Κατά την Ισπανική Επανάσταση του 1936 ο κινηματογράφος και η διασκέδαση κολλεκτιβοποιήθηκαν από τους εργαζομένους. Η CNT και η FAI κατήργησαν την ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής κινηματογραφικών ταινιών. Αμέσως η παραγωγή αυξήθηκε εκπληκτηκά.

Απόδοση από τα Ισπανικά.

Πρωτότυπο κείμενο: http://archivo.cnt.es/Documentos/cineyanarquismo/home.htm

Η κολλεκτιβοποίηση της κινηματογραφικής βιομηχανίας ξεκίνησε το Ιούλη του 1936 και συνεχήστικε μέχρι το Μάη του 1937. Η παραγωγή αυξήθηκε εκπληκτικά και έφτασε τις ενενήντα ταινείες σε ένα χρόνο. Η παραγωγή περιελάμβανε ντοκιμαντέρ, δράματα, κωμωδίες, όλες υψηλής ποιότητας.

Ντοκιμαντέρ που ενημέρωναν το κόσμο για τη κοινωνική επανάσταση και γυρίστηκαν τότε περιλαμβάνουν: το επαναστατηκό κίνημα στη Βαρκελώνη, οι συλλογικότητες της Αραγκόνας, Αγωνίζονται στο Μέτωπο, Αντιφασιστικός Στρατός στην Αραγωνία, οι Αετοί του IAF, Μαδρίτη ο τάφος του φασισμού.

Δυστηχώς μεγάλο μέρος του κινηματογραφικού υλικού χάθηκε, όπως μια σειρά ντοκιμαντέρ με τίτλο Estampas guerreras. Την εποχη εκείνη κατά τη διάρκεια του πολέμου εθνικιστικές ομάδες κατέστρεφαν τα αρνητικά των φιλμ με μανία.

Ένας σημαντικός άνθρωπος για το κολλεκτιβοποιημένο κινηματογράφο της εποχής ήταν ο Armand, σεναριογράφος, ηθοποιός, και σκηνοθέτης από το 1913, άριστος γνώστης της επαναστατικής μεθόδου παραγωγής.

Μια κομμούνα παραγωγής ταινιών είχε εγκατασταθεί και στο Παρίσι και παρήγαγε τη ταινία La Commune. Μόνο το πρώτο μέρος τελείωσε. Το δεύτερο δεν μπόρεσαν να το τελειώσουν λόγω του πολέμου.

Σημαντική ταινία εκείνης της ιστορικής περιόδου ήταν και Ο Αναρχοσυνδικαλιστής.

Ένωση των Γραφικών Τεχνών, των Επικοινωνιών και της ψυχαγωγίας στη Μαδρίτη – CNT / AIT

Στο πρωτότυπο κείμενο υπάρχουν σύνδεσμοι προς περισσότερα κείμενα στα Ισπανικά με περισσότερες πληροφορίες.

archivo.cnt.es/Documentos/cineyanarquismo/home.htm

Comments Off on Η κοινωνικοποίηση του κινηματογράφου στην Ισπανία του 1936 [CNT-AIT]

Μια ταινία που ξεχωρίζει στην ιστορία του αναρχικού σινεμά κατά την Ισπανική Επανάσταση είναι η Κρέα Από Άγρια Ζώα του σκηνοθέτη Armand (τον βλέπουμε στη φωτό).

1936: Μια ιστορική κινηματογραφική ταινεία του αναρχικού κινήματος γυρίζεται, η Κρέας από άγρια ζώα. Το φιλμ παραλίγο να χαθεί, μα αποκαταστάθηκε το 1991-1992 χάρις στις προσπάθειες του Ferran Alberich. Οι φήμες έλεγαν πως η ταινία δεν είχε ολοκληρωθεί ποτέ, μα ένα έγγραφο του σκηνοθέτη Armand αποδικνύει πως αυτό δεν είναι αλήθεια.

Τα γυρίσματα γινόντουσαν, μεταξύ άλλων, και στο κήπο του Retiro. Τα γυρίσματα τα έκανε ο Armand μετά από ημέρες εξουθενωτικής εργασίας.

Οι πρώτες σκηνές γυρίστηκαν στις 16 Ιουλιου 1936. Ο Armand ήταν ο συγγραφέας, ο σκηνοθέτης, και ερμηνευτής της ταινίας. Οι άνθρωποι που ασχολιόντουσαν με τα γυρίσματα σε κάποια στιγμή ενώ δουλεύαν πάνω στη ταινία άκουσαν φήμες για μια φασιστική επίθεση αλλά τόσο πολύ ήταν αποροφημμένοι από τη ταινία που δεν έδωσαν σημασία. Λίγο αργότερα άκουσαν στο ραδιόφωνο ενός γείτονα την επιβαιβέωση της φήμης.

Κυριακή 19 Ιουλίου τα γυρίσματα έχουν μια πρωσωρινή παύση καθώς τους ζητήθηκε να βοηθήσουν. Γίνονται εχθροπραξίες, μεταξύ των οποίων και η Έδρα του Βουνού στη Μαδρίτη, στην οποία φαίνεται να είναι αυτόπτης μάρτυρας.

Ωστόσο η ταινία έπρεπε να συνεχιστεί. Πολλοί άνθρωποι που δουλεύουν γι’αυτή εξαρτώνται από αυτή για την επιβίωσή τους και την επιβίωση των παιδιών τους. Παίρνεται η απόφαση να συνεχίσουν τα γυρίσματα.

Συχνά στα γυρίσματα δεν πήγαιναν όλοι οι ηθοποιοί επειδή πολλοί είχαν μείνει ακόμα στο μέτωπο και πολεμούσαν. Είχαν και άλλα προβλήματα όμως: είχαν λιοντάρια τα οποία θα έπεζαν κι αυτά στη ταινία, αλλά δεν είχαν αρκετό κρέας για να τα ταΐσουν! Ο προπονητής ήταν ο Georges Marck, και μαζί με τον ηθοποιό Marlene Gray ασχολιόνταν με το πρόβλημα. Τελικά η ανοιδιοτελής στοίριξη των συμπολοιτών με τις κουζίνες τους έλυσε το πρόβλημα και τα λιοντάρια τελικά πήραν μέρος στη ταινία με επυτιχία.

Βράδυ μετά από μια μέρα κοπιαστικής εργασίας έφτασε ένας σύντροφος στα μέρη των γυρισμάτων και τους είπε πως μόλις τελειώσει το φιλμ θα ήταν καλό να μεταβούν στο μέτωπο του πολέμου. Η Cotiella με τη βοήθεια της συντρόφου Jerez οργάνωσε μιά ομάδα και η δουλειά πάνω στη ταινία επυταχήνθικε.

Τα γυρίσματα τελικά τελείωσαν. Όσοι Γάλλοι έπερναν μέρος στη ταινία γύρισαν στη Γαλλία, μαζί με τα λιοντάρια. Ο αποχαιρετισμός ήταν συναρπαστικός. Το κύρος των Ισπανών αντιφασιστών στη Μαδρίτη ενισχύθηκε πολύ όταν η ταινία έφτασε στο Παρίσι, καθώς η ταινία έδειχνε την αδελφική αλλυλεγγύη των Ισπανών αναρχικών και αντιφασιστών. Τέτοιες προσπάθειες δίνουν πολύ σημαντικό κύρος στο εξωτερικό για το επαναστατικό κίνημα.

Ο παραγωγός της ταινίας ήταν ο Arturo Carballo με σκηνοθεσία και σεναριογραφία από τον Armand Guerra. Διεύθυνση παραγωγής: Andres Rojas. Φωτογραφία από τον Thomas Duch και ηθοποιοί οι εξής: Pablo Alvarez Rubio, Marlene Gray, Georges Marck, Tina de Jarque, Alfredo Corcuera, αλλά και ο ίδιος ο Armand Guerra.

Γλώσσα της πρωτότυπης ταινίας η Ισπανική. Διάρκεια (της ανασχηματισμένης έκδοσης του 1992): 71 λεπτά.

Σύνοψη του σεναρίου της ταινίας:

Το περιβάλλον της ταινοίας είναι η διασκέδαση. Ο Paul αφηγείται την ιστορία ενός πυγμάχου (μποξέρ) που είναι ερωτευμένος με την γυναίκα του Aurora, μια τραγουδίστρια καμπαρέ, και έχουν μια εξωσυζηγική σχέση. Γίνεται διαζύγιο και ο πυγμάχος πέφτει σε κατάθλιψη και χάνει ένα αγώνα πυγμαχίας (μποξ). Αργότερα προτείνεται γάμος, μα δεν συμφωνεί. Γϊνεται επίθεση, και αποδικνύεται πως ο δράστης της επίθεσης ήταν υπάλληλος του θηριοδαμαστή λόγω ζήλιας. Στο τέλος όλα τελειώνουν καλά.

(((όποια/όποιος ξέρει καλύτερα ισπανικά ας βοηθήσει!)))

archivo.cnt.es/Documentos/cineyanarquismo/carne_fieras.htm

Comments Off on Κρέας από άγρια ζώα: αναρχικό ισπανικό σινεμά [CNT]

Οι εργαζόμενοι της κινηματογραφικής βιομηχανίας της Ισπανίας πήραν τα μέσα παραγωγής στα χέρια τους το 1936 και έκτοτε η παραγωγή αυξήθηκε και έγινε ποιοτικότερη. Η εμπειρία του αναρχισμού στο κινηματογράφο ήταν μοναδική.

Στις 23 Ιουλίου του 1936 οι εργαζόμενοι της Βαρκελώνης συγκροτούνται και κολλεκτιβοποιούν τη βιομηχανία δημόσιου θεάματος: κινηματογράφος, θέατρο, μουσική…

Πραγματώνουν την έννοια του ελευθεριακού κομμουνισμού και συνασπίζονται στο συνέδριο της CNT στη Σαραγόσα τον Μάιο του 1936.

Η ιδιωτική ιδιοκτησία καταργείται, το κράτος εξαφανίζεται, και με αυτό εξαφανίζεται και ο χωρισμός των ανθρώπων σε εκμεταλευτές και εκμεταλευόμενους, σε άρχοντες και σε σκλάβους. Το αποτέλεσμα αυτής της κοινωνικής επανάστασης στις τέχνες του θεάματος ήταν ένα νέο θέατρο, μια νέα μουσική, ένας νέος κινηματογράφος.

Η παραγωγή ταινιών αυξάνεται εκπληκτικά, η ποιότητα είναι υψηλότερη, και η πολυφωνία βρίσκει έκφραση. Η βιομηχανία της ψυχαγωγίας βρίσκεται πλέον στα χέρια των εργαζομένων, των καλλιτεχνών, των τεχνικών, και όσων ασχολούνται με το σχεδιασμό, τη παραγωγή, τη διανομή, και τη προβολή των ταινιών και των άλλων παραγωγών του θεάματος. Παρέχονται θέσεις απασχόλησης και διέξοδο στην ελεύθερη δημιουργική έκφραση. Ενώ στο παρελθόν οι εργαζόμενοι γνώριζαν μόνο ανυσηχία και ανασφάλεια, μετά τη κολλεκτιβοποίηση όλοι έχουν θέσεις εργασίας. Υπάρχουν δέκα χιλιάδες εργαζόμενοι στη βιομηχανία του θεάματος!

Η κολλεκτιβοποιημένη κινηματογραφική βιομηχανία οργανώθηκε στην αναρχοσυνδικαλιστική εταιρεία παραγωγής SIE Films. Άλλες αναρχικές ομάδες, όπως η FAI, το AIT, η SIA, δημιούργησαν τις δικιές τους οργανώσεις παραγωγής.

Από την ένωση συνδικάτων της Μαδρίτης δημιουργούνται δύο νέες οργανώσεις παραγωγής ταινιών: η Spartacus και η FRIEP Films. Στη Βαρκελώνη το CNT καταφέρνει και παίρνει υπό τον έλεγχό του και διαχειρίζεται τα Estudios Orphea και το Trilla. Στη Μαδρίτη το συνδικάτο χρησιμοποιεί τις εγκαταστάσης της Ballesteros και της CEA.

Κατά την περίοδο από τον Αύγουστο του 1936 ως τον Ιούνη του 1937 βγαίνουν 84 κινηματογραφικοί τίτλοι από τους αναρχοσυνδικαλιστές. Σε ένα τόσο σύντομο χρονικό διάστημα καμιά άλλη ομάδα δεν έχει καταφέρει να παράγει τόση φιλμογραφία. 60 ταινίες παράγωνται στη Βαρκελώνη και 24 στη Μαδρίτη, η οποία αντιπροσωπεύει περίπου το ένα τρίτο του συνολικού αριθμού που παράχθηκε στη ζώνη των ρεπουμπλικάνων κατά τα έτη 1936 έως 1939. Η μετέπειτα αναρχική παραγωγή ταινιών πληχθηκε σοβαρά μετά τη καταστολή που εξαπέλυσαν εναντίων της CNT και της FAI τα κόμματα και τα συνδικάτα που ελέγχονταν από τους μαρξιστο-σταλινικούς στα γεγονότα του Μαϊου του 1937.

Η κινηματογραφική τέχνη απέκτησε νέες μορφές και ανανεωμένο λόγο αφού ελευθερώθηκε από την ομογενοποιημένη κουλτούρα που με τρομοκρατία συντηρούσε το καπιταλιστικό κράτος της αστικής τάξης.

Η ταινία Dawn of Hope του Sau Antonio αποτελεί προηγούμενο για αυτό που μετέπειτα έγινε γνωστό ως Ευρωπαϊκός νεο-ρεαλισμός. Γυρισμένη το 1937 με παραγωγή της SIE Films, θεωρείται από τους κριτικούς μία από τις σημαντικότερες ταινίες και ιστορική στιγμή των εκατό χρόνων του ισπανικού κινηματογράφου.

Η ταινία διηγείται τη πραγματικότητα που περιβάλλει έναν εργαζόμενο στη Βαρκελώνη όταν κλείνει το εργοστάσιο που εργαζόταν και μετά από περιπέτειες και κακουχίες αναπτύσσει σχέσεις με συμμαθητές που έχουν αρχίσει να οργανώνονται και να πηγαίνουν στη Πορεία της Πείνας προς τη προτεύουσα.

Η ταινία Aurora de Esperanza είναι αναμφίβολα ένα απο τα μεγάλα κοσμήματα τέχνης και συλλογικό αποτέλεσμα του φαινομένου της κολλεκτιβοποίησης που εφαρμόζει η CNT, μετά το ξέσπασμα της επανάστασης στις 19 Ιούλη του 1936.

Antonio Artero

Απόδοση από το Ισπανικό πρωτότυπο: http://archivo.cnt.es/Documentos/cineyanarquismo/anarq_cine_unic.htm

Στην εικόνα βλέπουμε γραφικό υλικό για την Aurora de Esperanza.

archivo.cnt.es/Documentos/cineyanarquismo/anarq_cine_unic.htm

Comments Off on Ο αναρχισμός στο κινηματογράφο: μια μοναδική εμπειρία! [CNT-AIT]

Ο Armand Guerra ήταν ένας αναρχικός που αφιέρωσε τη ζωή του στο κινηματογράφο και την Ισπανική Επανάσταση. Μικρός ήταν ιεροψάλτης σε εκκλησία, μα μόλις κατάλαβε καλά τους παπάδες τους παράτησε και δε ξαναπάτησε ποτέ σε εκκλησία. Έγινε δημοσιογράφος, σκηνοθέτης, ηθοποιός, παραγωγός, μα πολλά από αυτά που ήθελε να κάνει δεν τα ολοκλήρωσε λόγω φτώχειας. Αυτά που μας άφησε πάντως θεωρούνται εξαιρετικά έργα.

