Peter Kropotkin

Η κατάκτηση του ψωμιού

Κεφάλαιο 14: Παραγωγή & κατανάλωση

Ι

Βλέποντας την κοινωνία και την πολιτική της οργάνωση από μια διαφορετική οπτική γωνία από αυτήν των εξουσιαστικών σχολών -μια και ξεκινάμε από το ελεύθερο άτομο για να πάμε σε μια ελεύθερη κοινωνία, αντί να ξεκινάμε από το κράτος για να κατεβούμε στο άτομο- ακολουθούμε την ίδια μέθοδο στα οικονομικά θέματα. Μελετάμε τις ανάγκες των ατόμων και τα μέσα για την ικανοποίησή τους, προτού συζητήσουμε για την παραγωγή, τη συναλλαγή, τη φορολογία, την κυβέρνηση κτλ.

Εκ πρώτης όψεως, η διαφορά μπορεί να φαίνεται ασήμαντη αλλά στην πραγματικότητα ανατρέπει όλες τις έννοιες της επίσημης οικονομικής πολιτικής.

Ανοίξτε κάποιο έργο οποιουδήποτε οικονομολόγου. Αρχίζει με την ΠΑΡΑΓΩΓΗ, την ανάλυση των σημερινών μέσων παραγωγής πλούτου {δημιουργίας πλουτισμού}, τη διαίρεση της εργασίας, το εργοστάσιο [manufacture], τη λειτουργία της μηχανής, την συγκέντρωση του κεφαλαίου. Από τον Άνταμ Σμίθ [Adam Smith] στον Μαρξ, όλοι προχωρούν μ’ αυτόν τον τρόπο. Μόνο στο δεύτερο ή τρίτο μέρος του έργου τους πραγματεύονται την ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ, δηλαδή την ικανοποίηση των αναγκών του ατόμου· επιπλέον περιορίζονται στο να εξηγούν πώς ο πλούτος μοιράζεται μεταξύ των διεκδικητών του.

Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι είναι λογικό: προτού ικανοποιηθούν οι ανάγκες πρέπει να δημιουργήσουμε τα αναγκαία γι’ αυτή την ικανοποίηση· πρέπει να παραγάγεις προτού καταναλώσεις. Αλλά, προτού παραγάγουμε κάτι, δεν πρέπει να νιώσουμε την ανάγκη γι αυτό; Δεν είναι η ανάγκη που οδήγησε τον άνθρωπο να κυνηγήσει, να θρέψει κοπάδια, να καλλιεργήσει τη γη, να φτιάξει εργαλεία, και αργότερα να εφεύρει μηχανές; Δεν είναι η μελέτη των αναγκών που θα ‘πρεπε να καθοδηγεί την παραγωγή; Θα ήταν λοιπόν τουλάχιστον εξίσου λογικό να αρχίσουμε εξετάζοντας τις ανάγκες και κατόπιν να μελετήσουμε τα μέσα παραγωγής που χρειαζόμαστε για να τις ικανοποιήσουμε.

Και αυτό ακριβώς θα κάνουμε.

Καθώς όμως κοιτάζουμε από αυτήν την οπτική γωνία, η πολιτική οικονομία αλλάζει τελείως όψη. Παύει να είναι μια απλή περιγραφή γεγονότων και γίνεται επιστήμη, όμοια με τη φυσιολογία [au meme titre que la physiologie]: θα μπορούσαμε να την ορίσουμε έτσι,η μελέτη των αναγκών της ανθρωπότητας και των μέσων ικανοποίησής τους με τη λιγότερη δυνατή σπατάλη ανθρώπινης ενέργειας. Το αληθινό της όνομα θα ήταν φυσιολογία της κοινωνίας. Αποτελεί μια επιστήμη παράλληλη με την φυσιολογία των ζώων και των φυτών, που κατ’ ανάλογο τρόπο, μελετά τις ανάγκες του ζώου ή του φυτού και τα πιο επωφελή μέσα για την ικανοποίησή τους. Στις κοινωνικές επιστήμες η οικονομία των ανθρώπινων κοινωνιών, κατέχει τη θέση που έχει η φυσιολογία των οργανισμών [etres organises] στις βιολογικές επιστήμες.

