο ελευθερωμένος νέγρος δουλεύει περισσότερο από τους γονείς του, κι ο Ρώσος χωρικός, αφού ετίμησε τον μήνα του μέλιτός της απελευθέρωσής του με το να γιορτάζει ως ιερή και την Παρασκευή και όχι μόνο την Κυριακή, έχει πιάσει δουλειά με όλο και περισσότερη όρεξη καθώς η απελευθέρωσή του προχωρεί όλο και περισσότερο. Εκεί που η γη του ανήκει, δουλεύει πιο αμείλικτα [avec acharnement] -αυτή είναι η κατάλληλη λέξη [c’est le mot]. Το ρεφραίν του αντι-αμπολισιονιστή είναι χρήσιμο στον ιδιοκτήτη των σκλάβων, όσο για τους ίδιους τους σκλάβους, αυτοί ξέρουν τι αξίζει μιας και ξέρουν τα κίνητρά του.

Επιπλέον, ποιος, εκτός των οικονομολόγων, μας δίδαξε ότι αν η εργασία ενός μισθωτού του είναι αδιάφορη, εντατική και παραγωγική δουλειά μπορεί να επιτευχθεί μόνο από κάποιον που βλέπει την περιουσία του να αυξάνεται εν αναλογία με την προσπάθειά του; Όλοι οι ύμνοι που ψάλονται προς τιμήν της ιδιωτικής περιουσίας μπορούν να αναχθούν σ’ αυτό το αξίωμα.

Επειδή -είναι αξιοσημείωτο- όταν οι οικονομολόγοι θέλοντας να υμνήσουν τις ευλογίες[blessings, bienfaits] της ιδιωτικής περιουσίας, μας δείχνουν πως το στέρφο, ελώδες, ή πετρώδες έδαφος καλύπτεται από πλούσια σοδειά όταν καλλιεργηθεί από το χωρικό ιδιοκτήτη του, επ΄ ουδενί δεν αποδεικνύουν τη θέση τους υπέρ της ιδιωτικής περιουσίας. Με το να παραδέχονται ότι η μοναδική εγγύηση για να μην ληστευθεί κάποιος από τα αποτελέσματα της δουλειάς του είναι η κατοχή των μέσων της εργασίας του -κάτι που είναι αλήθεια- οι οικονομολόγοι αποδεικνύουν μόνο ότι ο άνθρωπος παράγει περισσότερο όταν δουλεύει εν πλήρη ελευθερία, όταν έχει μια κάποια επιλογή επί των ασχολιών του {σχετικά με το τι θ’ ασχοληθεί}, όταν δεν έχει επιστάτες να μπαίνουν στα πόδια του, και τέλος, όταν βλέπει ότι η δουλειά του φέρνει όφελος {κέρδος} στον ίδιο και σ΄ άλλους που δουλεύουν σαν κι αυτόν, και όχι σε αργόσχολους. Αυτό είναι όλο που προκύπτει από τα επιχειρήματά τους, κι αυτό λέμε και μεις.

Όσον αφορά δε τη μορφή κατοχής των μέσων της εργασίας τους, την αναφέρουν μόνο παρεπειμπτόντως στην απόδειξή τους, σα μια εγγύηση στον καλλιεργητή ότι δεν θα ληστευθεί από τα οφέλη -ή από τις βελτιώσεις- του προϊόντος του. Επίσης αφού υποστηρίζουν την ιδιωτική περιουσία σε αντιδιαστολή με άλλες μορφές κατοχής, δεν θα ‘πρεπε οι οικονομολόγοι να δείξουν επιπλέον και ότι επί συλλογικής κατοχής {κοινοκτημοσύνης} η γη ποτέ δεν παράγει τόσο πλούσια σοδιά όσο επί ιδιωτικής κατοχής; Αλλά αυτό δεν ισχύει· στην πραγματικότητα το αντίθετο έχει παρατηρηθεί.

Πάρτε για παράδειγμα μια κομμούνα στο καντόνι του Βωντ (Vaud) κατά τη διάρκεια του χειμώνα, όταν όλοι οι άνδρες του χωριού πάνε να κόψουν ξύλα στο δάσος που ανήκει σε όλους τους. Ακριβώς κατά τη διάρκεια αυτής της γιορτής της δουλειάς [festivals of toil, fêtes du travail] βλέπει κανείς το μεγαλύτερο πάθος για δουλειά και επίδειξη ανθρώπινης δύναμης. Κανένας έμμισθος μόχθος και καμιά προσπάθεια προσωπικού ιδιοκτήτη μπορεί να αντέξει τη σύγκριση.

Ή ας πάρουμε ένα ρωσικό χωριό, όταν όλοι οι κάτοικοι μαζί θερίζουν το χωράφι που ανήκει στην κομμούνα ή που απλά εκμεταλλεύεται απ’ αυτήν. Εκεί βλέπει κανείς τι μπορεί να παράγει ο άνθρωπος όταν δουλεύει από κοινού σ’ ένα συλλογικό έργο. Σύντροφοι συναγωνίζονται ποιος θα καθαρίσει το μεγαλύτερο κομμάτι· οι δε γυναίκες στο πόδι τους ανασκουμπώνονται ώστε να μην μείνουν πίσω από τους θεριστές. Είναι μια γιορτή δουλείας όπου εκατό άνθρωποι παράγουν σε μερικές ώρες έργο που θα ‘περνε μέρες αν δούλευε ο καθένας ξεχωριστά. Πόσο θλιβερή φαίνετε η δουλειά του μεμονωμένου ιδιοκτήτη εν συγκρίσει!

Τέλος, θα μπορούσαμε να δώσουμε χιλιάδες παραδείγματα από τους πιονιέρους [pioneers] της Αμερικής, από την Ελβετία, Γερμανία, Ρωσία και μερικά χωριά στην Γαλλία· η δουλειά των ρωσικών ουλαμών [gangs,escouades] (artels) όπου χτίστες, ξυλουργοί, βαρκάρηδες, ψαράδες, κτλ, που αναλαμβάνουν μια δουλειά συλλογικά και μοιράζουν το αποτέλεσμα χωρίς τη μεσολάβηση των μεσαζόντων. Θα μπορούσαμε επίσης να αναφέρουμε τα μεγάλα ομαδικά κυνήγια των νομαδικών φυλών, και ένα άπειρο αριθμό από πετυχημένες συλλογικές επιχειρήσεις. Και σε κάθε περίπτωση θα φαινόταν η αδιαμφισβήτητη ανωτερότητα της συλλογικής εργασίας έναντι αυτής που γίνεται για το μεροκάματο ή του μεμονωμένου ιδιοκτήτη.