Γεννήθηκε ως José M Estíbalis Calvo στη Βαλένσια το Γενάρη του 1886 και έγινε γνωστός ως Armand Guerra.

Η οικογένειά του δεν γνωρίζει τους γονείς του ή τη προέλευσή του, το μόνο που ξέρουν είναι οτι είχε έναν μικρότερο αδελφό, τον Vicente. Εργάστηκαν μαζί για κάποιο χρονικό διάστημα, μέχρι που πριν την Ισπανική Επανάσταση ο Vicente πήγε στις ΗΠΑ και απο εκεί στο Μεξικό. Έκτοτε δεν ξανάκουσαν ποτέ για αυτόν.

Τα νεανικά του χρόνια ο Armand τα πέρασε με ιερείς και μοναχούς. Ήταν ψάλτης στην εκκλησία του Αγίου Νικόλα της Βαλένσιας, και έκανε και μαθήματα εκεί. Πίστευε τότε σε όλα τα μυστήρια της θρησκείας και σε έναν πανίσχυρο Θεό. Αργότερα, αισθάνθηκε αηδία από τη στάση των εκπροσώπων της Εκκλησίας κι έτσι εγκατέλειψε τα πάντα και αφιερώθηκε στη δημοσιογραφία και το θέατρο, και δεν ξαναπάτησε ποτέ σε εκκλησία.

Μετά για πολλά χρόνια δεν ξέρουμε τι έκανε.

Το 1913 ήταν στο Παρίσι και ασχολήθηκε με τις κηνιματογραφικές ταινίες Les miséres de l’aiguille (με πρωταγωνιστή τον Musidora), Un cri dans la jungle, Le vieux docker, La Commune I (με κονδύλια από το συναιτερισμό Le Cinéma du People, Το Σινεμά των Ανθρώπων, όπου εργαζόταν).

Το 1917 έγινε η Ρωσική Επανάσταση και πήραν την εξουσία οι Μπολσεβίκοι. Εκείνη τη χρονιά, ή ίσως δυο χρόνια πριν ή μετά, υπάρχει πιθανότητα να ήταν εκεί, μα δεν υπάρχει κάποιο έγγραφο. Πάντως ο Armand σίγουρα μιλούσε πολύ καλά ρώσικα.

Από το 1919 ή το 1920 μέχρι το 1923 ο Armand γράφει πως είναι νέος και ενθουσιώδης για το επάγγελμά του. Ταξιδεύει σε όλη την Ευρώπη και μέρος της Μικράς Ασίας (στη Τουρκία έκανε ένα ντοκιμαντέρ), αλλά και στη Βόρεια Αφρική. Εργάστηκε σε πολλές χώρες.

Από το 1920 ή το 1923 μέχρι το 1932 ήταν στη Γερμανία. Έκανε έργα για το στούντιο UFA στο Βερολίνο (Babelsberg). Κάνει όλες τις δουλειές που έχει μια ταινία: ροτουλαντόρας, μεταγλώττιση, σκηνοθέτης, παραγωγός, σεναριογράφος, ηθοποιός. Το 1925, στις αρχές της δεκαετίας των talkies, έκανε δοκιμές στη Βαλένσια και το 1926 έφτιαξε ντοκιμαντέρ με ήχο. Έζησε στο Βερολίνο δώδεκα χρόνια μα πάντα πήγαινε και στην Ισπανία να δει την οικογένειά του. Το 1932 φεύγει από τη Γερμανία και επιστρέφει πίσω στη Μαδρίτη λόγω της νέας φασιστικής νομοθεσίας που πέρασε ο Χίτλερ.

Το 1932 παντρεύεται με την Isabel Anglada Sovelino που γεννήθηκε στη Μαδρίτη στις 5 Μάρτη 1902.

Το 1934 στις 21 Μάρτη γεννήθηκε η κόρη τους, Vicenta.

Από το 1932 ως το 1935 ο Armand Guerra μαζί με τον αδελφό του Vicente εργάζονται για το Cine Popular Español (Ισπανικός Λαϊκός Κινηματογράφος). Προσπάθησε να ανοίξει ένα στούντιο παραγωγής ταινιών στη Βαλένσια και τη Μαδρίτη, μα απέτυχε λόγω έλλειψης χρημάτων.

Στις 16 Ιουλίου του 1936 αρχίζει να δημιουργεί τη ταινία Carne de fieras (Κρέας από άγρια ζώα) στη Μαδρίτη (δείτε περιγραφή της ταινίας στο Indymedia Αθήνας: http://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=1019470 ). Το φασιστικό πραξικόπημα είχε μόλις αρχίσει. Ως αναρχικός απο ιδεολογική άποψη, ο Armand Guerra συνεργάστηκε στο πόλεμο με το CNT-FAI. Συχνά άφηνε τα γυρίσματα της ταινίας μισοτελειωμένα για να συμμετάσχει στο μέτωπο. Όπλα του όμως ήταν και η πένα, ως δημοσιογράφος, και η κάμερα, ως σκηνοθέτης.

Στις 18 Ιουλίου του 1936 γράφει το βιβλίο A través de la metralla, όπου ο Armand Guerra εξιστορεί τη πραγματικότητα του πολέμου, κομμάτια του οποίο εμφανίζονται σε ένα περιοδικό, και ολόκληρο το βιβλίο τυπώνεται από τον εκδότη Guerri στη Βαλένσια και διανέμεται σε όλη την Ιβηρία. Υπάρχουν ακόμη μερικά αντίτυπα στην Ισπανία, μα είναι σπάνια, και υπάρχουν μόνο μερικές φωτοτυπίες των εφημερίδων της εποχής που αναφέρονταν σε αυτό. Σύμφωνα με το Διευθυντή της Βιβλιοθήκης του Πανεπιστημίου της Βαλένσιας, οι εκδότες αυτού του βιβλίου ήταν αναρχικοί που είχαν τα δικά τους εργαστήρια και πιεστήρια στη Βαλένσια.

Στις 27 Σεπτέμβρη του 1936 αρχίζει τη πρώτη του μεγάλη ταινία που θα αποτελέσει ένα έπος για το επαναστατικό κίνημα, που αργότερα έγινε το έργο Estampas guerreras, αλλά σήμερα έχει χαθεί.

Το 1937 ήδη γινόνταν βομβιστικές επιθέσεις φασιστών στη Μαδρίτη κι έτσι η οικογένεια του Armand αναγκάζεται να φύγει. Στις 19 Νοέμβρη φτάνουν στο Παρίσι με διαβατήριο από τη Βαλένσια.

Από το Νοέμβρη μέχρι το Φλεβάρη του 1939 ο Armand είχε χωριστεί από την οικογένειά του, η οποία ήταν στο Παρίσι. Δεν πήγαινε ποτέ να τους δει, για να μην τους βάλει σε κίνδυνο, καθώς πάντα προστάτευε την οικογένειά του. Πιστεύεται πως ο Armand ήταν στη Βαλένσια όλο αυτό το διάστημα. Τελικά το Φλεβάρη του 1939 επέστρεψε στο Παρίσι να δει την οικογένειά του, χωρίς χαρτιά, και γκρεμίστηκε κάτω άρρωστος. Όταν ξανασηκώθηκε, πέθανε ξαφνικά από εγκεφαλικό στις 10 Μάρτη του 1939, σε ηλικία 53 ετών. Η κόρη του, η Vicenta, ήταν πέντε ετών.

Vicenta Estíbalis

το κομμάτι για το συναιτερισμό Uccea θα μεταφραστεί λίαν συντόμως…

archivo.cnt.es/Documentos/cineyanarquismo/armand_guerra.htm

Comments Off on Armand Guerra: Ένας αναρχικός σκηνοθέτης [CNT]

Γράμμα του αναρχικού ισπανού σκηνοθέτη Armand Guerra προς περιοδικό της εποχής όπου περιγράφει πως ξεκίνησε μια αναρχική κουπερατίβα παραγωγής ταινιών.

Κάτι για το συνεταιρισμό Uccea – (Popular Film, 28/03/35)

Σε ένα ενδιαφέρον άρθρο του Popular Film, τεύχος 447, που εκδόθηκε στις 14 Μαρτίου 1935, με τίτλο Elogio de la cooperación (Ο έπαινος της συνεργασίας) και υπογράφεται από τον V. Gómez de Enterría. Ο συγγραφέας μου κάνει τη τιμή να αναφέρεται σε παλιότερο άρθρο μου στο περιοδικό που δημοσιεύτηκε πριν μερικά χρόνια. Ευχαριστώ πραγματικά, και αυτό μου δείχνει πως υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που ακολουθούν κάτι που δείξαμε στη ισπανική ταινία μας confraternidad (αδελφότητα).

Θα ήθελα να δημοσιευτεί αυτό στο περιοδικό, ελπίζοντας να έχω τύχη ανάμεσα στις πολυδιαβασμένες στήλες και τις σελίδες που δεν είναι φτιαγμένες για να εξυπηρετούν τη πεζογραφία μου, έστω και σε μια μικρή γωνία του περιοδικού.

Πρώτον, θα ήθελα να εκφράσω τα συγχαρητήριά μου στον Κ. V. Gómez de Enterría για τον ενθουσιασμό του στην ενθάρρυνση της Uccea, την ύπαρξη της οποίας μάλλον θα γνώριζε λόγω του άρθρου μου misantropía cinematográfica (μισανθρωπικός κινηματογράφος).

Η ίδρυση του συναιτερισμού μου στο Παρίσι, που ο συνάδελφος αναφέρεται σε αυτόν, και είχε την άδεια από το Le Cinéma du Peuple, δεν ήταν μακριά από το obra de titanes (το έργο των τιτάνων). Το θέμα ήταν πως λόγω των ιδιομορφιών της γεωφραφίας, το Παρίσι δεν ήταν μέρος της ισπανικής επικράτειας, και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να λάβει το ισπανικό στοιχείο. Είναι πραγματικά μια ευκαιρία για την ανάπτυξη πρωτοβουλιών.

Μετά την επιτυχία που είχα – επιτρέψτε μου να κάνω κουρέλι τη μετριοφροσύνη μου! – Ο μόνος ηθοποιός, σκηνοθέτης, και σεναριογράφος που εξυπηρετούσε την Ισπανία το 1913 στο Παρίσι, με τη δική μου ταινία Un grito en la selva με σκηνοθεσία και πρωταγωνιστή τον εαυτό μου, πήγα να καλωσορίσω τον Bidamant, τότε γραμματέα της Ένωσης Συνδικαλιστικών Οργανώσεων της Γαλλίας, και μου μίλησε για τη σκοπιμότητα των γυρισμάτων ταινιών κοινωνικού ενδιαφέροντος, για την αντιμετώπιση της αστικής ανοησίας οτι οι μεγαλοεκδότες εξυπηρετούν το κοινωνικό σύνολο. Έψαχνα τρόπους ανανέωσης του κινηματογράφου – και ιδού! – Μου πρότεινε να θεσπιστεί ένας συναιτερισμός της εργατικής τάξης, με θέμα το ημερομίσθιο των 25 φράγκων.

Αγνοήστε τις λεπτομέρειες της οργάνωσης και την ανάπτυξη του καταστατικού, το γράμμα μου δεν είναι για αυτά. Το ενδιαφέρον είναι οτι, δύο μήνες μετά τη συνομιλία μας, εγώ είμουν ήδη στα εργαστήρια Lux Film στο Παρίσι (bulevar Jourdan), στα γυρίσματα της πρώτης ταινίας της Cooperativa Le Cinéma du Peuple, με μετοχικό κεφάλαιο 500.000 φράγκα πλήρως καταβληθέν (20.000 μετοχές από 25 φράγκα). Θα πρέπει να προσθέσω οτι οι μέτοχοι ήταν οι εργαζόμενοι.

Η πρώτη ταινία την οποία είχα τη τιμή να ξεκινήσω με πρωταγωνιστή την Musidora ήταν η Les miséres de l’aiguille. Αυτή ακολουθήθηκε από την Le vieux docker (Ο λιμενεργάτης). Ως σύμβουλος ασχολιόμουν και με την ιστορική ακρίβεια των ταινιών κι έτσι είχα τα λογοτεχνήματα του μεγάλου Γάλλου λογοτέχνη Lucien Descaves.

Όλες οι ταινίες της κουπερατίβας, συμπεριλαμβανομένης της La Commune (Η Κομμούνα), έγιναν δεκτές με ιδιαίτερο ενθουσιασμό από όλους, και ήταν διπλή επιτυχία: τέχνης και εμπορίου, καθώς είχαν και εμπορική επιτυχία ακόμα και σε άτομα ανεξαρτήτως ιδεολογίας. Ήδη είχε ολοκληρωθεί το σενάριο για το δεύτερο μέρος, όταν ο ευρωπαϊκός πόλεμος έφερε τη καταστροφή στη κουπερατίβα. Οι εθνικιστικές ομάδες έκαψαν τα αρνητικά των φιλμ. Έκτοτε επισκέφτηκα σχεδόν όλα τα κράτη της Ευρώπης και μέρος της Μικράς Ασίας και της Αφρικής, και εργάστηκα σε πολλές χώρες. Αλλά ποτέ δεν βρήκα την ευκαιρία να οργανώσω σε συνεργασία με άλλους κάτι παρόμοιο με αυτό που είχαμε κάνει στο Παρίσι.

Το 1925 εργάστηκα στο Βερολίνο πάνω στις πρώτες δοκιμές ομιλούντων ταινιών με ήχο, τις οποίες παρουσίασα στη Βαλένσια στις αρχές του Μάη του 1926. Δώδεκα χρόνια έμεινα στη Γερμανική πρωτεύουσα έως ότου έφυγα όταν οι νέοι νόμοι που πέρασε ο Χίτλερ με ανάγκασαν να επιστρέψω στην Ισπανία, καθώς πλέον στη Γερμανία δεν είχα κανένα δικαίωμα ως αλλοδαπός να πιάσω οποιαδήποτε δουλειά.

Και είμαι τώρα εδώ, στην όμορφη γη μας, όπου οι ισπανόφονες παραγωγές γίνονται από λίγα άτομα με πολύ θέληση, ενώ προσπαθώ να φέρω εδώ τις τεράστια ανάπτυξη που υπήρχε εκεί στις ψυχρές περιοχές της Βόρειας Ευρώπης.

Δεν θέλω να τελειώσω το γράμμα μου χωρίς να πω πως όλα τα είδη ισπανικών συνεταιριστικών επιχειρήσεων ανέλαβαν και εκπλήρωσαν τεράστιο έργο.

Armand Guerra

Βαλένσια, 22 Μάρτη 1935

archivo.cnt.es/Documentos/cineyanarquismo/armand_guerra.htm

Comments Off on Κάτι για το συνεταιρισμό Uccea [CNT]

Στη Στουτγάρδη της Γερμανίας έχει ιδρυθεί ελεύθερο σχολείο όπου τα παιδιά μαθαίνουν δίχως εξουσιαστικές δόμες ή εξαναγκασμό. Η επανάσταση ξεκινά από την εκπαίδευση!

Φανταστείτε… ένα άλλο σχολείο είναι εφικτό!