Εμείς λέμε: “Ιδού, ανθρώπινα όντα ενωμένα σε μια κοινωνία. Όλοι νιώθουν την ανάγκη να ζουν σε υγιεινές κατοικίες. Η πρωτόγονη καλύβα δεν τους ικανοποιεί πλέον. Ζητάνε ένα σταθερό [solid, solide] καταφύγιο, λίγο πολύ άνετο. -Πρέπει να ξέρουμε {Η ερώτηση είναι} αν, δεδομένης της παραγωγικής δυνατότητας του ανθρώπου, μπορεί να έχει καθένας το σπίτι του και τι τον εμποδίζει να το έχει” {πλάγια ερώτηση, δεν θέλει ερωτηματικό, εκτός αν βάλουμε άνω κάτω τελεία πριν από το αν, όπως στο αγγλικό. Το γαλλικό κείμενο έχει λάθος σ’ αυτό το σημείο}

Και πολύ σύντομα πειθόμαστε ότι κάθε οικογένεια στην Ευρώπη θα μπορούσε κάλλιστα να έχει ένα άνετο σπίτι, σαν κι αυτά που χτίζουν στην Αγγλία, στο Βέλγιο ή στην πόλη Πούλμαν [Pullman City, cite Pulman], ή εν πάσει περιπτώσει τον αντίστοιχο αριθμό δωματίων. Ένας συγκεκριμένος αριθμός εργάσιμων ημερών θα αρκούσε για να χτιστεί ένα όμορφο ευάερο διαμέρισμα καλά σχεδιασμένο και φωτιζόμενο με φυσικό αέριο.

Αλλά εννέα δέκατα των Ευρωπαίων δεν έχουν ποτέ αποκτήσει μια υγιεινή κατοικία, επειδή πρέπει να δουλεύουν νύχτα μέρα για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες των αφεντικών τους και δεν έχουν ποτέ τον αναγκαίο ελεύθερο χρόνο ή τα χρήματα, να χτίσουν ή να βάλουν να τους κτίσουν το σπίτι των ονείρων τους. Και όσο οι τωρινές συνθήκες δεν αλλάζουν, δεν θα έχουν σπίτι και θα μένουν σε καλύβες.

Όπως είδατε, προχωρούμε αντίθετα από τους οικονομολόγους οι οποίοι διαιωνίζουν {ή αναπαραγάγουν επ’ άπειρον} τους υποτιθέμενους νόμους της παραγωγής και, υπολογίζοντας πόσα σπίτια (Σ.τ.μ. “πράγματι χτίζονται” ίσως είναι καλύτερα) χτίζονται ετησίως, εξηγούν με τη στατιστική ότι τα νεοκτισμένα σπίτια δεν θα είναι αρκετά για να ικανοποιήσουν όλη τη ζήτηση, τα εννέα δέκατα των Ευρωπαίων πρέπει να μένουν σε καλύβες.

Ας περάσουμε στη διατροφή. Έχοντας απαριθμήσει τα πλεονεκτήματα του καταμερισμού της εργασίας, οι οικονομολόγοι μας λένε ότι αυτός ο καταμερισμός απαιτεί να δουλεύουν κάποιοι ως αγρότες και κάποιοι στη βιομηχανία. Δεδομένου ότι οι αγρότες παράγουν τόσο, τα εργοστάσια τόσο, η συναλλαγή διαμείβεται με αυτό τον τρόπο, αναλύουν τις πωλήσεις, τα ωφέλη, το καθαρό κέρδος ή την υπεραξία, τους μισθούς, τους φόρους, την αποταμίευση και ούτω καθεξής.

Αλλά, αφού τους ακολουθήσαμε ως εδώ δεν είμαστε κατά πολύ σοφότεροι, και αν τους ρωτήσουμε: “Πώς γίνεται εκατομμύρια άνθρωποι να έχουν έλλειψη ψωμιού, όταν κάθε οικογένεια θα μπορούσε να παράγει αρκετό σιτάρι για να θρέψει δέκα, είκοσι η ακόμα κι εκατό ανθρώπους το χρόνο;” θα μας απαντήσουν με την ίδια ψαλμωδία: καταμερισμός της εργασίας, μισθοί, υπεραξία, κεφάλαιο κτλ., καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η παραγωγή δεν επαρκεί για την ικανοποίηση όλων των αναγκών· ένα συμπέρασμα που, ακόμα κι αν είναι αλήθεια, δεν απαντά καθόλου στην ερώτηση: “Μπορεί ή δεν μπορεί ο άνθρωπος με την εργασία του να παράγει το ψωμί που χρειάζεται; Κι αν δεν μπορεί τι τον εμποδίζει;”