Το ευ ζην [well-being, bien-être], δηλαδή η ικανοποίηση των φυσικών, καλλιτεχνικών και ηθικών αναγκών και η εγγύηση αυτής της ικανοποίησης είναι ανέκαθεν το πιο δυνατό κίνητρο για δουλειά. Κι ενώ ο μισθωτός παράγει τα απολύτως αναγκαία με δυσκολία, ένας ελεύθερος εργαζόμενος, βλέποντας μεγαλύτερη άνεση και πολυτέλεια για τον εαυτό του και τους άλλους σαν το αποτέλεσμα της δουλειάς του, επενδύει πολλή μεγαλύτερη ενέργεια και εφευρετικότητα, με αποτέλεσμα να παράγει προϊόντα πρώτης τάξης εν αφθονία. Ο ένας νοιώθει καθηλωμένος στη μιζέρια, ο άλλος ελπίζει σε ένα πολυτελές και άνετο μέλλον. Εκεί βρίσκεται όλο το μυστικό. Επομένως μια κοινωνία που αποσκοπεί στο ευ ζην όλων των μελών της και στην δυνατότητα όλων να απολαμβάνουν τη ζωή σ’ όλες τις εκδηλώσεις της, θα προσφέρει εθελοντική εργασία που είναι απείρως ανώτερη και πιο παραγωγική από οτιδήποτε έχει παραχθεί μέχρι τώρα υπό το ζυγό της σκλαβιάς, της δουλοπαροικίας, ή της έμμισθης εργασίας[wagedom, salariat].
ΙΙ

Σήμερα, όποιος μπορεί να φορτώσει στους άλλους το δικό του μερίδιο εργασίας αναγκαίας για την επιβίωση, το κάνει και είναι γενικά αποδεκτό ότι πάντα θα είναι έτσι.

Τώρα, η εργασία αναγκαία για την επιβίωση είναι ουσιαστικά χειρωνακτική. Μπορεί να είμαστε καλλιτέχνες ή επιστήμονες, αλλά κανείς μας δεν μπορεί να κάνει χωρίς πράγματα που παράγονται με χειρωνακτική εργασία, -ψωμί, ρούχα, δρόμοι, πλοία, φως, θερμότητα, κτλ. Επιπλέον, όσο υψηλά καλλιτεχνικές ή λεπτά μεταφυσικές [highly artistic subtly metaphysical, hautement artistiques subtilement métaphysiques] και να είναι οι απολαύσεις μας, όλες τους εξαρτούνται από τη χειρωνακτική εργασία. Και είναι ακριβώς αυτήν την εργασία -θεμέλιο της ζωής- που ο καθένας προσπαθεί να αποφύγει.

Κατανοούμαι απολύτως ότι έτσι πρέπει να είναι σήμερα.

Γιατί σήμερα, το να κάνεις χειρωνακτική δουλειά στην πραγματικότητα σημαίνει να κλειστείς για δέκα με δώδεκα ώρες σ’ ένα ανθυγιεινό εργαστήρι, και να είσαι καθηλωμένος στην ίδια δουλειά για είκοσι ή τριάντα χρόνια μπορεί και για όλη σου τη ζωή.

Σημαίνει να είσαι καταδικασμένος σ΄ ένα πενιχρό μισθό, στην αβεβαιότητα του αύριο, την ανεργία, συχνά στην ένδεια [destitution,misère], συχνότερα σε θάνατο στο νοσοκομείο, μετά από σαράντα χρόνια που δούλεψες για να ταΐσεις, ντύσεις, ψυχαγωγήσεις και να διδάξεις άλλους εκτός από τον εαυτό σου και τα παιδιά σου.

Σημαίνει να φέρεις τη στάμπα της κατωτερότητας όλη σου τη ζωή, γιατί, ότι και να μας λένε οι πολιτικοί, όποιος εκτελεί χειρωνακτική εργασία θεωρείται πάντα κατώτερος αυτού που εκτελεί πνευματική εργασία, κι αυτός που έχει μοχθήσει δέκα ώρες στο εργαστήρι δεν έχει το χρόνο, κι ακόμα λιγότερο τα μέσα, να προσφέρει στον εαυτό του τις υψηλές απολαύσεις της τέχνης και της επιστήμης, ούτε καν να μάθει να τις εκτιμά· πρέπει να είναι ευχαριστημένος με τα ψίχουλα που πέφτουν από το τραπέζι των προνομιούχων.

Κατανοούμε ότι υπό αυτές τις συνθήκες η χειρωνακτική εργασία θεωρείται κατάρα.

Κατανοούμε ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν ένα όνειρο: να καταφέρουν, αυτοί ή τα παιδιά τους να ξεφύγουν απ’ αυτή την κατώτερη κατάσταση· να δημιουργήσουν για τον εαυτό τους μια ¨ανεξάρτητη¨ θέση, που πάει να πει, να ζούνε κι ίδιοι από τον κόπο άλλων!

Όσο υπάρχει μια τάξη εργαζόμενων σε χειρωνακτικές εργασίες {εργατών} και μια τάξη εργαζόμενων σε πνευματικές εργασίες {“εργατών” του πνεύματος, μαύρα χέρια και άσπρα χέρια, έτσι θα’ ναι τα πράγματα.

Πράγματι, τι ενδιαφέρον μπορεί αυτή η καταθλιπτική δουλειά να έχει για τον εργάτη, όταν αυτός ξέρει ότι από την κούνια μέχρι τον τάφο τον περιμένει μια ζωή μετριότητας, φτώχειας και ανασφάλειας για το αύριο; Επομένως, όταν βλέπουμε την συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων να ξεκινάνε την άθλια δουλειά τους κάθε πρωί, ξαφνιαζόμαστε από την επιμονή τους, από την όρεξή τους για δουλειά, από τη συνήθεια που τους επιτρέπει να διάγουν μια μίζερη ζωή χωρίς ελπίδα για το αύριο, σαν μηχανές που τυφλά εκτελούν οδηγίες, χωρίς να προσβλέπουν, έστω και αμυδρά, ότι κάποια μέρα αυτοί ή τουλάχιστον τα παιδιά τους, θα συμμετέχουν σε μια ανθρωπότητα πλούσια με τους θησαυρούς της άφθονης φύσης, με όλες τις απολαύσεις της γνώσης, της επιστημονικής ή καλλιτεχνικής δημιουργίας, που σήμερα μόνο λίγοι προνομιούχοι μπορούν να απολαύσουν.

Ακριβώς για να εξαλείψουμε αυτό το διαχωρισμό μεταξύ χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας, θέλουμε να καταργήσουμε την μισθωτή εργασία[wagedom], γι αυτό επιδιώκουμε την Κοινωνική Επανάσταση. Τότε η δουλειά δεν θά ‘ναι πια κατάρα: θα γίνει αυτό που θα έπρεπε να είναι – η ελεύθερη εξάσκηση όλων των ανθρώπινων δυνατοτήτων [faculties of man, facultés de l’ homme].