Το ελεύθερο ενεργό σχολείο της στουργάρδης (Freie Aktive Schule Stuttgart) ακολουθεί τη φιλοσοφία οτι:

“Είναι θαύμα πως η περιέργεια έχει διασωθεί ακόμα στα παιδιά που μεγαλώνουν με τις σύγχρονες μεθόδους διδασκαλίας. Ευτυχώς η περιέργεια δεν έχει ακόμα κατασταλεί εντελώς. Τα παιδιά χρειάζονται την ελευθερία για να μάθουν. Δίχως αυτή δεν γίνεται τίποτα.”
Άλμπερτ Αϊνστάιν

Τον Σεπτέμβρη του 2002 άρχισαν οι διαδικασίες ίδρυσης του ελεύθερου ενεργού σχολείου της Στουτγάρδης σε ιδιόκτητο κτήριο αφού ξεπεράστηκαν διάφορα εμπόδια για να γίνει δημοτικό σχολείο. Τελικά άνοιξε τις πόρτες του το Σεπτέμβρη του 2006. Σε αυτό σπουδάζουν παιδιά μέχρι και την δέκατη τάξη.

Το σχολείο ιδρύθηκε από οχτώ οικογένειες που αναζητούσαν νέες παιδαγωγικές ιδέες και ήθελαν να επιτρέψουν στα παιδιά να ρυθμίσουν μόνα τους τη μάθησή τους.

Η Maria Montessori συναντήθηκε με τους Ehepaar Rebeca και Mauricio Wild που εδώ και 28 χρόνια λειτουργούσαν ένα ελεύθερο σχολείο στον Ισημερινό (νότια αμερική), κι έτσι επιβαιβέωσε πως οι νέες εκπαιδευτικές ιδέες μπορούν πράγματι να εφαρμοστούν.

Το πιο σημαντικό άτομο σε ένα σχολείο είναι το παιδί, μα και ο γονιός είναι επίσης σημαντικός. Πρέπει πρώτα ο γονιός, για να στείλει το παιδί του σε ελεύθερο σχολείο, να αποφασίσει πως είναι σημαντικό να μπορεί το παιδί να ακολουθήσει το δικό του μοντέλο μάθησης.

Τα παιδιά θέλουν να μάθουν, γιατί η μάθηση είναι κάτι το φυσικό. Αν η μάθηση γίνεται σύμφωνα με τη θέληση και την ιδιοσυγκρασία του παιδιού τότε το παιδί μεγαλώνει και μαθαίνει δίχως διατταραχές. Δεν υπάρχει ανάγκη εξαναγκασμού για κάτι που όλα τα παιδιά νοιώθουν φυσική ανάγκη να κάνουν – να μάθουν! Αρκεί να υπάρχει η κατάλληλη υποστήριξη.

Κάθε άτομο είναι ελεύθερο και θέλει να γίνει σεβαστό ως ελεύθερο άτομο από τους άλλους. Έτσι και τα παιδιά, μπορούν να μάθουν μέσα σε μια κοινότητα που τα σέβεται ως ελεύθερα άτομα και δεν τα εξαναγκάζει σε τίποτα. Έτσι μεγαλώνουν και μαθαίνουν να σέβονται και την ελευθερία των άλλων. Η εμπειρία της συμμετοχής σε μια ομάδα είναι πολύ σημαντικό στοιχείο της ελεύθερης εκπαίδευσης, καθώς και η εμπειρία πως το να κάνεις λάθος είναι επιτρεπτό. Η μάθηση είναι διασκεδαστική και απότερος σκοπός είναι η εμπειρία και όχι η παπαγαλία.

“Ο στόχος της εκπαίδευσης δεν πρέπει να είναι να γεμίζει το μυαλό του παιδιού με στεγνές πληροφορίες μα να δημιουργεί το ίδιο το παιδί ευκαιρίες μάθησης και να ανακαλύψει τους άλλους ανθρώπους και να είναι σε θέση να κάνει καινούργια πράγματα” – Jean Piaget Ελβετός ψυχολόγος 1896-1980

Στο ελεύθερο ενεργό σχολείο της στουτγάρδης (FAS) η εκμάθηση είναι μια αυτο-διαδικασία ανάπτηξης. Το παιδί λέει “βοηθήστε με να το κάνω μόνος μου”. Βοηθάμε το παιδί να καταστρώσει ένα εσωτερικό σχέδιο αυτο-ανάπτυξης σύμφωνα με τη θέλησή του και τη φυσική του τάση για μάθηση.

Στο σχολείο FAS τα παιδιά μαθαίνουν με τον δικό τους ρυθμό και χρησιμοποιούν τα υλικά και την υποστήριξη του σχολείου σύμφωνα με τη πρωσοπικότητά τους. Η μάθηση είναι ενεργή, γίνεται μέσα από δραστηριότητες και χρεισιμοποιούντε και οι πέντε αισθήσεις. Υπάρχουν δωρεάν παιχνίδια και γίνεται ομαδική εργασία. Τα παιδιά έχουν δημοκρατική συμμετοχή μέσα στη σχολική ζωή. Επίσης τα παιδιά που έχουν μάθει κάτι μπορούν να βοηθήσουν και τα υπόλοιπα να το μάθουν, κι έτσι το παιδί συχνά μαθαίνει από τα άλλα παιδιά. Τα παιδιά με ειδικές ανάγκες υποστηρίζονται καταλλήλως και γίνεται πλήρης ενσωμάτωσή τους στη σχολική κοινότητα.

Οι βαθμοί στο σχολείο FAS δεν είναι αριθμοί. Δεν υπάρχουν βαθμοί με την εξουσιαστική έννοια της λέξης. Υπάρχουν πιστοποιητικά και γραπτές εκθέσεις. Υπάρχουν και κοινές συνεδριάσεις-συνελεύσεις δασκάλων, παιδιών, γονιών.

Η εκπαίδευση στο σχολείο περιλαμβάνει και οικολογική εργασία, καθώς και δραστηριότητες που βοηθούν τα παιδιά να καταλάβουν όλους τους ανθρώπους ανεξαρτήτως θρησκεύματος ή άλλων χαρακτηριστικών κουλτούρας.

“Τα παδιά μαθαίνουν όλη την ώρα σα τρελά, μέχρι να πάνε σχολείο” – Jean Liedloff

www.fas-stuttgart.de/

Comments Off on Το ελεύθερο ενεργό σχολείο της Στουτγάρδης

H Aτυπη FAI και οι πρόσφατες διώξεις στην Ιταλία

Στις 22 Οκτώβρη 2007 συνελήφθηκαν 4 άτομα στην Περούτζια ως μέλη της εξεγερσιακής αναρχικής FAI (informale)

Τα ονόματα των συλληφθέντων είναι:

Michele Fabiani, 20 ετών, Andrea Di Nucci, 20 ετών, Dario Polinori, 21 ετών, Damiano Corrias, 25 ετών, και Fabrizio Reali Roscini, 42 ετών.

Σύμφωνα με τα ιταλικά ΜΜΕ “συνδέονται” με την FAI (informale), την άτυπη Ομοσπονδία Αναρχικών, και κατηγορούνται βάσει του νόμου 270β (περί τρομοκρατίας) του ιταλικού ποινικού κώδικα, ως “ένωση με διεθνή ή εγχώρια τρομοκρατική δράση με σκοπό την ανατροπή της δημοκρατικής τάξης”.

Με αφορμή τις τελευταίες συλλήψεις παραθέτουμε λίγα στοιχεία για την FAI (informale) και τις κατασταλτικές κινήσεις του ιταλικού κράτους.

* Για τις προηγούμενες διώξεις εξεγερσιακών αναρχικών στην Ιταλία: http://www.archiv.abc-berlin.net/entfesselt/italien/repression_in_italy_en.pdf (μπροσούρα του αναρχικού μαύρου σταυρού Βερολίνου – ABC Berlin)

* Για τις διώξεις του 1996 (στα ελληνικά): http://www.geocities.com/anarcores/weir.html

* Ένας απολογισμός για τα 4 χρόνια δράσης της FAI (informale) http://www.325collective.com/FAI.pdf

* Γράμμα του Gabriel Pombo da Silva (κρατούμενου στο Aachen) http://www.325collective.com/autonomy_letter-gabriel-fai.html

* The finger and the moon (για την επιχειρηση Θερβάντες) http://www.325collective.com/social-control_finger_moon.html

* Ένα αρχείο των προκηρύξεων της FAI (informale) http://apa.online.free.fr/article.php3?id_article=243

* Ανοιχτή επιστολή στο αναρχικό/αντιεξουσιαστικό κίνημα http://italy.indymedia.org/news/2003/12/452964.php

Απαραίτητη σημείωση: η FAI (Federazione Anarchista Informale) ουδεμία σχέση έχει με τους αναρχοσυνδικαλιστές/αναρχοκομμουνιστές της FAI (Federazione Anarchica Italiana) όπως ουδεμία σχέση έχει με το ιταλικό ταχυδρομικό ταμιευτήριο (επίσης FAI). Πιο συγκεκριμένα οι γραφειοκράτες της FAI κατηγορούν ως πράκτορες/προβοκάτορες τους συμμετέχοντες στην FAI (informale), με ανακοινώσεις και συνεντεύξεις τους σε καθεστωτικά ΜΜΕ. Η άτυπη FAI είναι ένα ανοιχτό, αποκεντρωμένο δίκτυο ατόμων και ομάδων που εφαρμόζουν την άμεση δράση και το σαμποτάζ ενάντια στο κράτος και το κεφάλαιο.

Πως ξεκίνησαν όλα:

Οκτώβρης 1999: Αποστολή εκρηκτικού μηχανισμού στην ελληνική πρεσβεία και στο εμπορικό επιμελητήριο της Μαδρίτης και σε ένα υποκατάστημα της City Bank στη Βαρκελώνη, στην Ισπανία. Εκρηκτικοί μηχανισμοί στο ελληνικό γραφείου τουρισμού και σε στρατόπεδο των carabinieri (ιταλική στρατιωτική αστυνομία) στο Μιλάνο, για λογαριασμό της Διεθνούς Αλληλεγγύης, σε υποστήριξη του αναρχικού Ν. Μαζιώτη που συνελήφθη στην Αθήνα.

22 Απριλίου 2000: εκρηκτικός μηχανισμός στέλνεται σε δημοσιογράφο της Razon στην Μαδρίτη σε αλληλεγγύη με τους κρατουμένους των FIES.

25 Ιουνίου 2000: Εμπρηστικός μηχανισμός τοποθετείται στην εκκλησία του San Ambrogio στο Μιλάνο από τη Διεθνή Αλληλεγγύη, σε υποστήριξη των κρατουμένων στα FIES.

7 Ιουνίου 2000: Δυο εκρηκτικοί μηχανισμοί στέλνονται στα δικαστήρια της Βαλένθια στην Ισπανία από τη Διεθνή Αλληλεγγύη σε υποστήριξη των κρατουμένων στα FIES.

18 Δεκεμβρίου 2000: Δυναμίτης στον καθεδρικό του Μιλάνου. Δράση της Διεθνούς Αλληλεγγύης σε υποστήριξη των κρατουμένων στα FIES.

Ιούλης 2001. Εκρηκτικοί κι εμπρηστικοί μηχανισμοί στέλνονται στους Carabinieri (ένας εκ των οποίων τραυματίζεται) και στον νομάρχη της Γένουας, στο κανάλι TG4 και στον Leoncavallo (ενα δέμα γεμάτο σκατά σκυλιού) στο Μιλάνο, σε ένα κατάστημα της Benetton στο Ponzano Veneto και στην ένωση αστυνομικών της Βαρκελώνης. Μια βόμβα σε ποδήλατο για την αστυνομία της Μπολόνια. Την ευθύνη για όλες τις ενέργειες αναλαμβάνει η «Συνεργασία Πυρός και Τεχνουργημάτων (Περιστασιακά Θεαματική)» ενάντια στη σύνοδο των G8 στη Γένουα.

25 Φεβρουαρίου 2001: Μηχανάκι-Βόμβα εκρήγνυται στα αρχηγεία της αστυνομίας στην μνήμη του Carlo Giuliani κι ενός νεαρού Roma που δολοφόνησαν οι μπάτσοι σε μπλόκο.

10 Δεκεμβρίου 2002: Έκρηξη δυο βομβών έξω από το αρχηγείο της αστυνομίας στη Γένουα. Ανάληψη ευθύνης από την Ταξιαρχία 20 Ιούλη, στην μνήμη του Carlo Giuliani κι ενάντια στην αστυνομική βία.

Δεκέμβρης 2002: Πέντε εκρηκτικοί μηχανισμοί στέλνονται στα γραφεία της Iberia, El Pais, RAI στην Ρώμη και TG5 στο Μιλάνο, σε αλληλεγγύη με τους κρατουμένους στα FIES. Ανάληψη ευθύνης από τους πυρήνες ενάντια στο κεφάλαιο, το κράτος και τα κελιά τους (CCCCC).

17 Ιουνίου 2003: Μια βόμβα εξουδετερώνεται έξω από το ινστιτούτο Θερβάντες στη Ρώμη, σταλμένη από τους CCCCC και πάλι.

8 Οκτωβρίου 2003: Έκρηξη βόμβας έξω από τα γραφεία της Iberia στη Ρώμη από τους Ένοπλους Πυρήνες για τη Διεθνή Αλληλεγγύη, σε υποστήριξη των αγωνιζόμενων ενάντια στο καθεστώς FIES.

Σχηματισμός της FAI (informale)

21 Δεκέμβρη 2003: Δυο βόμβες έξω από το σπίτι του Prodi, προέδρου του Ε.Ε. Λίγες μέρες μετά, το γουρούνι θα δεχτεί κι έναν εμπρηστικό μηχανισμό. Τις επόμενες μέρες, ακολουθεί μπαράζ εναντίον κτιρίων θεσμών της Ε.Ε: η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η Eurojust, τα κεντρικά γραφεία του Ευρωπαϊκού Λαικού Κόμματος και τα γραφεία ενός βουλευτή του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος. Γέννηση της FAI.

30 Μαρτίου 2004: Δυο βόμβες εκρήγνυνται εναντίον του αστυνομικού μεγάρου της Sturla (στη Γένουα). Ανάληψη ευθύνης από την Ταξιαρχία 20 Ιούλη.

2 Απριλίου 2004: Αποστολή εκρηκτικών δεμάτων σε μάνατζερς της DAP από την FAI/Ένοπλοι Πυρήνες για τη Διεθνή Αλληλεγγύη.

29 Οκτωβρίου 2004: Έκρηξη βόμβας εναντίον γραφείων της Manpower στο Μιλάνο. Ανάληψη ευθύνης από την FAI/Μητροπολιτικοί Πυρήνες.

10/11 Δεκεμβρίου 2004: Αποστολή δυο εκρηκτικών δεμάτων στα γραφεία αστυνομικής ένωσης (SAPPE) και στον εθνικό σύνδεσμο των carabinieri στη Ρώμη, από τη FAI/Ένοπλοι Πυρήνες για τη Διεθνή Αλληλεγγύη.

2004: Εμπρησμοί εναντίον φορτηγών με γούνες ζώων στη Κρεμόνα από την FAI/Ζωική Ανταρσία.