Ιδού, 350 εκατομμύρια Ευρωπαίοι. Χρειάζονται τόσο ψωμί, τόσο κρέας, κρασί, γάλα, τόσα αβγά {έχει απλοποιηθεί, σύμφωνα με το λεξικό Βοστατζόγλου} και τόσο βούτυρο. Χρειάζονται τόσα σπίτια και τόσο ρουχισμό. Αυτό είναι το ελάχιστο των αναγκών τους. Μπορούν να τα παράγουν όλ’ αυτά; Και αν μπορούν, θα τους μείνει αρκετός χρόνος για τέχνη, επιστήμη και διασκέδαση, με μια λέξη, για όλα όσα δεν είναι απολύτως απαραίτητα; Αν η απάντηση είναι θετική, τι τους εμποδίζει να το κάνουν; Τι πρέπει να κάνουν ώστε να απομακρύνουν αυτό το εμπόδιο; Μήπως χρειάζεται χρόνος; Ας τον έχουν {ας τον λάβουν}. Αλλά, ας μη χάσουμε επαφή με τον πραγματικό στόχο της παραγωγής -την ικανοποίηση των αναγκών.

Αν οι πιο επείγουσες ανάγκες του ανθρώπου μένουν ανικανοποίητες, τι πρέπει να κάνει ώστε να αυξήσει την παραγωγικότητά του; Μήπως όμως υπάρχουν άλλες αιτίες; Μήπως η παραγωγή, μεταξύ άλλων, έχοντας χάσει την επαφή με τις ανάγκες του ανθρώπου, έχει παραστρατήσει προς μια τελείως λανθασμένη κατεύθυνση και η οργάνωσή της είναι ελαττωματική; Και καθώς μπορούμε να δούμε ότι αυτό συμβαίνει, ας αναζητήσουμε με πιο τρόπο πρέπει να αναδιοργανώσουμε την παραγωγή ώστε πραγματικά να αντεπεξέρχεται σ΄ όλες τις ανάγκες.

Αυτή είναι η μόνη οπτική γωνία που μας φαίνεται δίκαια: η μόνη που θα επιτρέπει στην πολιτική οικονομία να γίνει επιστήμη, η επιστήμη της κοινωνικής φυσιολογίας.

Είναι φανερό ότι όταν αυτή η επιστήμη εξετάσει την παραγωγή, όπως διεκπεραιώνεται σήμερα στα πολιτισμένα έθνη, τις ινδουιστικές κοινότητες ή τους πρωτόγονους, δεν θα παρουσιάσει τα γεγονότα με διαφορετικό τρόπο από τους σημερινούς οικονομολόγους· δηλαδή ως ένα απλό περιγραφικό κεφάλαιο, ανάλογο των περιγραφικών κεφαλαίων της ζωολογίας ή της βοτανικής. Αλλά παρατηρήστε [remarquons] ότι αν το κεφάλαιο αυτό είχε γραφεί από την οπτική γωνιά της οικονομίας των δυνάμεων που καταβάλλονται για την ικανοποίηση των αναγκών, Θα κέρδιζε σε ακρίβεια και επιστημονική αξία. Θα αποδείκνυε ξεκάθαρα την τρομακτική σπατάλη ανθρώπινης ενέργειας στο παρόν σύστημα, και θα δεχόταν μαζί με μας, ότι όσο αυτό το σύστημα αυτό συνεχίζει να υπάρχει, οι ανάγκες της ανθρωπότητας δεν θα ικανοποιηθούν ποτέ.