Επιπλέον, καιρός είναι να κάνουμε μια σοβαρή ανάλυση του εξής μύθου: υποτίθεται ότι ανώτερη δουλειά μπορεί να παραχθεί μόνο κάτω από το βούρδουλα της μισθωτής εργασίας.

Για να συλλάβετε την τεράστια σπατάλη ανθρώπινης ενέργειας χαρακτηριστική της σύγχρονης βιομηχανίας αρκεί να επισκεφτείτε ένα εργοστάσιο, όχι ένα πρότυπο εργοστάσιο ή εργαστήρι που βρίσκουμε καμιά φορά καθ΄ εξαίρεση, αλλά ένα συνηθισμένο εργοστάσιο. Για κάθε λίγο-πολύ ορθολογικά οργανωμένο εργοστάσιο, υπάρχουν παραπάνω από εκατό που χαραμίζουν τον ανθρώπινο μόχθο χωρίς κανένα ουσιαστικό λόγο πέρα του να αυξήσουν κατά μερικούς οβολούς το ημερήσιο εισόδημα του εργοδότη.

Εδώ θα δείτε, νεαρούς μεταξύ είκοσι και εικοσιπέντε χρονών, να κάθονται όλη μέρα σ’ ένα πάγκο, με καμπουριασμένους ώμους [their chests sunken in, la poitrine renfoncée], κουνώντας πυρετωδώς το κεφάλι και το κορμί για να δέσουν, με ταχύτητα ταχυδακτυλουργού, τις άκρες από μικρά ευτελή κομμάτια μπαμπακιού, τ΄ απομεινάρια του αγαλειού [Σ.τ.μ. εδώ θέλει πιο πολύ δουλειά]. Τι απογόνους θα κληροδοτήσουν στη χώρα τους αυτά τα τρεμάμενα ετοιμόροπα κορμιά; “Μα πιάνουν τόσο λίγο τόπο στο εργοστάσιο, και καθένας τους φέρνει ένα τάλιρο[sixpence,cinquante centimes] τη μέρα”, θα πει ο εργοδότης.

Σε ένα τεράστιο εργοστάσιο του Λονδίνου θα μπορούσατε να δείτε κοπελιές, φαλακρές από τα δεκαεφτά τους από τους δίσκους με σπίρτα που κουβαλάνε στο κεφάλι τους από δωμάτιο σε δωμάτιο του εργοστασίου, τη στιγμή που μια απλούστατη μηχανή θα μπορούσε να κυλήσει τα σπίρτα στο τραπέζι τους. Αλλά … είναι τόσο φτηνή η δουλειά των ανειδίκευτων γυναικών! Τι να την κάνουν τη μηχανή; όταν οι κοπελίτσες δεν μπορούν να δουλέψουν άλλο, είναι τόσο εύκολο να αντικατασταθούν … υπάρχουν τόσο πολλές στο δρόμο.

Στα σκαλιά μια έπαυλης {ενός αρχοντικού} μια παγερή νύχτα θα βρείτε ένα ξυπόλητο παιδί να κοιμάται αγκαλιά με ένα δεμάτι εφημερίδες … η παιδική εργασία είναι τόσο φτηνή ώστε είναι πιθανόν να προσλαμβάνεται κάθε βράδυ, για να πουλάει εφημερίδες ένα φράγκο τη μία, εκ του οποίου το κακόμοιρο αγόρι θα παίρνει μια με μιάμιση δεκάρα. Τέλος, μπορεί να δείτε ένα γεροδεμένο άντρα να τριγυρνά με κρεμάμενα χέρια· είναι άνεργος μήνες τώρα. Εν τω μεταξύ η κόρη του χλωμαίνει ολοένα και περισσότερο από τις αναθυμιάσεις της βιοτεχνίας κατασκευής ενδυμάτων, και ο γιος του γεμίζει με τα χέρια του κουτιά με βερνίκι ή περιμένει με τις ώρες σε μια γωνιά ώσπου κάποιος περαστικός να του επιτρέψει να κερδίσει δυο δεκάρες.

Και έτσι είναι παντού, από το Σαν Φρανσίσκο στη Μόσχα, κι από τη Νάπολη στη Στοκχόλμη. Η σπατάλη της ανθρώπινης ενέργειας είναι το διακριτικό{ορίζον} χαρακτηριστικό της βιομηχανίας – για να μην αναφέρουμε το εμπόριο όπου αποκτά ακόμη πιο κολοσσιαίες διατάσεις.

Τι θλιβερή σάτιρα αυτό το όνομα, πολιτική οικονομία, να δίνεται στην επιστήμη της κατασπατάλησης της ανθρώπινης ενέργειας κάτω από το σύστημα της μισθωτής εργασίας.

Αλλά αυτό δεν είναι όλο. Αν μιλήσετε στον διευθυντή ενός καλά οργανωμένου εργοστασίου, θα σας εξηγήσει με αφέλεια πόσο δύσκολο είναι στις μέρες μας να βρεθεί ένας επιτήδειος, ζωηρός και ενεργητικός εργάτης που θα δουλεύει με όρεξη. “Αν ένας τέτοιος άνθρωπος παρουσιαζότανε ανάμεσα στους είκοσι τριάντα που έρχονται κάθε Δευτέρα και ζητούνε δουλειά, σίγουρα θα τον προσλαμβάναμε, ακόμα κι αν είμαστε σε περίοδο μείωσης του προσωπικού. Θα τον αναγνωρίζαμε με την πρώτη ματιά και θα είναι πάντα ευπρόσδεκτος, ακόμα κι αν θα αναγκαστούμε να απολύσουμε κάποιον γεροντότερο και λιγότερο ενεργό εργάτη την άλλη μέρα.” Και αυτός που μόλις έλαβε την ειδοποίηση απόλυσης, κι αυτοί που θα την λάβουν αύριο, θα ενισχύσουν τον τεράστιο εν εφεδρεία στρατό του κεφαλαίου – άνεργοι εργάτες- που καλούνται στον αργαλειό ή στον πάγκο μόνο όταν υπάρχει φόρτος εργασίας [pressure of work, moments de presse] ή για να σπάσουν μια απεργία. Και τι γίνεται με τους άλλους εργάτες, που είναι στο μέσο όρο και απορρίπτονται από τα πρώτης τάξης εργοστάσια; Αυτοί κατατάσσονται στον εξίσου τρομερό στρατό των αδιάφορων εργατών που συνεχώς ανακυκλώνονται μεταξύ των εργοστασίων δεύτερης τάξης- αυτών που μόλις βγάζουν τα έξοδά τους και πορεύονται στον κόσμο με κόλπα και παγίδες για τον αγοραστή, ειδικά για τον καταναλωτή σε μακρινές χώρες.