3 Μαρτίου 2005: Εμπρησμοί εναντίον στρατοπέδων των carabinieri στο Pra και στο Voltri (Γένουα) και στο Monti (Μιλάνο), απειλητικά τηλεφωνήματα στο φεστιβάλ του Sanremo, από την FAI/Ταξιαρχία 20 Ιούλη και τη FAI/Συνεργασία Πυρός και Τεχνουργημάτων (Περιστασιακά Θεαματική) ενάντια στις φυλακές και στην μνήμη του Marcello Lonzi, δολοφονημένου από τους δεσμοφύλακες.

6 Μαρτίου 2005: Βόμβα στο δικαστήριο της Ostia στη Ρώμη, από την FAI/Επαναστατικός Πυρήνας Horst Fantazzini.

Μάης 2005: Τρεις εκρηκτικοί μηχανισμοί στέλνονται στο διευθυντή της CPT στη Μόντενα, στην αστυνομία του Λέτσε και στην πυροσβεστική του Τορίνο, από την FAI/Narodnaja Volya (σ.τ.μ. Λαική Θέληση: προεπαναστατική ρωσσική οργάνωση τερροριστών) στα πλαίσια της καμπάνιας αλληλεγγύης στους μετανάστες.

Οκτώβρης 2005: Δυο βόμβες στέλνονται στο RIS στην Πάρμα και στο δήμαρχο της Μπολόνια, Cofferati. Ανάληψη ευθύνης από την FAI/Συνεργασία Πυρός και Τεχνουργημάτων (Περιστασιακά Θεαματική).

2 Ιούνη 2006: Δυο βόμβες στέλνονται στα εκπαιδευτήρια των carabinieri στο Fossano, από την FAI/Ανώνυμη Χαοτική Ανταρσία.

Ιούλης 2006: Αποστολή τριών εκρηκτικών δεμάτων στον Beppe Fossati, διευθυντή της εφημερίδας Torino Cronaca, στην εταιρία Coerna που εμπλέκεται με τα κέντρα προσωρινής κράτησης μεταναστών στο Τορίνο, και στον Chiamparino, δήμαρχο του Τορίνου, από την FAI/Συνεργασία Πυρός και Τεχνουργημάτων (Περιστασιακά Θεαματική).

Κι ένας απολογισμός για τα τέσσερα χρόνια της FAI (informale):

«Σ αυτά τα τέσσερα χρόνια, παρά την έλλειψη τεχνικών μέσων και μέσων επικοινωνίας, καταφέραμε να περάσουμε μέσα από τα ΜΜΕ ένα σαφές μήνυμα για το τι είναι οι αναρχικοί και ενάντια σε τι αγωνίζονται. Έτσι αυξήσαμε τις πιθανότητες να επικοινωνήσουμε με κοινωνικά στρώματα που διαφορετικά θα ήταν δύσκολο να προσεγγίσουμε.

Σ αυτά τα τέσσερα χρόνια καμία ομάδα δεν εντοπίστηκε και δεν καταστράφηκε από τον εχθρό.

Σ αυτά τα τέσσερα χρόνια, δεν αναπτυχθήκαμε και δεν καταφέραμε (αν και ελπίζουμε να κάνουμε λάθος) να κερδίσουμε τις καρδιές των νέων ανθρώπων που τώρα προσεγγίζουν την αναρχική ιδέα και παλινδρομούν μεταξύ των παλιών οργανώσεων που έχουν διατηρήσει μόνο τη δομή τους, και τους νέους εμπρηστές που είναι μόνο λόγια και απειλές στην επαναστατική ρητορική τους.

Σ αυτά τα τέσσερα χρόνια δεν καταφέραμε να απλώσουμε το σχέδιό μας πέραν του ιταλό-γλωσσου κινήματος.»

Επιμέλεια-Μετάφραση: «Ραδιενέργεια», Οκτώβρης 2007

Comments Off on H Aτυπη FAI και οι πρόσφατες διώξεις στην Ιταλία

Η Εσκάντα είναι μια αυτόνομη αντικαπιταλιστική κολλεκτίβα στην Ισπανία, μια χώρα με παράδοση στην λαϊκή αυτονομία αλλά και τον αναρχισμό. Με έντονες οικολογικές ευαισθησίες, η Εσκάντα οργανώνει σεμινάρια κατασκευής ανεμογεννήτριας και καλλιεργεί το δικό της κήπο. Δεκτοί γίνονται και επισκέπτες, αρκεί να έχουν όρεξη για δουλειά και αντοχή στην έλλειψη ανέσεων που φαντάζουν τριτοκοσμικές στην καταναλωτική συνείδηση όσων δεν έχουν ζήσει σε παρόμοιο χώρο.

Η Εσκάντα (Escanda, που σημαίνει: συντονισμός) είναι μια διεθνής κολλεκτίβα στο μικρό αγροτικό χωριό Ρονζόν (Ronzon, τόσο μικρό που έχουμε μόλις δύο γείτονες) τέσσερα χιλιόμετρα έξω από τη κομόπολη Πόλα ντε Λένα της Αστώριας στην βόρεια Ισπανία μεταξύ της θάλασσας και των βουνών Καντάβρια, σε μια περιοχή με ωκαιάνιο κλίμα που έχει παράδωση στα ριζοσπαστικά πολιτικά κινήματα (όπως την επανάσταση των εργατών στα ορυχεία του 1934 που πότισε με αίμα ο Φράνκο αλλά και τη μετέπειτα ενεργή αντίσταση ενάντια στη δικτατωρία). Η Εσκάντα, με διαδυκτιακή παρουσία στη διεύθυνση www.escanda.org, είναι ένας χώρος για την επικοινωνία μεταξύ ομάδων και ανθρώπων, δικτύων και κινημάτων· ένας χώρος για τη πράξη και το πειραματισμό όσων θέλουν να ζουν μαζί, δίχως εμπορικές σχέσεις και με οριζόντιες δομές. Η κοινή μας καταγωγή είναι τα αντιεξουσιαστικά, αντικαπιταλιστικά λαϊκά κινήματα, με έμφαση στο περιβάλλον. Δουλεύουμε για την οικολογική και συνεργατική παραγωγή των τροφίμων και της ενέργειας που καταναλώνουμε. Ωστόσο, δεν αρνούμαστε τη σύγχρονη τεχνολογία που η επιστήμη έχει κάνει διαθέσιμη. Μας αρέσει και ο κινηματογράφος και τα ηχοσυστήματα όπως και τα σπιτικά φαγητά που φτιάχνουμε!

Είναι μια βάση οπου οι άνθρωποι μπορούν να συναντιώνται για να μιλήσουν, να σχεδιάσουν κοινές δράσεις, να βρουν άλλους για να δουλέψουν σε κάτι κοινό ή να γνωριστούν. Είμαστε μέρος ενός παγκόσμιου κινήματος ενάντια στο καπιταλισμό και προσπαθούμε να εκπαιδεύσουμε το κοσμο πάνω σε θέματα ανανεώσιμων μορφών ενέργειας και κοινωνικής αλλαγής. Έχουμε οργανώσει αντικαπιταλιστικές ημερίδες, επικοινωνούμε με το κόσμο μέσα από ελεύθερα μέσα αντιπληροφόρησης (σ.τ.μ: βάζουν σύνδεσμο στο Indymedia), έχουμε πάρει μέρος σε δράσεις κοινωνικής ανυπακοής αλλά και σε άμεση δράση, και έχουμε παράγει αρκετές εκδόσεις…

Παρόλο που υπάρχουμε ως Εσκάντα μόνο για 5 χρόνια, έχουμε ήδη αναπτύξει:

Ανανεώσιμη καθαρή ενέργεια: Γράψαμε μια έρευνα πάνω στη χρήση ανανεώσιμων μορφών ενέργειας στο τόπο μας. Οργανώσαμε μια ημερίδα με θέμα “Ανανεώσιμη ενέργεια και κοινωνική αλλαγή”, και παραδίδουμε μαθήματα κατασκευής ανεμογεννήτριας. Επίσης προσπαθούμε να αναπτύξουμε τη χρήση ανανεώσιμων μορφών ενέργειας στη περιοχή μας.

Λαϊκή εκπαίδευση: Οργανώσαμε μια διεθνής ημερίδα με θέμα τη λαϊκή εκπαίδευση, και κάνουμε δουλειά με τοπικά σχολεία και άλλες σχολές.

Κήπος οικολογικής καλλιέργειας: Ο όμορφος κήπος που έχουμε μας δίνει το φαγητό μας, τα φαρμακευτικά μας βότανα, έναν ευχάριστο χώρο για βόλτα, και έναν τρόπο επαφής με την φύση και μάθησης. Έχουμε οργανώσει μαθήματα καλλιέργειας, και είμαστε μέρος του δικτύου ‘Wwoof’.

Διεθνής λαϊκή δικτύωση: Στην Εσκάντα γίνεται πάρα πολύ άτυπη δικτύωση ανάμεσα σε άτομα από διάφορους χώρους, όπως διάφορα πολιτικά δίκτυα και ομάδες όπως η Carbon Trade Watch, το Trapese και η Prol-position.

Η πολιτική μας δράση βασίζεται στην ιδέα πως η κοινωνική αλλαγή θα έρθει από αυτοοργανωμένη λαϊκή πάλη ενάντια στην καταπίεση οποιασδήποτε μορφής. Θέλουμε η Εσκάντα να είναι ένας χώρος συνεχούς ζύμωσης, ανοικτός σε ανθρώπους από οπουδήποτε στο κόσμο, ένας χώρος οπου οργανώσεις και ακτιβιστές μπορούν να ανταλλάζουν εμπειρίες, γνώσεις, δεξιοτεχνείες, ιδέες και να μαθαίνουν ο ένας από τον άλλο. Δεν βλέπουμε την Εσκάντα ως μια προσπάθεια απόδρασης από τη κοινωνία, αλλά ως ένα μέσο για να εμβαθύνουμε τη συμμετοχή μας σε παγκόσμια δίκτυα αλλυλεγγύης και αντίστασης. Μαθαίνουμε μαζί πως να μειώσουμε την εξάρτησή μας από τις αγορές και το κράτος, και το κάνουμε αυτό με οργανική καλλιέργεια, ανανεώσιμη ενέργεια, οικολογική διάχειρηση του δάσους, και αυτόνομες επικοινωνίες.

Η Εσκάντα δεν είναι κατάληψη. Η γη πάνω στην οποία λειτουργεί ο χώρος μας ανήκει σε ένα ίδρυμα το οποίο ιδρύθηκε όταν δυο αδελφές που ήταν ιδιοκτήτριες γης στη περιοχή πέθαναν δίχως να αφήσουν απογόνους. Το ίδρυμα ελέγχεται από τον Δήμαρχο της κομόπολης Πόλα ντε Λένα, ηγέτες πολιτικών κομμάτων της αντιπολίτευσης, και συμμετέχουν επίσης ένας αντιπρόσωπος των δασκάλων και ένας αντιπρόσωπος των γεωργών. Μας πήρε πάρα πολύ χρόνο και εξαιρετική προσπάθεια για να μπορέσουμε να αποκτήσουμε την εμπιστοσύνη τους και να τους πείσουμε να μας επιτρέψουν να χρησιμοποιήσουμε το χώρο αυτό για τις ιδέες μας. Η μακροπρόθεσμη επιτυχία της Εσκάντα εξαρτάται από τις καλές μας σχέσεις με την τοπική κοινωνία και από τα αποτελέσματα των προσπαθειών μας.

Αν θέλετε να επικοινωνήσετε μαζί μας, θα βρείτε την διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μας και το τηλέφωνό μας στην εξής σελίδα: http://www.escanda.org/contacto.php

Αν θέλετε να μας επισκευθείτε, μπορείτε να έρθετε εύκολα, αλλά θα πρέπει να μας το πείτε από πριν γιατί οι χώροι είναι μικροί και τα άτομα πολλά. Οι επισκέπτες δεν χρειάζεται να δώσουν χρήματα, μα υπάρχει στη κουζίνα ένα κουτί για προσφορές αν θέλετε να μας βοηθήσετε με τα διάφορα έξοδα. Κάθε βδομάδα υπάρχει και ένα διαφορετικό άτομο που δέχεται τους επισκέπτες, απαντά ερωτήσεις, και τους δείχνει τους χώρους μας. Ευελπιστούμε πως όσο μείνετε μαζί μας θα βγείτε έξω στο χωριό να γνωρίσετε τους χωρικούς και τους γείτονές μας. Το χτίσημο καλών σχέσεων με τη τοπική κοινωνία είναι βασικό μέρος της εργασίας μας στην Εσκάντα. Πρέπει να ξέρετε πως η ατομική σας συμπεριφορά θα έχει επιπτώσεις στις απόψεις που έχουν οι γεωργοί του χωριού για την Εσκάντα, κι έτσι θα ήταν καλό να φέρεστε λογικά και να χαμογελάτε, λέγοντας στο κόσμο πόσο ωραία είναι η Εσκάντα.

Η Εσκάντα, πρέπει να ξέρετε, δεν είναι μέρος για τουρισμό. Εδώ γίνεται δουλειά, και προσπαθούμε κάθε μέρα να δουλεύουμε. Κάθε βδομάδα στη κουζίνα υπάρχει ένα χαρτί με δουλειές που πρέπει να γίνουν. Όλοι οι άνθρωποι που συμμετέχουν στην Εσκάντα πρέπει να αναλαμβάνουν τρεις με τέσσερις εργασίες κάθε βδομάδα, και αυτό είναι το ελάχιστο. Αν δεν φτάνουν τα άτομα για όλες τις εργασίες, τότε ο καθένας πρέπει να αναλάβει περισσότερες δουλειές, μερικές από τις οποίες μπορεί να είναι: το μαγείρεμα, η καθαριότητα (και στις τουαλέτες), η ανακύκλωση, το μάζεμα αυγών από το κοτέτσι και η φροντίδα των πουλιών (κότες και χήνες), η φροντίδα και το πότισμα του κήπου καλλιέργειας, και άλλα πολλά! Επειδή όμως τα άτομα που έρχονται εδώ μπορεί να είναι απο πολύ διαφορετικούς ρυθμούς ζωής και ζώνες ώρας, με διαφορετικές ώρες ύπνου και ξυπνήματος, ο θόρυβος πρέπει να αποφεύγεται καθώς όλες τις ώρες μπορεί να υπάρχουν άτομα που κοιμούνται. Θα πρέπει επίσης να ξεχάσετε και τα όποια απομεινάρια καταναλωτισμού σας και τις ανέσεις σας. Κανείς εδώ στην Εσκάντα δεν υπηρετεί τους άλλους, κι έτσι μην περιμένετε άμεση τουριστικού τύπου εξυπηρέτηση αν κοπεί για λίγο η πρόσβαση στο διαδίκτυο, αν δεν υπάρχει ζεστό νερό ή και καθόλου νερό (το νερό της βρύσης της περιοχής δεν πίνεται, παίρνουμε νερό από μια πηγή και το βάζουμε σε ένα μεγάλο δοχείο, αν το βρείτε άδειο θα πρέπει εσείς να πάτε να το γεμίσετε από τη πηγή), αν δεν μπορείτε να βρείτε γάλα για το καφέ σας ή σοκολάτες. Υπάρχει ένα πλυντήριο ρούχων, μα δεν δουλεύει πάντα. Αν οι επισκέπτες είναι πολλοί, ίσως θα πρέπει να βάλετε μια σκηνή μπροστά από το χώρο μας για να κοιμώσαστε. Μπορεί να μην βρίσκετε που να παρκάρετε το αυτοκίνητό σας, αν έρθετε με αμάξι.