Βλέπετε, η οπτική γωνία θα άλλαζε εντελώς. Πίσω από τον αργαλειό που υφαίνει τόσα μέτρα ύφασμα, πίσω από τον διατρητή μετάλλου, και πίσω από το θησαυροφυλάκιο που στοιβάζονται τα μερίσματα, θα βλέπαμε τον άνθρωπο, τον τεχνίτη της παραγωγής, που τις περισσότερες φορές αποκλείεται από το συμπόσιο που έχει ετοιμάσει για τους άλλους. Θα καταλαβαίναμε επίσης ότι οι υποτιθέμενοι νόμοι της αξίας, της συναλλαγής {του εμπορίου}, κτλ, δεν είναι παρά μια έκφραση, συχνά πολύ λανθασμένη -καθώς το σημείο αφετηρίας της είναι λανθασμένο- των γεγονότων όπως είναι σήμερα, αλλά θα ήταν δυνατόν να είναι και θα είναι διαφορετικά όταν η παραγωγή οργανωθεί με γνώμονα την ικανοποίηση των αναγκών της κοινωνίας.
II

Δεν υπάρχει ούτε μία αρχή της πολιτικής οικονομίας που να μην αλλάζει εντελώς όψη ιδωμένη από τη δική μας οπτική γωνία.

Ας ασχοληθούμε για παράδειγμα με την υπερπαραγωγή. Να μια λέξη που αντηχεί καθημερινά στ’ αφτιά μας. Υπάρχει έστω και ένας οικονομολόγος, ακαδημαϊκός ή υποψήφιος, που να μην έχει υποστηρίξει θέσεις που αποδεικνύουν ότι οι οικονομικές κρίσεις είναι αποτέλεσμα της υπερπαραγωγής- ότι μια δεδομένη στιγμή παράγεται περισσότερο μπαμπάκι, περισσότερο ύφασμα, περισσότερα ρολόγια από ό,τι χρειάζεται! Δεν έχουν μήπως κατηγορηθεί οι κεφαλαιοκράτες για απληστία επειδή επιμένουν να παράγουν περισσότερο απ΄ όσο είναι δυνατόν να καταναλωθεί!

Αλλά, αν τα εξετάσουμε προσεκτικά, όλα αυτά τα επιχειρήματα αποδεικνύονται αβάσιμα. Πράγματι, προσπαθήστε να κατονομάσετε ένα αγαθό, το οποίο να έχει καθολική χρήση και να παράγεται σε ποσότητα μεγαλύτερη από όση χρειάζεται. Εξετάστε ένα ένα όλα τα εξαγώγιμα προϊόντα των χωρών που εξάγουν σε μεγάλη κλίμακα και θα δείτε ότι σχεδόν όλα αυτά τα προϊόντα παράγονται σε ποσότητες ανεπαρκείς για τους κατοίκους της ίδιας της χώρας που τα εξάγει.

Δεν είναι το πλεόνασμα του σιταριού που στέλνει στην Ευρώπη ο ρώσος χωρικός. Οι πλουσιότερες σοδιές σιταριού και σίκαλης της Ευρωπαϊκής Ρωσίας μόλις που επαρκούν για τον πληθυσμό. Και κατά κανόνα, ο χωρικός στερεί τον εαυτό του από τα αναγκαία, όταν πουλά το σιτάρι του ή τη σίκαλή του για να πληρώσει το νοίκι και τους φόρους.

Δεν είναι το πλεόνασμα του άνθρακα που στέλνει ο ¶γγλος στις τέσσερις γωνιές της γης, γιατί απομένουν μόνο 750 κιλά ανά κάτοικο ετησίως για εγχώρια οικιακή κατανάλωση και εκατομμύρια ¶γγλων δεν έχουν φωτιά το χειμώνα ή έχουν μόλις αρκετή για να βράσουν λίγα λαχανικά. Στην πραγματικότητα αν δεν πάρουμε υπόψη την κατασκευή αντικειμένων πολυτελείας {το bimbeloterie de luxe είναι η κατασκευή, τα αντικείμενα είναι τα bibelots}, δεν υπάρχει στην Αγγλία, τη χώρα με τις μεγαλύτερες εξαγωγές, παρά μόνο ένα προϊόν καθολικής χρήσης -το βαμβακερό ύφασμα- του οποίου η παραγωγή είναι αρκετά μεγάλη, ώστε πιθανόν να ξεπερνά τις ανάγκες τις κοινότητας. Και όταν βλέπουμε τα κουρέλια που φορεί για ρούχα το ένα τρίτο των κατοίκων του Ηνωμένου Βασιλείου, οδηγούμαστε στην απορία μήπως δεν θα μπορούσαν τα βαμβακερά υφάσματα που εξάγονται να ικανοποιήσουν μια στάλα τις πραγματικές ανάγκες του πληθυσμού.