Και αν μιλήσετε με τους εργάτες, σύντομα θ’ ανακαλύψετε ότι ο κανόνας σ’ αυτά τα εργοστάσια είναι- ποτέ μη δουλεύεις όσο μπορείς. “Σκάρτος μισθός – σκάρτη δουλειά!” αυτή είναι η συμβουλή που δίνουν στον εργάτη οι σύντροφοι του με το που μπαίνει στο εργοστάσιο.

Γιατί οι εργάτες ξέρουν ότι αν σε μια στιγμή γενναιοδωρίας ενδώσουν στις ικεσίες του εργοδότη και συμφωνήσουν να εντατικοποιήσουν τη δουλειά τους για να ανταπεξέλθουν σε μια πιεστική παραγγελιά, τότε αυτή η νευρώδης εργασία θα απαιτείται στο μέλλον σαν κανόνας στην κλίμακα των μισθών [scale of wages, l’échelle des salaires]. Επομένως σε τέτοια εργοστάσια προτιμούν να μην παράγουν ποτέ όσο μπορούν. Σε ορισμένα εργοστάσια η παραγωγή κρατιέται χαμηλά ούτως ώστε οι τιμές να διατηρηθούν υψηλές, και μερικές φορές περνιέται το σύνθημα πονηρά, που σημαίνει, “Κακή δουλειά για κακή πληρωμή”.

Η μισθωτή εργασία είναι δουλοπαροικία [serf-work,labeur de serf]· δεν μπορεί, δεν πρέπει να παράγει όλα όσα μπορεί να παράγει. Και είναι καιρός να ξεμπερδέψουμε με το μύθο που παρουσιάζει το μισθό σαν το καλύτερο κίνητρο προς παραγωγική εργασία. Αν σήμερα η βιομηχανία παράγει το εκατονταπλάσιο από την εποχή των παππούδων μας, αυτό οφείλεται στο ξαφνικό ξύπνημα των φυσικοχημικών επιστημών κατά το τέλος του τελευταίου αιώνα [Σ.τ.μ. του 19ου]· δεν επιτεύχθηκε εξαιτίας της καπιταλιστική οργάνωση της μισθωτής εργασίας, αλλά παρά την ύπαρξη αυτής της οργάνωσης.
ΙΙΙ

Όσοι έχουν σοβαρά εξετάσει το Θέμα δεν αρνούνται κανένα από τα πλεονεκτήματα του κομμουνισμού, υπό την προϋπόθεση εννοείτε, ότι είναι τελείως ελεύθερος, δηλαδή αναρχικός. Αναγνωρίζουν ότι κάθε εργασία πληρωμένη με χρήματα, έστω κι αν είναι μεταμφιεσμένα σε “κουπόνια” [“labour notes”,”bons”] που θα καταβάλλονται στις εργατικές ενώσεις από το κράτος, θα κρατούσε τα χαρακτηριστικά της μισθωτής εργασίας και συνεπώς θα διατηρούσε τα μειονεκτήματα της μισθωτής εργασίας. Συμφωνούν ότι το όλο σύστημα σύντομα θα υπέφερε τις συνέπειες, ακόμα κι αν η κοινωνία κατείχε τα μέσα παραγωγής. Και παραδέχονται ότι, χάρη στην ολοκληρωμένη παιδεία που θα παρέχεται σ΄ όλα τα παιδιά, για τις εργασιακές συνήθειες [laborious habits,habitudes laborieuses] των πολιτισμένων κοινωνιών, μαζί με την ελευθερία να διαλέγεις και να αλλάζεις την ασχολία σου και τα θέλγητρα [attractions,l’attrait] της εργασίας μεταξύ ίσων προς όφελος όλων{κοινό καλό}, μια κομμουνιστική κοινωνία σύντομα θα τριπλασίαζε, θα δεκαπλασίαζε, τη γονιμότητα του εδάφους και θα ‘δεινε ένα νέο παλμό στην βιομηχανία.

Μέχρι εδώ οι αντίπαλοί μας συμφωνούν. “Αλλά ο κίνδυνος” , λένε, “θα ‘ρθει από τη μειοψηφία των λουφατζήδων που δε θα δουλεύουν, και δεν θά’χουν τακτικό και συνεπές ωράριο [regular habits, n’y apporteront pas de régularité et d’esprit de suite], παρόλο που θα υπάρχουν όλες οι συνθήκες για ευχάριστη δουλειά. Σήμερα ο φόβος της πείνας αναγκάζει τους πιο αντιδραστικούς να κινούνται μαζί με τους άλλους. Όποιος δεν έρχεται στην ώρα του απολύεται. Αλλά ένα μαύρο πρόβατο αρκεί για να διαφθείρει όλο το κοπάδι, και δυο τρεις τεμπέληδες ή αντιδραστικοί εργάτες θα αποπλανήσουν τους υπόλοιπους και θα φέρουν στο εργοστάσιο ένα πνεύμα ανοργανωσιάς και εξέγερσης που θα κάνει αδύνατη τη δουλειά· έτσι στο τέλος θα αναγκαστούμε σ’ ένα σύστημα καταναγκασμού που θα αναγκάσει τους υποκινητές να ξαναμπούν στη γραμμή. Και δεν είναι το σύστημα της πληρωμής ανάλογα με την ποσότητα της δουλειάς, το μοναδικό που επιτρέπει καταναγκασμό χωρίς να πληγώνει τα αισθήματα του εργαζόμενου; Γιατί όλα τα άλλα μέσα θα συνεπάγονταν τη συνεχή παρέμβαση της εξουσίας, πράγμα αποκρουστικό για ένα ελεύθερο άνθρωπο.” Αυτή πιστεύουμε πως είναι η αντίρρηση σε όλη της την ισχύ.

Αυτή η αντίρρηση ανήκει στην κατηγορία των επιχειρημάτων που προσπαθεί να δικαιολογήσει το κράτος, το ποινικό δίκαιο, το δικαστή και το δεσμοφύλακα.

“Καθώς υπάρχουν άνθρωποι, μια ασθενική μειονότητα [feeble minority, faible minorité] που δεν παραδίδονται στα κοινωνικά ήθη” λένε οι εξουσιαστικοί, “πρέπει να διατηρήσουμε το κράτος, την εξουσία, τα δικαστήρια και τις φυλακές, παρόλο που που απ’ αυτούς τους θεσμούς πηγάζουν κάθε είδους καινούρια κακά.”