Κάθε Πέμπτη απόγευμα έχουμε γενική συνέλευση. Συζητάμε θέματα της κολλεκτίβας αλλά και θέματα οικονομικής φύσεως. Αυτές οι συνελεύσεις είναι πολύ σημαντικές για την Εσκάντα, και οι διάφορες ομάδες επίσης ενημερώνουν η μία την άλλη για την έκβαση διάφορων δράσεων και εργασιών. Οι νέοι επισκέπτες έχουν δικαίωμα να παρευρεθούν για ορισμένο λόγο για να μας πουν τι προτίθονται να κάνουν στην Εσκάντα.

Στο χώρο μας γενικά δεν καπνίζουμε τσιγάρα. Αν καπνίζετε, κάντε το έξω, εκτός κι αν όλοι οι παρευρισκόμενοι σε ένα δωμάτιο συμφωνούν (όπως για παράδειγμα στο δωμάτιο κινηματογράφου το βράδυ).

Προσπαθούμε να τρώμε ότι καλλιεργούμε στο κήπο μας, αλλά αυτά δεν φτάνουν. Κάθε Παρασκευή πρωί πηγαίνουμε στη πόλη να αγοράσουμε μερικά τρόφιμα που δεν μπορούμε να φτιάξουμε, και κάθε εξάμηνο κάνουμε από μια μεγάλη παραγγελία βιολογικών τροφίμων. Γενικά παραγγέλνουμε σπόρους, ζυμαρικά, φασόλια, ξηρούς καρπούς. Ένας έμπορας κοντά στην Οβιέντο μας δίνει λίγο φαγητό δωρεάν. Ότι μένει από το φαγητό το κομποστοποιούμε και με τα αποφάγια επίσης αναζωογονούμε και το χώμα του κήπου μας.

Για να επικοινωνήσετε μέσω τηλεφώνου κινητού η σταθερού όσο μένε στην Εσκάντα, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε μια κάρτα διεθνών τηλεφωνικών κλήσεων των 5 ευρώ που μπορείτε να αγοράσετε όταν πάτε στην κομόπολη Πόλα ντε Λένα. Εσείς θα πρέπει να πληρώσετε για τα τηλεφωνήματά σας. Αν χρησιμοποιήτε πάρα πολύ το διαδίκτυο στην Εσκάντα, παρακαλούμε να μας βοήθησετε να πληρώσουμε και το λογαριασμό. Μόνο οι υπολογιστές στο χώρο των τηλεφώνων μπορούν να χρησιμοποιηθούν για πρόσβαση στο διαδίκτυο, οι άλλοι υπολογιστές στα γραφεία είναι μόνο για εργασίες που έχουν σχέση με τις δράσεις μας.

Για να έρθετε θα πρέπει να μας το πείτε από πριν, γιατί οι χώροι είναι μικροί και τα διαθέσιμα αγαθά που έχουμε είναι πολύ λίγα και δεν θα έφταναν για πάρα πολλά άτομα. Δυο βδομάδες αφότου έχετε έρθει, θα σας ρωτήσουμε πόσο παραπάνω θέλετε να μείνετε, και τι προτίθεστε να κάνετε όσο είσαστε στην Εσκάντα. Ενώ εμείς συζητούμε και αποφασίζουμε σχετικά με την παραμονή σας, θα πρέπει να φύγετε από το δωμάτιο όπου γίνεται αυτή η συζήτηση. Αν τελικά αποφασίσετε να μείνετε για λίγους μήνες, ή ακόμα και να γίνετε μέλος της κολλεκτίβας, παρακαλούμε να το συζητήσετε με το άτομο που αναλαμβάνει να απαντά τις ερωτήσεις των επισκεπτών για να σας εξηγήσει τις σχετικές διαδικασίες.

Περισσότερες πληροφορίες για επισκέπτες μπορείτε να διαβάσετε (στα Αγγλικά) στο κείμενο http://www.escanda.org/downloads/guia_visitantes/visitors%20guide%20english.pdf (υπάρχει και στα Ισπανικά)

www.escanda.org/

Comments Off on escanda: μια διεθνής αντικαπιταλιστική κολλεκτίβα
By agrioskylo | - 12:27 am - Posted in Uncategorized

Έφυγε από τη κοινωνία και έζησε στην ερημιά της Αυστραλίας το 19ο αιώνα, οργανώνοντας συνεχή πεσίματα στους τότε μπάτσους. Οι μπάτσοι τον σκότωσαν χωρίς καν μια δίκη, παρόλο που ο ίδιος δεν σκότωσε ποτέ κανέναν.

Ο Ben Hall θεωρούνταν από τους βρετανούς επικύνδινος εγκληματίας. Στη πραγματικότητα ήταν ένας ευγενικός άνθρωπος που βλέπωντας τις αδικίες της εποχής του αποφάσισε να περάσει στην επανάσταση. Εγκατέλειψε τη κοινωνία και πήγε να ζήσει στην ερημιά, μαθαίνοντας να βρίσκει μόνος του τροφή και νερό και να κοιμάται στην ύπαιθρο κρυμμένος από τους διώκτες του. Αφιέρωσε τη ζωή του σε αυτό που θεωρούσε υποχρέωσε κάθε επαναστάτη: τις συνεχείς επιθέσεις στους μπάτσους της εποχής. Παρόλ’ αυτά, δεν σκότωσε ποτέ κανέναν και δεν ήθελε να τραυματίσει κανέναν. Το μόνο που ήθελε ήταν να ανοίξει το δρόμο για μια κοινωνική επανάσταση. Ίσως γι’αυτό και τον σκότωσαν με άγριο τρόπο, χωρίς καν μια δίκη.

Γεννήθηκε το 1837 στην τότε βρετανική Αυστραλία σε μια φτωχή οικογένεια με πατέρα άγγλο προλετάριο και μητέρα μια ιρλανδή (οι ιρλανδοί τότε ήταν όλοι προλετάριοι). Για λόγους επιβίωσης μέσα στη φτώχεια τους αναγκάζονταν να κλέβουν για να μπορούν να συντηρούν τον Ben και τα άλλα παιδιά τους. Οι μπάτσοι τους έπειασαν και τους έστειλαν εξορία σε άλλη πόλη. Αφού δεν είχαν που να μείνουν, αναγκάστηκαν να γίνουν καταληψίες ενός εγκατελειμένου χωραφιού και εκεί έφτιαξαν μια πρόχειρη καλύβα. Ο πατέρας βρήκε μερικά άγρια άλογα και γελάδες στους γύρω λόφους και τα εξημέρωσε για να έχουν γάλα και ζώα. Άρχισε να πουλάει στη πόλη μέρος της παραγωγής, μα είχε συνεχώς προβλήματα με τους μπάτσους λόγω της κατάληψης.

Τελικά ο πατέρας του Ben δεν άντεξε άλλο τη παρενόχληση των μπάτσων και μετανάστευσαν σε άλλη πόλη. Εκεί βρήκε δουλειά σαν εργάτης σε στάβλους, και ήταν πολύ εργατικός. Υπήρχε αρκετή δουλειά, και τελικά μπόρεσαν να πάρουν ένα μικρό σπίτι για το γιό τους, τον Ben, όταν αυτός παντρεύτηκε.

Η γυναίκα που παντρεύτηκε ο Ben είχε αδελφό τον Frank Gardiner, ο οποίος ζούσε από ληστείες και είχε μάθει να επιζεί μόνος του στην Αυστραλιανή ύπαιθρο μακριά από τη κοινωνία (και το χέρι του νόμου). Ο Ben, μην ξεχνώντας ποτέ τη τάξη του και τη παρενόχληση των μπάτσων ενάντιά στην οικογένειά του όσο ήταν καταληψίες, αποφάσισε να παραδειγματιστεί από τον αδελφό της γυναίκας του και εγκατέλειψε τη πόλη για να ζήσει στην ερημιά.

Στην ύπαιθρο ο Ben γνώρισε τον αδελφό της γυναίκας του, Frank, μαζί με πολλούς άλλους ανθρώπους που ζούσαν στην ερημιά ληστεύοντας όποιον πλούσιο πέρναγε από τους ερημικούς δρόμους. Ο Ben έβλεπε τη ληστεία των πλουσίων ως μέσο κοινωνικής δικαιωσύνης, και όχι απλά ως μέσο πρωσοπικής επιβίωσης. Ίσως γιαυτό η κυβέρνηση έδωσε ειδική εντολή στους μπάτσους να πιάσουν τον Ben κατά προτίμηση, παρόλο που υπήρχαν πολλοί άλλοι ληστές στη περιοχή.

Μαζί με τον Frank και άλλους 9 ληστές, ο Ben λήστεψε μια χρηματοαποστολή χρυσών νομισμάτων που παιρνούσε από το δρόμο που είχαν στήσει καρτέρι. Οι μπάτσοι τους συνέλλαβαν μα κατάφεραν να διαφύγουν.

Η ομάδα του Ben και του Frank έκανε έφοδο σε μια μικρή πόλη που σύχναζαν πλούσιοι σε ένα ξενοδοχείο και τους κράτησαν όλους όμηρους για τρεις ημέρες, χωρίς να πειράξουν κανέναν. Μόνη εξαίρεση οι μπάτσοι: όσους μπάτσους βρήκαν στη πόλη τους κλείδωσαν μέσα στα κελιά του αστυνομικού τους τμήματος. Οι ληστές δεν λήστεψαν κανέναν απλό άνθρωπο κατά τη διάρκεια που ήλεγχαν τη πόλη, καθώς ο σκοπός τους ήταν να πάρουν τη τοπική κοινωνία με το μέρος τους εναντίων των μπάτσων.

Μετά ο Ben μαζί με τους συντρόφους του λήστεψαν άλλη μια χρηματοαποστολή χρυσών νομισμάτων που περνούσε από κοντινό δρόμο. Ήρθε νέα εντολή από τη κυβέρνηση στους μπάτσους να τελειώνει αυτό το θέμα. Ο διοικητής της μπατσαρίας εξήγησε στη κυβέρνηση των βρετανών πως δεν υπήρχαν νόμοι για να μπορέσουν να πιάσουν εύκολα τέτοιους ληστές χωρίς δίκη, και πως οι ληστές ήταν έξυπνοι και δεν άφηναν αποδείξεις πίσω τους κι έτσι θα ήταν καλύτερα να αποφύγουν τη δίκη με κάποιο ειδικό νόμο. Η κυβέρνη αμέσως έγραψε και πέρασε ένα νέο νόμο κατά παραγγελία του διοικητή της μπατσαρίας της αυστραλίας, σύμφωνα με τον οποίο οι μπάτσοι μπορούσαν να πυροβολήσουν και να σκοτώσουν όποιον θέλουν χωρίς δίκη.

Οι ομάδα του Ben και του Frank συνέχισε τις επιθέσεις της παρόλο το κυνηγητό των μπάτσων. Έκαναν πάνω από 100 ληστείες πλουσίων, και έκαναν εφόδους σε 21 πόλεις όπου κράτησαν όμηρους πλούσιους και μπάτσους. Τόσο πολύ ενεργοί ληστές ήταν, που τα τραίνα στο ημερίσιο πρόγραμμά τους έγραφαν “το τραίνο θα περάσει στις οκτώ, εκτός κι αν πέσει θύμα ληστείας του Ben Hall”.

Δυστηχώς κάποια στιγμή ένας σύντροφος της ομαδας του πρόδωσε τον Ben στους μπάτσους. Τους είπε από πού θα παιρνούσε μια συγκεκριμένη ώρα, κι έτσι του έστησαν ενέδρα. Όταν ο Ben εμφανίστηκε μόνος να περπατάει στην ύπαιθρο το απόγευμα της 5ης Μάη 1865, οκτώ μπάτσοι που ήταν κρυμμένοι και οπλισμένοι με διπλόκανα τουφέκια του επιτέθηκαν ξαφνικά. Ο Ben δεν ήθελε να σκοτώσει κανέναν και προσπάθησε να διαφύγει δίχως να πυροβολήσει, μα οι μπάτσοι τον πυροβόλησαν 30 φορές ενώ αυτός έτρεχε. Θάφτηκε στις 7 Μάη 1865.

Μέχρι σήμερα πολλοί άνθρωποι στην Αυστραλία συνεχίζουν να επισκέπτονται το τάφο του για να αφήσουν λουλούδια.

Ένας συγγενής του Ben που ζει σήμερα ζητά ακόμη να γίνει κυβερνητική έρευνα για το νόμιμο της δολοφονίας του. Ο λόγος είναι πως η κυβέρνηση όταν πέρασε το νόμο δεν περίμενε πως οι μπάτσοι θα έπιαναν τον Ben τόσο γρήγορα (πράγματι δεν θα τον έπιαναν ποτέ αν δεν υπήρχε προδότης στην ομάδα του). Έτσι ο νόμος που έδινε το νόμιμο στους μπάτσους να σκοτώνουν αδιακρίτως χωρίς δίκη είχε ισχύ από 10 Μάη 1865, δηλαδή 5 μέρες μετά αφότου σκότωσαν τον Ben, άρα και με τις νομοτυπίες του κράτους η δολοφονία ήταν παράνομη!

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

συζήτηση πάνω σε αυτό το αρθρο
1035083
gentleman
από σημείωση 8:09πμ, Δευτέρα 25 Μαΐου 2009
έμεινε γνωστός στο ευρύ κοινό ως Ben ο gentleman, επειδή θεωρούνταν ευγενικός ληστής αφού δεν ήθελε να σκοτώσει κανέναν.

1035135
Και 2 folk κομμάτια για τον Ben Hall
από Tar 12:30μμ, Δευτέρα 25 Μαΐου 2009
Streets of Forbes

The death of Ben Hall

Comments Off on Ben Hall: Ο επαναστάτης gentleman

Αλληλοβοήθεια: μια αναρχική ιδέα σε εφαρμογή στη Νότια Αφρική – Κείμενο στη σειρά «Τέσσερα Εργαλεία Κοινοτικού Ελέγχου» – Μέρος 1ο

Η αλληλοβοήθεια είναι μια σημαντική αναρχική ιδέα. Δείχνει ότι δείγματα ενός καλύτερου κόσμου υπάρχουν ήδη παντού, συμπεριλαμβανομένης και της Νότιας Αφρικής, και πώς μπορούμε να πραγματοποιήσουμε αυτό το κόσμο δημιουργωντας τώρα και επεκτείνοντας τις πολιτιστικές πρακτικές του παρόντος.