Κατά κανόνα δεν είναι το πλεόνασμα που εξάγεται, αν και μπορεί αυτό να ίσχυε αρχικά. Ο μύθος του ξυπόλητου τσαγκάρη είναι πλέον εξίσου αληθινός για τα έθνη, όπως ήταν παλιά για τους τεχνίτες. Αυτό που εξάγουμε είναι το αναγκαίο, επειδή οι εργάτες δεν μπορούν με το μισθό τους να αγοράσουν αυτό που παρήγαγαν και να πληρώσουν επιπλέον το νοίκι και τον τόκο στον καπιταλιστή και τον τραπεζίτη.

Όχι μόνο λοιπόν η συνεχώς αυξανόμενη ανάγκη για άνεση μένει ανικανοποίητη, αλλά συχνά λείπουν ακόμα και τα απολύτως αναγκαία. Υπερπαραγωγή {πλεονασματική παραγωγή} επομένως δεν υπάρχει, τουλάχιστον όχι μ΄ αυτή την έννοια, και δεν είναι παρά μια λέξη εφευρημένη από τους θεωρητικούς της πολιτικής οικονομίας.

Όλοι οι οικονομολόγοι μας λένε πως υπάρχει ένας άριστα εδραιωμένος [bien etablie] οικονομικός “νόμος”: “Ο άνθρωπος παράγει περισσότερο από ό,τι καταναλώνει”. Αφού πάρει όσο χρειάζεται από το προϊόν της εργασίας του, του μένει πάντα περίσσευμα. Μια οικογένεια καλλιεργητών παράγει αρκετά για να θρέψει κάμποσες οικογένειες, και ούτω καθεξής.

Για μας, αυτή η φράση αν και συχνά επαναλαμβάνεται, δεν έχει νόημα [has no sense, est vide de sens] {στερείται νοήματος; αν και πολύ λόγιο}. Αν σήμαινε ότι κάθε γενιά αφήνει κάτι για τις επόμενες γενιές θα ήταν ακριβής. Πράγματι, ένας γεωργός φυτεύει ένα δέντρο που θα ζήσει ίσως τριάντα, σαράντα ή εκατό χρόνια, και τα εγγόνια του θα γεύονται τα φρούτα του. Ή αν καθαρίσει {αποψιλώσει} μερικά εκτάρια {στρέμματα} παρθένας γης, η κληρονομιά των επόμενων γενεών θα έχει αυξηθεί ανάλογα. Δρόμοι, γέφυρες, κανάλια, το σπίτι και η επίπλωσή του, είναι πλούτη που κληροδοτούνται στις επόμενες γενιές.

Αλλά δεν είναι αυτό που εννοείται. Μας λένε ότι ο καλλιεργητής παράγει περισσότερο από όσο χρειάζεται να καταναλώσει. Μάλλον θα έπρεπε να λένε ότι, αφού το κράτος του αφαίρεσε ένα μέρος του εισοδήματός του για τους φόρους, ο παπάς για τη δεκάτη, και ο ιδιοκτήτης για το ενοίκιο, έχει [πλέον] δημιουργηθεί μια καινούρια τάξη ανθρώπων, που πρωτύτερα κατανάλωναν ό,τι παρήγαγαν-εκτός από αυτά που έβαζαν στην άκρη για απρόβλεπτα ατυχήματα, ή για αναδάσωση ή για την κατασκευή δρόμων κτλ.- αλλά που σήμερα ζει πολύ φτωχικά, μεροδούλι-μεροφάι, μια και το περίσσευμα τους έχει αφαιρεθεί από το κράτος, τον γαιοκτήμονα, τον παπά και τον τοκογλύφο.

Εμείς προτιμάμε να λέμε – Ο καλλιεργητής καταναλώνει λιγότερο από ό,τι παράγει, επειδή τον αναγκάζουν να βάζει άχυρα στο στρώμα του και να πουλά τα πούπουλα, να ικανοποιείται με φτηνό κρασί και να πουλά το ακριβό, να τρώει την βρώμη και να πουλά το σιτάρι.