Επομένως είμαστε υποχρεωμένοι να επαναλάβουμε ότι έχουμε τόσο συχνά πει σχετικά με την εξουσία γενικώς: “Για να αποφύγετε ένα πιθανό κακό έχετε καταφύγει σε μέσα που από μόνα τους αποτελούν μεγαλύτερο κακό, και τελικά προξενούν το κακό που θέλετε να διορθώσετε. Διότι, μην ξεχνάτε ότι είναι η μισθωτή εργασία, η αδυναμία {μη δυνατότητα}[impossibility, l’impossibilité] να ζήσει κανείς μ’ άλλο τρόπο παρά να πουλάει τη δουλειά του, που έχει δημιουργήσει το καπιταλιστικό σύστημα, τις αμαρτίες του οποίου μόλις έχετε αρχίσει να αναγνωρίζετε.”

Θα μπορούσαμε επίσης να επισημάνουμε ότι αυτός ο εξουσιαστικός τρόπος σκέψης δεν είναι παρά μια απολογία [plaidoyer] για να δικαιολογήσει τα κακά του υπάρχοντος συστήματος. Η μισθωτή εργασία δεν εισήχθηκε για να διορθώσει τα μειονεκτήματα του κομμουνισμού· η καταγωγή της όπως και η καταγωγή του κράτους και της ιδιωτικής περιουσίας, είναι άλλη. Γεννήθηκε από τη βίαιη επιβολή της δουλείας και της δουλοπαροικίας και απλά φοράει σύγχρονη ενδυμασία. Συνεπώς αυτό το επιχείρημα δεν έχει περισσότερη αξία από τα επιχειρήματα που προσπαθούν να δικαιολογήσουν την ύπαρξη της περιουσίας και του κράτους.

Ωστόσο, θα εξετάσουμε τώρα αυτήν την αντίρρηση για να δούμε αν περιέχει καμία αλήθεια.

Κατ’ αρχήν, δεν είναι προφανές ότι αν μια κοινωνία θεμελιωμένη στην αρχή της ελεύθερης εργασίας, κινδύνευε πραγματικά από λουφατζήδες, θα μπορούσε εύκολα να αυτοπροστατευθεί χωρίς εξουσιαστική οργάνωση και χωρίς να καταφύγει στη μισθωτή εργασία;

Ας υποθέσουμε μια ομάδα από εθελοντές, που ενώνονται για κάποιο επιχείρημα, για την επιτυχία του οποίου όλοι δουλεύουν με ζήλο, εκτός από ένα εταίρο που συχνά απουσιάζει από το πόστο του. Τι πρέπει να κάνουν οι υπόλοιποι εταίροι; Να διαλύσουν την ομάδα, και να εκλέξουν ένα πρόεδρο που να επιβάλει πρόστιμα; ή ίσως -όπως η Ακαδημία- να διανείμουν τεκμήρια{κουπόνια} παρουσίας [markers, jetons de présence]; Προφανώς δεν θα κάνουν ούτε το είναι ούτε το άλλο, αλλά μια μέρα θα πιάσουν τον σύντροφο που θέτει σε κίνδυνο την επιτυχία του εγχειρήματος και θα του πούνε: “Φίλε, θα μας άρεσε να δουλέψουμε μαζί σου· αλλά καθώς είσαι συχνά απών και γενικά είσαι αμελής, πρέπει να χωρίσουμε. Πήγαινε να βρεις άλλους συντρόφους που θ΄ ανέχονται την αδιαφορία σου!”

Αυτός ο τρόπος είναι τόσο φυσικός που σήμερα εφαρμόζεται παντού, σ’ όλες τις βιομηχανίες, ταυτόχρονα με όλα τ’ άλλα συστήματα: πρόστιμα, περικοπή μισθού, επίβλεψη κτλ· ένας εργάτης μπορεί να έρθει στο εργοστάσιο στην ώρα του, αλλά αν δεν κάνει καλά τη δουλειά του, αν παρεμποδίζει τους συντρόφους του με την τεμπελιά του ή άλλα ελαττώματα και γίνεται καυγάς, τότε τέλος. Αναγκάζεται να εγκαταλείψει το εργοστάσιο.

Γενικά, υποτίθεται [On prétend] ότι είναι το παντοδύναμο αφεντικό και οι επιστάτες του που διατηρούν την ομαλότητα [regularity, régularité] και την ποιότητα της δουλειάς στο εργοστάσιο. Στην πραγματικότητα, σε μια κάπως περίπλοκη επιχείρηση, όπου τα προϊόντα περνούν από πολλά χέρια πριν ολοκληρωθούν, είναι το ίδιο το εργοστάσιο, το σύνολο των εργατών που επιβλέπουν[see, veillen] τις καλές συνθήκες εργασίας. Αυτός είναι ο λόγος που τα καλύτερα ιδιωτικά αγγλικά εργοστάσια έχουν λίγους επιστάτες, πολύ λιγότερους κατά μέσο όρο από τα γαλλικά εργοστάσια, και ασύγκριτα λιγότερους από τα κρατικά αγγλικά εργοστάσια.

Με τον ίδιο τρόπο διατηρείτε και ένας κάποιος ηθικός πυρήνας{ηθικό επίπεδο} [un certain niveau moral ] στην κοινωνία. Υποτίθεται, ότι διατηρείται εξαιτίας των αγροφυλάκων, των δικαστών, και των αστυνομικών, ενώ στην πραγματικότητα διατηρείτε παρά την ύπαρξη του δικαστή, του αστυνόμου και του αγροφύλακα. “Πολλοί νόμοι, πολλά εγκλήματα” λέει ένα πολύ παλιό ρητό.

Τα πράγματα δεν είναι έτσι μόνο στα βιομηχανικά εργοστάσια, αλλά είναι η καθημερινή πρακτική παντού, σε μια κλίμακα που μόνο κάποιος που ζει μέσα στα βιβλία {βιβλιοφάγος} δεν έχει ακόμα καταλάβει.

Όταν μια σιδηροδρομική εταιρία που είναι σε συνομοσπονδία με άλλες εταιρείες, αμελεί τις υποχρεώσεις της, όταν τα τραίνα της καθυστερούν, και τα αγαθά είναι παρατημένα στους σταθμούς, συνήθως μια απειλή διακοπής συμβολαίου από τις άλλες εταιρείες αρκεί.

Γενικά πιστεύεται[On croit], ή τουλάχιστον διδάσκεται, ότι ο μόνος λόγος που κρατούνται{τιμούνται} οι εμπορικές υποχρεώσεις είναι ο φόβος της μήνυσης· κάθε άλλο. Εννιά φορές στις δέκα ο έμπορος που κράτησε τις υποχρεώσεις του δεν προσάγεται στο δικαστήριο. Σε αγορές με μεγάλη κυκλοφορία, όπως του Λονδίνου, και μόνο το γεγονός ότι κάποιος ανάγκασε τον πιστωτή του να καταφύγει στο νόμο αρκεί ώστε η συντριπτική πλειοψηφία των εμπόρων να αρνηθεί να έχει οποιαδήποτε συναλλαγή μαζί του.