Η έρευνα του Κροπότκιν είναι ακόμα σημαντική

Ο Ρώσος Πιότρ Κροπότκιν ήταν όχι μόνο σημαντικότατος αναρχικός αγωνιστής και θεωρητικός, αλλά και γνωστός γεωγράφος και επιστήμονας. Το πιο διάσημο βιβλίο του, η «Αλληλοβοήθεια», μια ιδέα που συζητάμε σε αυτό το άρθρο, αποτέλεσε σκληρή κριτική ενάντια στον Κοινωνικό Δαρβινισμό [(1) και τις γενικότητες για την ανθρώπινη φύση (2). Αρχίζοντας από το 19ο αιώνα, εξελισσόταν μια λογομαχία πάνω στο ερώτημα του αν ο άνθρωπος είναι φύσει καλός ή κακός. Οι λεγόμενοι ιδεαλιστές έλεγαν ότι οι άνθρωποι είναι καλοί και ότι αιτία των πολέμων είναι ο πολιτισμός. Οι ρεαλιστές έλεγαν – και αυτή είναι η κυρίαρχη ιδέα στη πολιτική γενικώς (σε όλο το κόσμο) – ότι οι άνθρωποι είναι φύσει κακοί και πάντα θα σκοτώνονται μεταξύ τους (το ρητό του Hobbes «πόλεμος όλων εναντίων όλων») και ότι μόνο το Κράτος θα μπορούσε να το σταματήσει αυτό, ως θεσμός επίλυσης διαφορών, αναγκαίος για τη διατήρηση της ειρήνης. Η θεωρία της «επιβίωσης του δυνατότερου» έδωσε νόημα στην ύπαρξη του κράτους και όλων των καταστροφών που ήρθαν με αυτό: αποικιοκρατία, ιμπεριαλισμός, καπιταλισμός και άλλες μορφές εκμετάλευσης, που δεν είναι πάντα συνδεδεμένες με το κράτος (αλλά συχνά με τη θρησκεία) όπως ο ρατσισμός, ο σεξισμός (3]), ο ετεροσεξισμός (4) και η διάκριση ενάντια στα άτομα με ειδικές ανάγκες (5). Ωστόσο, όπως έδειξε ο Κροπότκιν για πρώτη φορά, και αποτελεί σήμερα την κοινή λογική στην Ανθρωπολογία (6), δεν υπάρχει ανθρώπινη φύση. Οι άνθρωποι δεν είναι ούτε καλοί ούτε κακοί από τη φύση τους, αλλά και τα δύο. Το ζήτημα είναι, λοιπόν, εάν είναι περισσότερο καλοί παρά κακοί και πώς να ασχοληθούμε με τον πόλεμο, τη φτώχεια και άλλα προβλήματα της σημερινής κοινωνίας.

Τι είναι η αλληλοβοήθεια;

Η αλληλοβοήθεια, η αντίληψη ότι οι άνθρωποι πρέπει να αληλοβοηθιούνται ο ένας με τον άλλον, αποτέλεσε αντικείμενο μελέτης αρχικά από τον Κροπότκιν και τα συμπεράσματά του κυκλοφόρησαν σε βιβλίο με τον ίδιο τίτλο το 1902 (7) Η μελέτη αυτή της αλληλοβοήθειας, η οποία αυτός (ο Κροπότκιν) πιστεύει ότι αποτελεί σημαντικό παράγοντα της ανθρώπινης εξέλιξης, ήταν μια σημαντική κριτική της ιδέας της “επιβίωσης του ισχυροτέρου”. Στο βιβλίο αυτό, ο Κροπότκιν δείχνει τη σπουδαιότητα της αλληλοβοήθειας ανάμεσα σε διάφορα ζώα αλλά και ανθρώπινες κοινωνίες. Δείχνει πώς οι κοινωνίες που βασίζονται στην αλληλοβοήθεια είναι πιο ειρηνικές, μια αντίληψη που υιοθετείται και από ανθρωπολόγους για να περιγράψουν τις κοινές πρακτικές ανάμεσα στις ειρηνικές κοινωνίες (8) οι οποίες υπάρχουν σε όλο τον κόσμο. Η σύγχρονη ανθρωπολογία έχει επιβεβαιώσει τη θεωρία του Κροπότκιν ότι δεν υπάρχει ανθρώπινη φύση. Αντί να πάρει τη μία ή την άλλη πλευρά σ’ αυτό τον μεγάλο διάλογο, ο Κροπότκιν είπε ότι υπάρχει και ανταγωνισμός και αλληλοβοήθεια ανάμεσα στους ανθρώπους και τα ζώα, αλλά η αλληλοβοήθεια ήταν πιο σημαντική από την επιβίωση των ειδών. Αυτό σημαίνει ότι ακόμα και εάν οι άνθρωποι πολεμούν μερικές φορές ο ένας εναντιον του άλλου, ωστόσο συνεργάζονται περισσότερο απ’ ό,τι πολεμούν.

Αλληλοβοήθεια σημαίνει ότι ο ένας άνθρωπος βοηθάει τον άλλον, όχι μόνο υλικά αλλά και ηθικά, αντίθετα με το να προωθούν τον ατομικισμό ή, ακόμα χειρότερα, με το να πολεμά ο ένας τον άλλον. Σημαίνει ότι συνεργάζονται αντί να ανταγωνίζονται σε αρκετές φάσεις της ζωής, για το καλό όλων. Σημαίνει τη συνειδητοποίηση ότι η κοινωνική υποστήριξη είναι καλύτερη για τον καθένα και ότι θα επιβιώσουμε καλύτερα όταν βοηθάει ο ένας τον άλλον αντί να πολεμάμε. Σημαίνει ότι κάποιος βλέπει τους άλλους ανθρώπους ως συντρόφους και φίλους και όχι ως εχθρούς. Αλληλοβοήθεια σημαίνει να μοιράζεσαι πράγματα χωρίς να περιμένεις κάποια ανταπόδωση. Επιπλέον, αλληλοβοήθεια είναι ένα παράδειγμα του να ζεις σε αρμονία με τον άλλον αντί να βρίσκεσαι σε διαμάχη μαζί του. Γενικά παραδείγματα αλληλοβοήθειας είναι το κοινό κυνήγι ώστε να επιτευχθούν καλύτερα αποτελέσματα, ζώντας από κοινού για καλύτερη προστασία, βοηθώντας ο ένας τον άλλον σε κάθε είδους εργασία, παρέχοντας ο ένας στον άλλον αλληλοΰποστήριξη σε στιγμές που χρειάζεται κάτι τέτοιο. Συγκεκριμένα παραδείγματα από τη Νότια Αφρική θα παρατεθούν παρακάτω.
Με την αλληλοβοήθεια δεν συνάγεται ότι πρέπει οπωσδήποτε η βοήθεια αυτή να είναι συνολικά ίση. Αλληλοβοήθεια εφαρμόζεται μάλλον μόνο με την κομμουνιστική αρχή “από τον καθένα σύμφωνα με την ικανότητά του στον καθένα συμφωνα με την ανάγκη του”. Η αρχή αυτή προέρχεται από τη αντίληψη ότι όλοι είμαστε ένα, ότι ολόκληρη η ανθρωπότητα ανήκει στον εαυτό της, ότι όλοι πρέπει να εργαζόμαστε για τον καθέναν. Εξαιτίας της πρακτικής εφαρμογής της αληλοβοήθειας, γράφει ο Κροπότκιν, ο κόσμος συνειδητοποιεί ότι ο ένας εξαρτάται από τον άλλον, ότι η ευτυχία του καθένα εξαρτάται από την ευτυχία όλων και δείχνει ότι όλοι είναι ίσοι.

Όπως μπορεί να δει κάποιος, η ιδέα αυτή είναι πολύ κοντά στην αντίληψη του Ubuntu, μια αφρικανική αντίληψη που θα τη δούμε παρακάτω. Ωστόσο, η αλληλοβοήθεια δεν σημαίνει ότι η βοήθεια πρέπει να διοχετεύεται σε μια και μόνο κατεύθυνση. Αυτό είναι φιλανθρωπία.

«Εκκλησία» και φιλανθρωπία

Οπως το κράτος (βλέπε παρακάτω) έχει προσπαθήσει να επέμβει και να καταστρέψει την αλληλοβοήθεια, έτσι και η Εκκλησία έχει προσπαθήσει να κάνει τα ίδια. Γενικά, οι εκκλησίες, τζαμιά, συναγωγές και ναοί καταστρέφουν την αυτοβοήθεια των ανθρώπων και τοποθετούν τη φιλανθρωπία στη θέση της.

Η φιλανθρωπία δεν είναι αλληλοβοήθεια. Είναι ένας τρόπος να δίνεις από κάποιον που έχει σε κάποιον που δεν έχει, δημιουργώντας έτσι μια κατάσταση εξάρτησης. Η φιλανθρωπία δεν δίνει δύναμη στον άνθρωπο, δεν τον βοηθάει να σταθεί πάλι στα ποδια του και να προσπαθήσει να βοηθήσει τον εαυτό του. Σύμφωνα με τον Κροπότκιν, η φιλανθρωπία «προσδίδει χαρακτήρα έμπνευσης απο ‘ψηλά’ και, επομένως, συνεπάγεται μια ανωτερότητα του δότη προς τον λήπτη». (Κροπότκιν 2006 [1902]: 233). Απαλλάσει τον δωρητή από τύψεις, όταν δίνει χρήματα σε έναν οργανισμό που ύστερα για παράδειγμα δίνει φαγητό και ρούχα στους ανθρώπους που τα έχουν ανάγκη. Όπως λέει το ρητό, οι φιλάνθρωποι δίνουν πίσω στο κοινό ένα μέρος αυτών που έκλεψαν στην προσωπική τους ζωή. Φυσικά, σε στιγμές μεγάλης κρίσης, όπως, για παράδειγμα, σε περίπτωση λιμού, όταν δεν υπάρχει αρκετό φαγητό και οι ανθρωποι πεθαίνουν της πείνας, το φαγητό πρέπει να δωθεί σε αυτούς που πεθαίνουν της πείνας. Γενικά, όμως, το να δίνεις φαγητό δημιουργεί εξάρτηση και καταστρέφει την τοπική οικονομία εισάγοντας δωρεάν φαγητό από αλλού. Καταστρέφει την ανεξαρτησία και την αυτοβοήθεια των ανθρώπων.

Η φιλανθρωπία προερχόμενη είτε από την Εκκλησία είτε από εναν μη-κυβερνητικό οργανισμό είναι, λοιπόν, αντίθετη στην ανάπτυξη ενός καλύτερου κόσμου όπου όλοι θα είναι ελεύθεροι και ίσοι.

Η αλληλοβοήθεια ανάμεσα σε ζώα και ανθρώπους γενικά

Ο Κροπότκιν αφιερώνει αρκετό χώρο στο βιβλίο του για να περιγράψει την αλληλοβοήθεια ανάμεσα σε έντομα και άλλα ζώα. Αυτό δεν είναι του άμεσου ενδιαφέροντός μας στο παρόν κείμενο ούτε και σε σχέση με τη νοτιοαφρικανική κοινωνία, αλλά, όμως, συνδέεται με την ανθρώπινη κοινωνία γενικά. Περιγράφοντας την αλληλοβοήθεια ανάμεσα στα ζώα, στηρίζει τα επιχειρήματά του τα οποία βασίζονται στους εξελικτικούς παράγοντες. Άλλωστε, οι άνθρωποι είναι απόγονοι συγκεκριμένων ζωικών ειδών. Δείχνει ότι η αλληλοβοήθεια είναι ένα φυσικό ένστικτο ανάμεσα στους ανθρώπους πριν ακόμα γίνουν άνθρωποι.

Ο Κροπότκιν παραθέτει σοβαρά παραδείγματα αλληλοβοήθειας ανάμεσα στα ζώα και το ότι στα περισσότερα ζωικά βασίλεια η αλληλοβοήθεια – παρά αυτό που ακούμε συνήθως, η επιβίωση του ισχυροτέρου – είναι ο κανόνας. Όπως γράφει, “τα μηρμήγκια και οι τερμίτες έχουν απαρνηθεί τον “πόλεμο” του Hobbes και κάνουν κάτι καλύτερο από αυτό”.

Όπως μπορούμε να δούμε και στη φύση, υπάρχουν αρκετά ζωικά είδη που ζουν κατά αγέλες. Ο Κροπότκιν δείχνει πώς τα ζώα όχι μόνο συνεργάζονται με μέλη του είδους τους αλλά και με άλλα είδη για προστασία (π.χ. οι ζέβρες και οι καμηλοπαρδάλεις). Δεν αρνείται ότι τα ζώα σκοτώνουν το ένα το άλλο για τροφή ή επειδή πρέπει να συναγωνιστούν για πιθανούς συντρόφους. Ωστόσο, κάνει ξεκάθαρο το ότι όλα αυτά που μάς έχουν πει (ότι σκοτώνουν ή σκοτώνονται) δεν είναι ολόκληρη η αλήθεια. Τα ζώα δεν σκοτώνουν απλώς το ένα το άλλο και αυτά που σκοτώνουν δεν είναι πάντα και τα δυνατότερα. Δείχνει ότι τα πιο πολλά ζώα μπορούν να επιβιώσουν μόνο επειδή συνεργάζονται και ενδιαφέρεται το ένα για το άλλο.

Ο Κροπότκιν δείχνει, επίσης, ότι η αλληλοβοήθεια αποτελεί τον γενικό κανόνα ανάμεσα στα ζώα και αυτό συνδέεται και με τους ανθρώπους. Γράφει ότι οι άνθρωποι δεν αποτελούν εξαίρεση στον κανόνα αυτό της φύσης, ειδικά από τη στιγμή που είναι αρκετά τρωτά δημιουργήματα σχεδόν καθ΄ όλη τη διάρκεια της ύπαρξής τους (αυτό πριν εφευρεθούν τα όπλα). Γι’ αυτό, οι άνθρωποι ζουν ανέκαθεν σε κοινωνίες, για να προστατευθούν και να βοηθήσει ο ένας τον άλλον. Όπως γράφει ο Κροπότκιν, “ο αχαλίνωτος ατομικισμός είναι σύγχρονο φαινόμενο”.

Ο Κροπότκιν δείχνει ότι η αλληλοβοήθεια υπήρξε πάντα ανάμεσα στους ανθρώπους, από τις κοινωνίες των τροφοσυλλεκτών, στις γεωργικές και μεσαιωνικές κοινωνίες της Ευρώπης μέχρι τη σύγχρονη κοινωνία. Δείχνει πώς η αλληλοβοήθεια ήταν μέσο προστασίας των φτωχών και εργατικών τάξεων εναντίον της εκμετάλλευσης από τους κατόχους σκλάβων, τα αφεντικά, τους εξουσιαστές φυλάχους, τους βασιλείς ή άλλους πολιτικούς, οι οποίοι όχι μόνο καθοδήγησαν πολέμους εναντίον άλλων λαών αλλά ακόμα και εναντίον των δικών τους λαών. Τους εκμεταλλεύονταν και τους τιμωρούσαν επειδή δεν πλήρωναν φόρους ή επειδή δεν κατατάσσονταν στο στρατό. Ο Κροπότκιν καθιστά ξεκάθαρο το ότι είναι μόνο μια μειοψηφία ανθρώπων που αγαπά το να καθοδηγεί πολέμους, ότι η πλειοψηφία των ανθρώπων θέλει να ζει ειρηνικά με την οικογένειά τους, τους φίλους τους και τους γειτόνους τους. Όπως γράφει: “Σε καμία περίοδο της ζωής του ανθρώπου οι πόλεμοι δεν αντιπροσώπευαν μια κανονική κατάσταση. Ενώ με τον πόλεμο ο ένας εξαφανίζει τον άλλον και οι επίσκοποι ευλογούν το μακελειό, οι μάζες συνεχίζουν να ζουν την καθημερινή τους ζωή, ασκώντας την καθημερινή τους εργασία”.

Περαιτέρω, ο Κροπότκιν δείχνει πώς το Κράτος προσπάθησε να καταστρέψει τις πρακτικές της αλληλοβοήθειας, για παράδειγμα με το να προσπαθήσει να καταστρέψει την αλληλοβοήθεια ανάμεσα στους φτωχούς και να τοποθετήσει μια γραφειοκρατία στη θέση της. Αντί να αφήσει μόνους τους φτωχούς να συνεχίζουν να παράγουν τη δική τους τροφή, επέβαλαν φόρους έτσι ώστε οι φτωχοί να χρειάζονται να ζητήσουν επιπρόσθετη εργασία για να τους ξεπληρώσουν.