Ας παρατηρήσουμε επίσης ότι αν κάποιος έχει ως σημείο αφετηρίας τις ανάγκες του ατόμου, θα φτάσει αναγκαστικά στον κομμουνισμό, την οργάνωση που μας επιτρέπει να ικανοποιούμε όλες τις ανάγκες με τον πιο πλήρη και οικονομικό τρόπο. Ενώ όταν κάποιος ξεκινά από τη σημερινή μέθοδο παραγωγής, με στόχο το κέρδος και την υπεραξία, αναγκαστικά θα φτάσει στον καπιταλισμό, ή στην καλύτερη περίπτωση στον κολεκτιβισμό, που δεν είναι και οι δύο τίποτε άλλο από μορφές του θεσμού της μισθωτής εργασίας.

Πράγματι, όταν εξετάζει κανείς τις ανάγκες του ατόμου και της κοινωνίας και τα μέσα που έχει επιστρατεύσει ο άνθρωπος για την ικανοποίησή τους, κατά τη διάρκεια των διάφορων φάσεων της ανάπτυξής του, πείθεται για την αναγκαιότητα να συνδυαστούν οι προσπάθειες, και να εγκαταλειφθούν οι κίνδυνοι {τα ρίσκα} {Σ.τ.μ. ouch! this is so bad it physically hearts!} της σημερινής παραγωγής. Γίνεται αντιληπτό επίσης ότι η ιδιοποίηση από λίγους όλου του πλούτου που δεν καταναλώνεται, και η μεταφορά του από τη μια γενιά στην άλλη {Σ.τ.μ. μέσω του θεσμού της κληρονομιάς – Borges: εδώ διαφωνώ, δεν λέει τίποτε για κληρονομιά, αλλά αν θεωρηθεί απαραίτητο, τότε πρέπει να γίνει: … η κληροδότησή του… -N: ήταν επεξηγηματική σημείωση, δεν ενοούσα ότι κάτι τέτοιο υπάρχει στο κείμενο} δεν είναι προς το γενικό συμφέρον. Διαπιστώνει κανείςότι μ’ αυτόν τον τρόπο οι ανάγκες των τριών τετάρτων της κοινωνίας κινδυνεύουν να μείνουν ανικανοποίητες, και ότι η σημερινή σπατάλη ανθρώπινης δύναμης {ίσως: ανθρώπινου δυναμικού -Ν: αυτό “μ’ ακούγεται” καλύτερα} δεν είναι παρά η πιο ανώφελη και η πιο εγκληματική.

Συνειδητοποιεί κανείς τέλος, ότι η πιο επωφελής χρήση όλων των προϊόντων είναι αυτή που ικανοποιεί τις πιο πιεστικές ανάγκες, και ότι η αξία χρήσης τους δεν εξαρτάται από μια απλή ιδιοτροπία, όπως έχει συχνά υποστηριχτεί, αλλά από το πόσο ικανοποιούν πραγματικές ανάγκες.

Ο Κομμουνισμός, δηλαδή μια συνθετική άποψη {προσέγγιση} της κατανάλωσης, της παραγωγής και της [εμπορικής] συναλλαγής και μια οργάνωση που στηρίζει αυτή την συνθετική άποψη, είναι επομένως η λογική συνέπεια αυτής της κατανόησης των πραγμάτων, της μοναδικής, κατά τη γνώμη μας, που είναι πραγματικά επιστημονική.

Μια κοινωνία που θα ικανοποιεί τις ανάγκες όλων και θα ξέρει πως να οργανώνει την παραγωγή, θα πρέπει επίσης να εξαλείψει ορισμένες προκαταλήψεις σχετικά με την βιομηχανία και πρώτα απ’ όλα την θεωρία που συχνά κηρύσσεται από τους οικονομολόγους -τη θεωρία του καταμερισμού της εργασίας- που πρόκειται να εξετάσουμε στο επόμενο κεφάλαιο.

This entry was posted on Friday, August 28th, 2009 at 23:49 and is filed under Uncategorized. You can follow any responses to this entry through the RSS 2.0 feed. Both comments and pings are currently closed.

Comments Off on Η κατάκτηση του ψωμιού Κεφάλαιο 14: Παραγωγή & κατανάλωση

Comments are closed.