Γιατί λοιπόν, μια μέθοδος που χρησιμοποιείται σήμερα μεταξύ συντρόφων στο εργοστάσιο, εμπόρους, και σιδηροδρομικές εταιρείες, να μην χρησιμοποιηθεί σε μια κοινωνία βασισμένη στην εθελοντική δουλειά;

Για παράδειγμα θεωρείστε μια ένωση [association] που συμφωνεί [stipulating] το ακόλουθο συμβόλαιο με το καθένα από τα μέλη της: ―”Αναλαμβάνουμε να σας παρέχουμε τη χρήση των σπιτιών μας, των καταστημάτων μας, των δρόμων μας, των μέσων μεταφοράς, των σχολείων μας, των μουσείων μας, κτλ., υπό την προϋπόθεση ότι, μεταξύ εικοσιπέντε και σαράντα πέντε ή πενήντα ετών, θα αφιερώνετε τέσσερις με πέντε ώρες καθημερινά σε κάποια δουλειά αναγνωρισμένη ως αναγκαία για την επιβίωση. Μπορείτε να επιλέξετε τις παραγωγικές ομάδες στις οποίες θα προσχωρήσετε, ή να ιδρύσετε μια νέα ομάδα, υπό την προϋπόθεση ότι θα αναλάβει την παραγωγή αναγκαίων προς την επιβίωση αγαθών. Όσον αφορά δε τον υπόλοιπο χρόνο σας είστε ελεύθερος να κάνετε όποιες παρέες θέλετε, για ψυχαγωγία, τέχνη, ή επιστήμη κατά την όρεξή σας.

“Χίλιες διακόσιες ή χίλιες πεντακόσιες ώρες δουλειάς το χρόνο, σε μια ομάδα που παράγει φαγητό, ρουχισμό, ή κατοικίες, ή στην δημόσια υγεία ή στη συγκοινωνία κτλ., αυτό είναι το μόνο που ζητάμε. Γι’ αυτή τη δουλειά σας εγγυούμαστε όλα όσα παράγονται ή θα παραχθούν από τις ομάδες μας. Όμως αν καμιά από τις χιλιάδες ομάδες της συνομοσπονδίας μας δεν θα σας δεχτεί, για οποιοδήποτε λόγο, αν είστε απόλυτα{τελείως} ανίκανος να παράγετε οτιδήποτε χρήσιμο, ή αν αρνείστε να δουλέψετε, τότε ας ζήσετε ως ερημίτης ή ως ανάπηρος [invalid]. Αν είμαστε αρκετά πλούσιοι ώστε να μπορούμε να σας διαθέσουμε τα αναγκαία προς το ζην, θα το κάνουμε με ευχαρίστηση. Είστε άνθρωπος και συνεπώς έχετε το δικαίωμα να ζήσετε. Αλλά εφόσον ζητάτε να ζήσετε υπό ειδικές συνθήκες, και θέτετε εαυτόν εκτός κοινωνίας [leave the ranks, sortir des rangs], είναι πολύ πιθανόν ότι γι αυτόν το λόγο θα υποφέρετε καθημερινά στις συνδιαλάξεις σας με τους άλλους πολίτες. Θα θεωρείστε ένα φάντασμα, ένα κατάλοιπο της αστικής κοινωνίας[société bourgeoise], ― εκτός κι αν κάποιοι φίλοι σας θεωρούν ότι είστε ιδιοφυΐα, και αναλαμβάνοντας να σας απαλλάξουν από το χρέος σας προς την κοινωνία, κάνουν όλη τη δουλειά για σας.

“Τέλος, αν αυτό δεν σας ευχαριστεί, πηγαίνετε να βρείτε άλλες συνθήκες κάπου αλλού στον κόσμο. Ή ακόμα καλύτερα βρείτε οπαδούς στο δικό σας τρόπο ζωής και οργανώστε τους σύμφωνα με τις δικές σας αρχές. Εμείς προτιμάμε τις δικιές μας.”

Να τι θα μπορούσε να γίνει, σε μια κομμουνιστική κοινωνία ώστε να διωχθούν οι λουφατζήδες αν πολυπληθύνουνε.
IV

Πολύ αμφιβάλω ότι χρειάζεται να ανησυχούμε για μια τέτοια περίσταση σε μια κοινωνία που πραγματικά βασίζεται στην ολική ελευθερία του ατόμου.

Στην πραγματικότητα, παρά την ασφαλιστική δικλίδα [premium, prime] εναντίον της αργίας [idleness,fainéantise] {Σ.τ.μ. ίσως να λέει “παρά το μπόνους στην αργία”} που προσφέρει η ιδιωτική κατοχή του κεφαλαίου, ο πραγματικά τεμπέλης άνθρωπος είναι μάλλον σπάνιο φαινόμενο, εκτός κι αν είναι άρρωστος.

Συχνά λέγετε, μεταξύ εργατών, ότι οι αστοί [bourgeois] είναι αργόσχολοι. Υπάρχουν πράγματι αρκετοί τέτοιοι αλλά και πάλι αποτελούν την εξαίρεση. Αντιθέτως σε κάθε βιομηχανική επιχείρηση, είναι σίγουρο ότι θα βρεθεί ένας ή περισσότεροι αστοί που δουλεύουν πολύ σκληρά. Είναι γεγονός ότι οι περισσότεροι αστοί επωφελούνται της προνομιούχας θέσης τους, και αναλαμβάνουν{αναθέτουν στον εαυτό τους} τις λιγότερο δυσάρεστες ασχολίες κάτω από υγιεινές συνθήκες τροφής, αέρα, κτλ., πράγμα το οποίο τους επιτρέπει να διεκπερώνουν την εργασία τους χωρίς πολύ κούραση. Αλλά αυτές ακριβώς είναι οι συνθήκες που διεκδικούμε για όλους ανεξαιρέτως τους εργάτες. Πρέπει επίσης να πούμε ότι, χάρη στην προνομιακή τους θέση, οι πλούσιοι συχνά εξασκούν ανώφελα ή και κοινωνικά επιζήμια επαγγέλματα· εντούτοις αυτοκράτορες, υπουργοί, γενικοί διευθυντές [chefs de bureaux], διευθυντές εργοστασίων, έμποροι, τραπεζίτες, κτλ., υποβάλουν εαυτούς, για λίγες ώρες κάθε μέρα, σε εργασία που θεωρούν λίγο πολύ κουραστική ― όλοι τους προτιμάνε τις ώρες αναψυχής αντί γι αυτή την υποχρεωτική δουλειά. Και αν, εννιά φορές στις δέκα, αυτή η δουλειά είναι κρίσιμη{μοιραία}[funeste], αυτό δεν τους κάνει να τη θεωρούν λιγότερο κουραστική. Αλλά είναι ακριβώς επειδή οι αστοί [les bourgeois] έχουν καταβάλει μεγάλη προσπάθεια στο να κάνουν κακό (εν γνώσει τους ή όχι) και στην υπεράσπιση της προνομιούχας θέσης τους, που νίκησαν τους ευγενείς γαιοκτήμονες{φεουδάρχες}[landed nobility, noblesse foncière ] και που συνεχίζουν κυριαρχούν τη μάζα του λαού. Αν ήταν αργόσχολοι θα είχαν πάψει να υφίστανται προ πολλού, θα είχαν εκλείψει σαν τους αριστοκράτες[talons rouges].