Αλλά δεν είναι μόνο οι πολιτικοί που μάς λένε ότι χρειαζόμαστε να κάνουμε πολέμους για να προστατευθούμε από το “κακό”, δηλαδή τον άλλο λαό, και ότι χρειαζόμαστε κράτη για να προστατευθούμε από την κακή μας φύση, ακόμα και ιστορικοί ρέπουν στο “να υπερβάλλουν το μέρος αυτό της ανθρώπινης ζωής που αφιερώνεται σε αγώνες και να υποτιμήσουν το πνεύμα ειρήνης (…) αλλά δεν δίνουν καμία προσοχή στην οποιαδήποτε ζωή των μαζών, αν και οι μάζες εργάζονται ειρηνικά και οι ελάχιστοι καταπιάνονται σε πολέμους”. Αυτό σημαίνει ότι μάς λένε συνεχώς ότι οι άνθρωποι είναι φτιαγμένοι για πολέμους και ότι πρέπει να σκοτώνει ο ένας τον άλλον. Η πραγματικότητα, όμως, δείχνει το αντίθετο, και ο Κροπότκν ήταν ένας από από τους πρώτους που το σημείωσε. Οι περισσότεροι άνθρωποι προτιμούν να ζουν ειρηνικά. “Στην πραγματικότητα, ο άνθρωπος είναι τόσο μακριά από τον πολεμοχαρή άνθρωπο που υποτίθεται ότι είναι”, γράφει ο Κροπότκιν. Η αλληλοβοήθεια είναι το ένα σημάδι του πόσοι πολλοί από μας ζουν σύμφωνα με ειρηνόφιλες γραμμές και πώς προτιμάμε να βοηθάμε παρά να πολεμάμε ο ένας τον άλλον.

Επιπλέον, χωρίς αλληλοβοήθεια, οι φτωχοί και εργαζόμενοι άνθρωποι δεν θα μπορούν να επιβιώσουν. Το καπιταλιστικό σύστημα καθιστά σχεδόν αδύνατο για τους εργαζόμενους να επιβιώσουν στηριγμενοι στις δικές τους δυνάμεις. Γι’ αυτό η αλληλοβοήθεια εξακολουθεί να υφίσταται στην καπιταλιστική κοινωνία και ακόμα γιατί αναπτύσσεται και πρέπει να αναπτυχθεί εάν θέλουμε να οικοδομήσουμε έναν καλύτερο κόσμο.
Ακόμα και εάν το κράτος και οι άλλοι θεσμοί (όπως οι διάφορες Εκκλησίες) προσπάθησαν να καταστρέψουν την αλληλοβοήθεια, αυτή εξακολουθεί να υφίσταται σήμερα, ακόμα και μετά από 100 και πλέον χρόνια καπιταλισμού που δημιουργεί τον ατομικισμό και δίνει στην “επιβίωση του ισχυροτέρου” νέα σημασία. Πράγματι, συχνά φαίνεται ότι μέσα στον καπιταλισμό πρέπει να εκμεταλλεύεσαι και να είσαι αγωνιστής για να επιβιώσεις. Αλλά όπως γράφει ο Κροπότκιν: “Η τάση της αλληλοβοήθειας προς τον άλλο έχει τόσο βαθιές ρίζες και είναι τόσο βαθιά συνδεδεμένη με ολόκληρο το παρελθόν της εξέλιξης του ανθρώπινου είδους, που έχει διατηρηθεί από την ίδια την ανθρωπότητα έως τι μέρες μας παρά τις αντιρρήσεις όλων των μεταστροφών της ιστορίας. Και αναπτύχθηκε πρώτα και κύρια σε περιόδους ειρήνης και ευημερίας”.

Αλληλοβοήθεια στη Νότια Αφρική

Η αλληλοβοήθεια είναι κάτι με το οποίο μεγαλώνει ο καθένας σε μια οικογένεια ή μια κλειστή κοινότητα. Μέλη οικογενειών, συνήθως, βοηθούν ο ένας τον άλλον χωρίς να περιμένουν την ίδια ανταπόδωση. Σε μικρές αγροτικές κοινότητες σε παγκόσμιο επίπεδο ,η αλληλοβοήθεια αποτελεί ακόμα κοινή πρακτική όχι μόνο ανάμεσα σε μέλη οικογενειών αλλά ακόμα και ανάμεσα σε γειτόνους. Σε αρκετά μέρη του κόσμου και ειδικά στη Νότια Αφρική, μπορούμε να γίνουμε μάρτυρες της αλληλοβοήθειας σε πιο ευρεία πολιτιστική έκταση. Υπάρχει ακόμα μια ειδική ορολογία για την αλληλοβοήθεια καθώς εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο εφαρμογής μέσω νέων μορφών εξαιτίας κυρίως των δύσκολων συνθηκών ζωής.
Ο Κροπότκιν είχε ήδη γράψει για την αλληλοβοήθεια ανάμεσα στους Bushmen (10) στην περιοχή Kalahari για τους οποίους μιλούσε με θαυμασμό. Σύμφωνα με τον ίδιο, ζούσαν κάτω από “πρωτόγονο (11) κομμουνισμό” (δηλαδή κομμουνισμό αναπτυγμένο σε μια μη βιομηχανική κοινωνία). Όπως και άλλες πολλές ομάδες στην Αφρική (και τον κόσμο) οι Bushmen όχι μόνο εφάρμοζαν πρακτικά (12) την αλληλοβοήθεια και μοιράζονταν οτιδήποτε με τον καθένα – ακόμα και με ανθρώπους που δεν ανήκαν στην ομάδα τους – αλλά επιπλέον δεν είχαν αρχηγούς και έτσι μπορούν να θεωρηθούν “πρωτόγονοι αναρχικοί”. (13) Δεν εμπιστεύονταν τους αρχηγούς οι οποίοι προσπαθούσαν ν’ αποκτήσουν όλο και περισσότερα απειλώντας να καταστρέψουν τις πρακτικές εξισωτισμού. Ο Κροπότκιν έγραψε για τους Bushmen ότι “κυνηγούσαν από κοινού, και μοιράζονταν τη λεία χωρίς να φιλονικούν, ότι ποτέ δεν εγκατέλειπαν τους τραυματίες τους και επιδείκνυαν μεγάλη αφοσίωση στους συντρόφους τους” και “εάν δινόταν οτιδήποτε σε έναν Hottentont, αυτός αμέσως το μοίραζε ανάμεσα σε όλους τους παρευρισκόμενους (…) Δεν μπορούσε να φάει μόνος και, αν και πεινασμένος, καλούσε αυτούς που περνούσαν να το μοιραστούν”.

Ωστόσο, η αλληλοβοήθεια δεν υφίστατο μόνο ανάμεσα στους Bushmen στη Νότια Αφρική. Υπάρχουν αρκετά παραδείγματα αλληλοβοήθειας στη Νότια Αφρική που είναι γνωστά κάτω από διάφορες επωνυμίες και ορισμούς, αλλά όλα είναι το ίδιο. Επιπλέον, μπορούμε να διακρίνουμε πρακτικές αλληλοβοήθειας ανάμεσα σε όλες τις εθνικές ομάδες στη Νότια Αφρική.

Στη Νότια Αφρική η αλληλοβοήθεια βασίζεται συχνά στην ιδέα Ubuntu, η οποία, αν και λέξη της γλώσσας Ζουλού, χρησιμοποιείται κοινά από άλλες ομάδες σε όλη την Νότια Αφρική. Για την Ubuntu λέγονται και γράφονται πολλά, κυρίως στη Νότια Αφρική. Επίσης, συνδέεται συχνά και με την Εκκλησία. Δηλαδή, ενώ συγκεκριμένες παράμετροι της Ubuntu είναι παρόμοιες με αυτές τις μορφές αλληλοβοήθειας, υπάρχουν και αρκετές άλλες παράμετροι που οδηγούν τον κόσμο να δέχεται τη φτώχεια του τασσόμενος εναντίον της βελτίωσης των συνθηκών της ανθρώπινης ζωής. Είναι, λοιπόν, πολύ πιο ενδιαφέρον να μιλήσουμε για πρακτικές πραγματικής αλληλοβοήθειας που δεν συνδέονται με οποιαδήποτε θρησκεία.
Γενικά, το να βοηθά ο ένας τον άλλον στα χωράφια είναι πολύ κοινό στην επαρχιακή και αγροτική Αφρική. Κατά τη μεγαλύτερη διάρκεια του χρόνου τα χωράφια καλλιεργούνται από κοινού και ο άνθρωπος αυτός το χωράφι του οποίου καλλιεργείται τη μια μέρα παρέχει φαγητό και ποτό σε όποιον συμμετέχει στην όλη διαδικασία. Τα χωράφια καλλιεργούνται εκ περιτροπής και έτσι το χωράφι του καθένα θα δουλευτεί οπωσδήποτε και ο καθένας θα έχει τροφή κατά τη διάρκεια του θερισμού και της συγκομιδής.

Τις ίδιες κομμουνιστικές πρακτικές μπορούμε να συναντήσουμε σε όλη σχεδόν τη Ν. Αφρική σε περιπτώσεις που κάποιος πρέπει να χτίσει ένα σπίτι.
Επιπρόσθετα με τις πολιτιστικές πρατικές, έχουμε νέα παραδειγματα αλληλοβοήθειας που αναδύονται σε όλη τη Ν. Αφρική όταν οι άνθρωποι (ειδικά γυναίκες) συνεργάζονται για να σχηματίσουν όργανα ειδικών καθηκόντων, όπως για κηδείες, όπου βοηθούν ο ένας τον άλλον για να εξοικονομήσουν χρήματα για μια κηδεία και να βοηθήσουν ο ένας τον άλλον σε περίπτωση θανάτου μέλους της οικογένειας. Τέτοια όργανα παρέχουν, επίσης, ηθική συμπαράσταση στους συγγενείς του νεκρού. Αλλά αυτές οι νέες μορφές αναδύθηκαν κυρίως ως αποτέλεσμα της φτώχειας.

Ένα άλλο νέο παράδειγμα στη Ν. Αφρική είναι τα stokvels (λαϊκές ομάδες που συλλέγουν χρήματα) όπου οι άνθρωποι βοηθούν ο ένας τον άλλον με το να αποταμιεύουν χρήματα που στο τέλος μιας προκαθορισμένης περιόδου μπορούν να δαπανηθούν για απαραίτητα προϊόντα του σπιτού (όπως ψυγεία).

Παιδικοί σταθμοί στις φτωχές περιοχές της Ν. Αφρικής που μια, έτσι κι αλλιώς, άνεργη γυναίκα φροντίζει τα παιδιά μιας εργαζόμενης γυναίκας, κάτι που είναι πολύ κοινό, με την πρώτη να λαμβάνει τροφή ως αντάλλαγμα.

Η αλληλοβοήθεια βασισμένη στην κουλτούρα

Ένα καλό παράδειγμα του πώς μόνο οι φύλαρχοι ή μια μειοψηφία ήθελαν να καθοδηγήσουν πολέμους και η πλειοψηφία ενός συγκεκριμένου πληθυσμού ήθελε να ζήσει ειρηνικά, είναι οι Ζουλού (Zulus), οι οποίοι έχουν θεωρηθεί αρκετά βίαιοι. Αλλά η αλληλοβοήθεια είναι κάτι πολύ κοινό ανάμεσα στους Ζουλού, κάτι παραπάνω απ’ ό,τι ανάμεσα σε άλλες εθνικές ομάδες στη Νότια Αφρική. Ενώ μερικοί φύλαρχοι των Ζουλού ήσαν προφανώς βίαιοι (όπως όλοι οι φύλαρχοι εξαιτίας της εξουσίας και της διαφθοράς) οι άνθρωποι ζούσαν ειρηνικά και πάντα υποστήριζε ο ένας τον άλλον. Σήμερα υπάρχουν αρκετά παραδείγματα αλληλοβοήθειας βασισμένα στην κουλτούρα των Ζουλού.

Γενικά, η κοινωνία των Ζουλού έχει οικοδομηθεί με βάση το λεγόμενο “umuntu ngumuntu ngabantu”, το οποίο μεταφράζεται ως “ένας άνθρωπος είναι ένας άνθρωπος διαμέσου άλλων ανθρώπων”, που σημαίνει ότι κάποιος χρειάζεται ολόκληρη την κοινότητα για να προωθήσει την ατομικότητα του άλλου.

Η αλληλοβοήθεια είναι γνωστή με διάφορους όρους στη γλώσσα των Ζουλού. Ένας από αυτούς τους όρους είναι ο όρος ilimo που αναφέρεται στην κοινή εργασία στους αγρούς κάποιου κατά τη διάρκεια της περιόδου της σποράς και ο καθένας που συμμετέχει στην εργασία αυτή αμοίβεται με τροφή και παραδοσιακή μπύρα. Την βδομάδα που ακολουθεί θα οργωθεί το χωράφι κάποιου άλλου.

Η λέξη των Ζουλού για την κηδεία είναι masingcwabane και σημαίνει “ας θάψουμε ο ένας τον άλλον”. Οι άνθρωποι μιας κοινότητας προσφέρουν ένα συγκεκριμένο ποσόν κάθε μήνα. Τα χρήματα αυτά χρησιμοποιούνται για την κηδεία κάποιου που έχει προσφέρει στην κοινότητα. Αποσύρεται ένα συγκεκριμένο ποσόν από τον τραπεζικό λογαριασμό και δίνεται στην οικογένεια του νεκρού. Το ποσόν αυτό καλύπτει τα έξοδα της κηδείας, την αγορά φερέτρου, την ενοικίαση τέντας, καρεκλών κ.λπ.

Η λέξη των Ζουλού masakhane, η οποία σημαίνει “ας οικοδομήσουμε ο ένας τον άλλον” αναφέρεται στην από κοινού κατασκευή ενός σπιτιού.
Η φράση izandla ziyagezana (των Ζουλού) μεταφρασμένη σημαίνει “όταν πλένουμε τα χέρια του ενός, το ένα χέρι πλένει το άλλο” και το αντίστροφο. Κάθε χέρι βοηθά το άλλο για να πλυθεί. Οπότε, ο ένας άνθρωπος πρέπει να βοηθά τον άλλον όπως κάνουν και τα χέρια.

Στις κουλτούρες των Sotho και των Tswana η αλληλοβοήθεια είναι γνωστή ως letsema. Letsema, όταν οι άνθρωποι ενώνονται για έναν κοινό σκοπό και έχει ως αποτέλεσμα οφέλη υπέρ όλων εκείνων που συμμετέχουν σ΄ αυτήν. Αναφέρεται στη συνεταιριστική εργασία στο χωριό σε κοινά σχέδια, για παράδειγμα δημόσια έργα.

Μια άλλη κομμουνιστική πλευρά της κουλτούρας των Sotho και ακόμα της κουλτούρας των Pondo, είναι η κοινή ανατροφή των παιδιών που σημαίνει ότι πρέπει όλοι να συμμετάσχουν στο μεγάλωμα των παιδιών μιας κοινότητας. Με άλλα λόγια, ο καθένας βοηθά στην ανατροφή τους.
Στην κουλτούρα των Pedi η λέξη kobufedi αναφέρεται στην κοινή εργασία στα χωράφια κάποιου. Ο καθένας βοηθά στο φύτεμα δημητριακών και τη φροντίδα της σοδειάς επειδή η εργασία αυτή εξυπηρετεί ολόκληρη την κοινότητα.