Σε μια κοινωνία που θα απαιτούσε μόνο τέσσερις με πέντε ώρες χρήσιμης, ευχάριστης και υγιεινής (Σ.τ.μ. υπό υγιεινές συνθήκες) δουλειάς ημερησίως, θα εκτελούσαν το έργο τους τέλεια, και σίγουρα δεν θ’ ανέχονταν – χωρίς να τις μεταρρυθμίσουν- τις φρικτές συνθήκες κάτω από τις οποίες οι εργάτες μοχθούν σήμερα. Αν ο Παστέρ περνούσε πέντε ώρες κάθε μέρα στους υπονόμους του Παρισιού, να είστε σίγουροι ότι θα ‘βρισκε τον τρόπο να τους κάνει εξίσου υγιεινούς με το βιολογικό του εργαστήριο.

Όσο για την τεμπελιά της συντριπτικής πλειοψηφίας των εργατών, μόνο οι οικονομολόγοι και οι φιλάνθρωποι συζητούν σε μάκρος επ’ αυτής.

Συζητήστε με κάποιον έξυπνο βιομήχανο και θα σας πει ότι αν οι εργάτες το βάλουν πείσμα να είναι τεμπέληδες, όλα τα εργοστάσια θα ‘πρεπε να κλείσουν, κανένα αυστηρό μέτρο, κανένα σύστημα κατασκοπείας (Σ.τ.μ. χαφιεδισμός) θα κατάφερνε τίποτα. Έπρεπε να δείτε τον τρόμο των εγγλέζων εργοδοτών όταν το 1887 ένα δυο ανακινητές [agitators] άρχισαν να κηρύττουν τη θεωρεία του πονηρά “κακή δουλειά για κακή πληρωμή, σιγά-σιγά μη ξεσκίζεστε στη δουλειά και χαραμίσετε όσο πιο πολύ υλικό μπορείτε”. – “Διαφθείρουν τους εργάτες, θέλουν να δολοφονήσουν τη βιομηχανία!” φώναζαν αυτοί που προηγουμένως καταφέρονταν βιαίως εναντίον της ανηθικότητας των εργατών και της κακής ποιότητας της δουλειά τους. Μα αν ο εργάτης ήταν όπως τον παρουσιάζουν οι οικονομολόγοι -ένας τεμπέλης που πρέπει συνεχώς να απειλείται με απόλυση- τι νόημα θα είχε η λέξη “διαφθορά”;

Έτσι, όταν μιλάμε για πιθανή τεμπελιά, καλό θα είναι να καταλάβουμε ότι μιλάμε για μια μικρή μειοψηφία μέσα στην κοινωνία. Και προτού νομοθετήσουμε γι αυτήν την μειονότητα δεν είναι επείγον να μελετήσουμε την προέλευσή της;

Ο οξυδερκής παρατηρητής ξέρει πολύ καλά ότι ο μαθητής που θεωρείται τεμπέλης στο σχολείο είναι συνήθως το παιδί που δεν καταλαβαίνει καλά αυτά που δεν του έχουν διδάξει καλά [qui comprend mal ce qu’on lui enseigne mal]. Συχνότατα δε, πάσχει από εγκεφαλική αναιμία [d’anémie cérébrale] που προκαλέσθηκε από την φτώχεια και την αντιυγειινή εκπαίδευση.

Το αγόρι που τεμπελιάζει στα (αρχαία) Ελληνικά και τα Λατινικά θα δούλευε ως είλωτας[comme un nègre] αν είχε μυηθεί στην επιστήμη δια μέσου της χειρονακτικής εργασίας. Το κορίτσι που παίρνει μηδέν στα μαθηματικά γίνετε η καλύτερη μαθηματικός της τάξης της όταν τυχαία συναντήσει κάποιον γνωρίζοντα και της εξηγήσει τα βασικά στοιχεία της αριθμητικής που δεν είχε καταλάβει. Και ο εργάτης, τεμπέλης στο εργοστάσιο, καλλιεργεί τον κήπο του κάθε πρωί, ενώ παρατηρεί τον ανατέλλοντα ήλιο, και κάθε βράδυ{εσπέρα} όταν όλη η φύση πάει για ύπνο.

Κάποιος είπε ότι η σκόνη είναι ύλη σε λάθος μέρος. Ο ίδιος ορισμός ισχύει για τα εννέα δέκατα αυτών που λέγονται τεμπέληδες. Είναι άνθρωποι που έχουν πλανηθεί σ’ένα δρόμο που δεν ταιριάζει στην ιδιοσυγκρασία τους και τις δυνατότητές τους. Διαβάζοντας τις βιογραφίες μεγάλων ανδρών, ξαφνιαζόμαστε με το μεγάλο βαθμό των “αργόσχολων” ανάμεσά τους. Ήταν τεμπέληδες προτού βρουν τον αληθινό τους προορισμό, και πολύ εργατικοί μετά που τον βρήκαν. Ο Δαρβίνος [Darwin], ο Στεφενσον [Stephenson], και πολλοί άλλοι ανήκουν σ’ αυτήν την κατηγορία.

Πολύ συχνά ο τεμπέλης δεν είναι παρά κάποιος άνθρωπος που βρίσκει απωθητική την ιδέα να περάσει όλη του τη ζωή κατασκευάζοντας το ένα εικοστό μιας καρφίτσας, ή το ένα εκατοστό ενός ρολογιού, όταν νοιώθει να ξεχειλίζει από ενέργεια που θα μπορούσε να διοχετεύσει αλλού. Επίσης συχνά, είναι ένας επαναστάτης που δεν μπορεί να δεχτεί την καθήλωση του σ’ ένα πάγκο εργασίας ώστε να συνεισφέρει στις χίλιες απολαύσεις του αφεντικού του, ενώ ξέρει ότι δεν είναι, κατά πολύ, ο πιο ηλίθιος από τους δυο τους, και ότι το μόνο του φταίξιμο είναι που γεννήθηκε σε μια καλύβα αντί για ένα κάστρο.

Τέλος, πολλοί από τους “τεμπέληδες” δεν είναι γνώστες της τέχνης που αναγκάζονται να εξασκούν για να βγάλουν το ψωμί τους. Βλέποντας τις ατέλειες αυτού που παράγουν τα χέρια τους, προσπαθώντας μάταια να βελτιωθούν και καταλαβαίνοντας ότι δεν θα τα καταφέρουν ποτέ λόγω των κακών συνήθειων δουλειάς [bad habits of work] που έχουν ήδη αποκτήσει, αρχίζουν να μισούν την τέχνη τους και πιο γενικά την εργασία. Χιλιάδες εργάτες και καλλιτέχνες υποφέρουν απ’ αυτή την αιτία.

Από την άλλη μεριά όποιος από μικρός έχει μάθει να παίζει καλά το πιάνο η να δουλεύει καλά την πλάνη, τη σμίλη, τη βούρτσα ή τη λίμα, ώστε να θεωρεί αυτό που κάνει ωραίο, δεν παρατήσει ποτέ το πιάνο, τη σμίλη ή τη λίμα. Θα βρίσκει ευχαρίστηση στη δουλειά του η οποία δεν θα τον κουράζει ποτέ, φτάνει βέβαια να μην το παρακάνει.

Κάτω από τη γενική ονομασία τεμπελιά έχουν μαζευτεί μια σειρά από αποτελέσματα που οφείλονται σε διαφορετικές αιτίες, καθένα εκ των οποίων θα μπορούσε να είναι μια πηγή καλού αντί για πηγή κακού για την κοινωνία. Όπως συμβαίνει με όλα τα θέματα περί εγκληματικότητας και σχετικά με τις ανθρώπινες ικανότητες μια έχει μαζευτεί μια πληθώρα στοιχείων που δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους. Λένε τεμπελιά ή έγκλημα, χωρίς να μπαίνουν στον κόπο να αναλύσουν τις αιτίες τους. Βιάζονται να τιμωρήσουν χωρίς να αναρωτιούνται μήπως η ίδια η τιμωρία δεν είναι εγγύηση για τεμπελιά ή έγκλημα[1]

Αυτός είναι ο λόγος που αν μια ελεύθερη κοινωνία έβλεπε τον αριθμό των αργόσχολων μεταξύ των πολιτών της να αυξάνεται, χωρίς αμφιβολία θα έψαχνε να βρει την αιτία της τεμπελιάς για να την καταστείλει, προτού προσφύγει στην τιμωρία. Όταν, όπως έχουμε ήδη αναφέρει είναι απλά μια περίπτωση αναιμίας, τότε “Προτού γεμίσετε το κεφάλι του παιδιού με επιστήμη, ταΐστε το σύστημά του να παράγει αρκετό αίμα, δυναμώστε το, και για να μην σπαταλά το χρόνο του πηγαίνετέ το στη εξοχή ή στην ακρογιαλιά κι εκεί στον καθαρό αέρα διδάξτε το–όχι με βιβλία–γεωμετρία, μετρώντας την απόσταση μέχρι τα βράχια ή το ύψος ενός δέντρου· φυσική ιστορία μαζεύοντας λουλούδια ή ψαρεύοντας στη θάλασσα· φυσικές επιστήμες, κατασκευάζοντας μια βάρκα να πάτε για ψάρεμα. Αλλά, στο όνομα της χάρης, μη γεμίζετε το μυαλό του με προτάσεις και νεκρές γλώσσες. Μην το κάνετε τεμπέλη!”

Αυτό το παιδί δεν έχει τάξη ή τακτικές συνήθειες [n’a pas des habitudes d’ordre et de régularité]. Αφήστε τα παιδιά να εμφυσήσουν[inculcate, inculquer] τάξη αναμεταξύ τους. Αργότερα, στο εργαστήριο, στο εργοστάσιο, με δουλειά σε περιορισμένους χώρους εργασίας με πολλά εργαλεία τριγύρω, θα τους διδάξει μεθοδικότητα. Αλλά μη τα κάνετε ακατάστατα με τα σχολεία σας, όπου η μόνη τάξη είναι η συμμετρική διάταξη των θρανίων, και που-αληθινή αντανάκλαση του χάους στη διδασκαλία-ποτέ δεν δεν πρόκειται να εμπνεύσουν σε κανέναν την αγάπη της αρμονίας, της συνέπειας και της μεθόδου στην εργασία.

Δεν βλέπετε ότι με τη μέθοδο διδασκαλίας σας, αναπτυγμένες από ένα υπουργείο για οκτώ εκατομμύρια μαθητές, που αντιπρωπεύουν οκτώ εκατομμύρια διαφορετικές δυνατότητες, το μόνο που κάνετε είναι να επιβάλετε ένα σύστημα κατάλληλο για μετριότητες και σχεδιασμένο από ένα μέσο όρο μετριοτήτων; Το σχολείο σας γίνετε ένα πανεπιστήμιο τεμπελιάς, όπως και η φυλακή σας είναι ένα πανεπιστήμιο εγκλήματος. Κάντε τα σχολεία σας ελεύθερα, καταργήστε την πανεπιστημιακή βαθμολογία, κάντε έκκληση σε εθελοντές διδάσκοντες· αρχίστε έτσι αντί να φτιάχνετε νόμους κατά της τεμπελιάς που το μόνο που καταφέρνουν είναι να την αυξάνουν.

Δώστε την ευκαιρία στον εργάτη που είναι αναγκασμένος να παράγει ένα μικροσκοπικό κομμάτι κάποιου προϊόντος, που είναι αγκυλωμένος μπροστά σε μια μηχανή και που καταλήγει να τη μισεί, δώστε του την ευκαιρία να γυρίσει τη γη, να κόψει δέντρα στο δάσος, να σχίσει τη θάλασσα κόντρα στον καιρό, ή να πάει στο διάστημα με μια μηχανή, αλλά μην τον κάνετε τεμπέλη με το να τον αναγκάζεται να περάσει όλη του τη ζωή παρακολουθώντας μια μηχανή, να βιδώνει μια βίδα ή να περνάει κλωστή στο μάτι μιας βελόνας.

Καταπνίξτε την αιτία της τεμπελιάς, και να είστε σίγουροι ότι πολύ λίγα άτομα θα μισούν τη δουλειά, ειδικά την εθελοντική εργασία, και ότι δεν θα υπάρχει ανάγκη να φτιάξετε ένα οπλοστάσιο από νόμους για χάρη τους.

Σημειώσεις:

1) Δες τη μπροσούρα μου “Οι φυλακές”.(Les Prisons, Paris, 1889.)

This entry was posted on Friday, August 28th, 2009 at 23:24 and is filed under Uncategorized. You can follow any responses to this entry through the RSS 2.0 feed. Both comments and pings are currently closed.

Comments Off on Η κατάκτηση του ψωμιού Κεφάλαιο 12: Αντιρρήσεις

Comments are closed.