Στην κουλτούρα των Xhosa η λέξη dibanisani σημαίνει “ας εργαστούμε μαζί για ένα καλύτερο μέλλον”. Είναι ένας γενικός όρος που αναφέρεται στη στιγμή που οι άνθρωποι συγκεντρώνονται και βοηθά ο ένας τον άλλον. Για παράδειγμα θρησκευτικές τελετές γίνονται οπουδήποτε κάθε χρόνο και οι άνθρωποι σε ένα μέρος πρέπει να είναι προετοιμασμένοι γι’ αυτό. Εάν κάποιο καλυβόσπιτο πιάσει φωτιά τότε ο ένας βοηθάει τον άλλο να ξαναφτιαχτεί. Στις κηδείες ή στους γάμους οι άνθρωποι βοηθιούνται μεταξύ τους, για παράδειγμα στο μαγείρεμα και το καθάρισμα.
Στην κουλτούρα των Venda η αλληλοβοήθεια είναι γνωστή ως uthusana που σημαίνει “βοηθώντας ο ένας τον άλλον”.

Στη Ζουαζιλάνδη η λέξη lilima είναι ο όρος των Swati για την αλληλοβοήθεια. Αναφέρεται στον γείτονα που βοηθά τον άλλον γείτονα.
Υπάρχουν αρκετά παραδείγματα απ’ όλη τη Νότια Αφρική που δεν μπορούν να συμπεριληφθούν στο άρθρο αυτό, αλλά όλα είναι παρόμοια μεταξύ τους και εξακολουθούν να ισχύουν, δείχνοντας ότι παρά το υψηλό επίπεδο εγκληματικότητας (η οποία έχει άμεση σχέση με την τεράστια ανισότητα στη Νότια Αφρική) καθώς και το αντικοινωνικό έγκλημα, υπάρχει ήδη μια μεγάλη δυναμικότητα στην οποία μπορούμε να βασιστούμε για να δημιουργήσουμε ένα καλύτερο κόσμο.

Η επικαιρότητα της αλληλοβοήθειας στη σημερινή κοινωνία

Αρκετές από τις πρακτικές της αλληλοβοήηθειας έχουν ξεχαστεί, κυρίως επειδή έχουν καταστραφεί από το Κράτος. Το Κράτος δεν θέλει να είναι ανεξάρτητοι οι άνθρωποι, να καλλιεργούν τη τροφή τους και να είναι αυτόνομοι απ’ αυτό, αλλά θέλει να ελέγχει τους ανθρώπους. Οι άνθρωποι έχουν ακόμα ξεχάσει πώς να καλλιεργούν τη δική τους τροφή. Αν είναι τυχεροί γίνονται εργάτες, αλλιώς θα μείνουν άνεργοι εργάτες, η μόνη ευκαιρία των οποίων είναι να εκλιπαρούν για ελεημοσύνη ή να προχωρήσουν στο έγκλημα. Η ζωή στις πόλεις συχνά όχι μόνο καταστρέφει την κουλτούρα του καθένα, αλλά επίσης καταστρέφει την κοινωνία μας με το να προωθεί τον ατομικισμό και κάνοντας τους ανθρώπους να ξεχνούν την αλληλοβοήθεια. Ο Κροπότκιν το έδειξε αυτό όταν έγραψε ότι “ανάμεσα στους Hottentots αποτελούσε σκάνδαλο να φας χωρίς να καλεστείς μεγαλοφώνως τρεις φορές ακόμα και αν δεν υπήρχε κάποιος που ήθελε να μοιραστεί την τροφή. Το μόνο που ένας σεβαστός πολίτης πρέπει να κάνει τώρα είναι να πληρώνει φόρους και να αφήνει τους πεινασμένους να πεινούν”. (Kropotkin 2006 (1902): 188). Σε καιρούς κρίσης κάτι τέτοιο θα ήταν ολέθριο.
Σε αρκετές κωμοπόλεις βλέπουμε μερικούς ανθρώπους να διατηρούν κοινοτικούς κήπους και να μοιράζουν τα αγαθά. Τα παραδείγματα που παρατέθηκαν πριν αποτελούν δείγματα ζώσας και αυξανόμενης αλληλοβοήθειας επειδή οι άνθρωποι έχουν αρχίσει να συνειδητοποιούν ότι η λύση πολλών προβλημάτων μας είναι το να εργαστούμε από κοινού, να βοηθήσει ο ένας τον άλλον. Ο Κροπότκιν κατέστησε ξακάθαρο το πώς μπορούμε στη σημερινή κοινωνία και ειδικά στις πόλεις, να μάθουμε από παλαιότερες ανάλογες πρακτικές καθώς και από κάθε τι εξακολουθεί να είναι ζωντανό στην ύπαιθρο σε όλο τον κόσμο. Η αλληλοβοήθεια είναι ένας τρόπος επανάκτησης εκ μέρους μας μιας κάποιας ανεξαρτησίας μας από το Κράτος ή τους φλανθρωπικούς οργανισμούς. Είναι μια πλευρά στην οποία πρέπει να βασιστούμε για να οικοδομήσουμε ένα καλύτερο κόσμο και στην οποία πρέπει να βασίζεται ένας καλύτερος κόσμος.

Σημειώσεις:
1. Δαρβινισμός: Θεωρία της εξέλιξης του ανθρώπινου είδους, η θεωρία της “επιβίωσης του δυνατότερου”.
2. Όταν γράφω για ανθρώπινη φύση αναφέρομαι στο διάλογο εάν οι άνθρωποι είναι από τη φύση τους καλοί ή κακοί.
3. Διακρίσεις σε βάρος των γυναικών.
4. Διακρίσεις σε βάρος των ομοφυλόφιλων.
5. Διακρίσεις σε βάρος των ανθρώπων με αναπηρίες.
6. Εννοείται η μελέτη των κοινωνικών και πολιτιστικών πλευρών της ανθρωπότητας.
7. Kropotkin Peter, (2006 (1902)) Mutual Aid. A factor of Evolution. Mineola, New York: Dover.
8. Κοινωνίες που δεν έχουν γνωρίσει οποιαδήποτε μορφή διαμάχης, όπως οι Bushmen του Καλαχάρι.
9. Φιλανθρωπία μη περιορισμένη σε μια συγκεκριμένη θρησκεία όπως γίνεται άλλες μορφές φιλανθρωπίας.
10. Ο όρος αυτός χρησιμοποιείτο κοινά την εποχή που έζησε ο Κροπότκιν, αλλά σήμερα είναι άχρηστος και χρησιμοποιούμε γενικώς τον όρο Bushmen. (Δική μας σημείωση: Συγγενική εθνικά ομάδα με τους Bushmen, ζούσαν στη Νότια Αφρική από τον 5ο μ.Χ. αιώνα. Με την άφιξη των Ευρωπαίων το 1652, είχαν ήδη αναπτύξει εκτεταμένη κτηνοτροφία. Οι Ευρωπαίοι τους ονόμασαν Hottentots από τους ήχους του “χ” και το “τ” της γλώσσας τους Khoisan που μιλούσαν).
11. Ο όρος πρωτόγονος δεν χρησιμοποιήθηκε μειωτικά από τον Κροπότκιν.
12. Γράφω στο παρελθόν γιατί το μεγαλύτερο μέρος της κουλτούρας των Bushmen καταστράφημε από τον αποικισμό και τον καπιταλισμό.
13. Οι αναρχικές κοινωνίες έχουν μελετηθεί και παρουσιασθεί από διάφορους συγγραφείς, για παράδειγμα Barclay, Harold (1996): People Without Government. An Anthropology of Anarchy. London: Kahn & Averill.

• Πρώτη δημοσίευση στην αγγλική γλώσσα στο 10ο τεύχος του περιοδικού «Zabalaza: A Journal of Southern African Revolutionary Anarchism», Απρίλιος 2009, του Zabalaza Anarchist Communist Front (ZACF – Αναρχικό Κομμουνιστικό Μέτωπο Zabalaza). Στην αγγλική γλώσσα βρίσκεται επίσης στο http://www.anarkismo.net/article/12636 Ελληνική μετάφραση «Ούτε Θεός-Ούτε Αφέντης», Μάης 2009. Για περαιτέρω πληροφόρηση για το ZACF επισκεφθείτε το http://www.zabalaza.net

anarkismo.net/article/13290

Comments Off on Αλληλοβοήθεια: μια αναρχική ιδέα σε εφαρμογή

ο αναρχισμός είναι μια έκφραση της πάλης ενάντια στην καταπίεση και την εκμετάλλευση, μια γενίκευση των εμπειριών και των αναλύσεων των εργαζόμενων για το τι είναι λάθος στο παρόν σύστημα και μια έκφραση των ελπίδων και των ονείρων μας για ένα καλύτερο μέλλον.

ο αναρχισμός είναι μια έκφραση της πάλης ενάντια στην καταπίεση και την εκμετάλλευση, μια γενίκευση των εμπειριών και των αναλύσεων των εργαζόμενων για το τι είναι λάθος στο παρόν σύστημα και μια έκφραση των ελπίδων και των ονείρων μας για ένα καλύτερο μέλλον. Αυτή η πάλη υπήρχε πολύ προτού ονομαστεί αναρχισμός, όμως το ιστορικό αναρχικό κίνημα (ομάδες ανθρώπων που ονόμαζαν τις ιδέες τους αναρχικές και επιδίωκαν μια αναρχική κοινωνία) είναι ουσιαστικά ένα προϊόν της πάλης της εργατικής τάξης ενάντια στον καπιταλισμό και το κράτος, ενάντια στην καταπίεση και την εκμετάλλευση και υπέρ μιας ελεύθερης κοινωνίας ισότιμων ατόμων.

Αναρχισμός είναι μια πολιτική θεωρία που επιδιώκει να δημιουργήσει την αναρχία, «την απουσία κάποιου αφέντη, κάποιου κυρίαρχου.» (Προυντόν Τι είναι Ιδιοκτησία, σελ. 264)

Με άλλα λόγια, αναρχισμός είναι μία πολιτική θεωρία που στοχεύει να δημιουργήσει μια κοινωνία στην οποία τα άτομα συνεργάζονται ελεύθερα και ισότιμα. Όντας μια τέτοια θεωρία ο αναρχισμός αντιτίθεται σε όλες τις μορφές ιεραρχικού ελέγχου – είτε πρόκειται για τον έλεγχο από το κράτος είτε από κάποιον καπιταλιστή – θεωρώντας τον επιζήμιο για το άτομο και την ατομικότητά του, καθώς και περιττό.

Ενώ η κοινή αντίληψη για τον αναρχισμό είναι ότι πρόκειται για ένα βίαιο, αντι-Κρατικό κίνημα, ο αναρχισμός αποτελεί μία πολύ περισσότερο εκλεπτυσμένη και γεμάτη αποχρώσεις παράδοση από το να είναι μια απλή αντίσταση στην κρατική εξουσία. Οι αναρχικοί αντιτίθενται στην αντίληψη ότι η εξουσία και η κυριαρχία είναι απαραίτητες για την κοινωνία και αντιθέτως είναι υπέρμαχοι περισσότερο συνεργατικών, αντιιεραρχικών μορφών κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής οργάνωσης. («Η Πολιτική της Ατομικότητας» σελ. 106)

Αυτή η διαδικασία δυσφήμισης δεν έχει ιστορικό αντίστοιχο. Για παράδειγμα, σε χώρες όπου έχουν θεωρήσει απαραίτητη τη διακυβέρνηση από ένα πρόσωπο (μοναρχία), οι λέξεις «ρεπουμπλικανισμός» ή «δημοκρατία» έχουν χρησιμοποιηθεί ακριβώς όπως η λέξη «αναρχία», για να υπαινιχθούν αταξία και σύγχυση. Εκείνοι που έχουν ένα ισχυρό συμφέρον να διατηρηθεί η καθεστηκυία τάξη, προφανώς θα θελήσουν να υπαινιχθούν ότι η αντίπαλη προς το παρόν σύστημα ιδεολογία δεν μπορεί να λειτουργήσει στην πράξη και πως μια νέα μορφή κοινωνίας δε θα οδηγούσε παρά στο χάος. Ή όπως το εκφράζει ο Ερρίκος Μαλατέστα:

«από τη στιγμή που θεωρήθηκε ότι κάποια κυβέρνηση είναι απαραίτητη και πως χωρίς κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να υπάρξει τίποτα άλλο παρά αταξία και σύγχυση, ήταν φυσικό και λογικό πως η αναρχία, που σημαίνει απουσία κυβέρνησης, θα ακουγόταν αναγκαστικά ως απουσία τάξης.» («Αναρχία», σελ. 16)

«Αλλάξτε τους γνώμη, πείστε το λαό ότι η κυβέρνηση δεν είναι μόνο περιττή, αλλά και εξαιρετικά επιζήμια, και τότε η λέξη αναρχία, μόνο και μόνο με το να σημαίνει απουσία κυβέρνησης, θα φτάσει για τον καθένα να σημαίνει : φυσική τάξη, ενότητα των ανθρώπινων αναγκών και των συμφερόντων όλων, ολοκληρωμένη ελευθερία μέσα σε ολοκληρωμένη αλληλεγγύη». [Op. Cit., pp. 16]

Παράλληλα με την καταπολέμηση των διαστρεβλώσεων που παράγονται απ’ την «κοινή αντίληψη» της έννοιας «αναρχία», πρέπει επίσης να καταπολεμήσουμε τις διαστρεβλώσεις στις οποίες ο αναρχισμός και οι αναρχικοί έχουν υποβληθεί διαχρονικά από τους πολιτικούς και κοινωνικούς εχθρούς μας. Διότι, όπως το θέτει ο Βαρθολομαίος Βαντζέτι, οι αναρχικοί είναι «οι πιο ριζοσπάστες από τους ριζοσπάστες – οι μαύρες γάτες, το φόβητρο πολλών, όλων των στενόμυαλων, των εκμεταλλευτών, των τσαρλατάνων, των απατεώνων και των καταπιεστών. Κατά συνέπεια είμαστε, επίσης, οι πλέον συκοφαντημένοι, δυσφημισμένοι, παρεξηγημένοι και κυνηγημένοι απ’ όλους.» (Νικόλα Σάκκο και Βαρθολομαίου Βαντζέτι. Γράμματα του Σάκκο και του Βαντζέτι, σελ. 174)

Ο Βαντζέτι ήξερε για τι πράγμα μιλούσε. Ο ίδιος και ο σύντροφός του Νικόλα Σάκκο ενοχοποιήθηκαν από το κράτος των ΗΠΑ για ένα έγκλημα που δεν διέπραξαν και, τελικώς, εκτελέστηκαν στην ηλεκτρική καρέκλα για το ότι ήταν ξένοι αναρχικοί στα 1927. Έτσι θα πρέπει να αναιρέσουμε τις συκοφαντίες και τις διαστρεβλώσεις στις οποίες οι αναρχικοί έχουν υποβληθεί από τα καπιταλιστικά μέσα ενημέρωσης, τους πολιτικούς, τους ουτοπιστές και τα αφεντικά (για να μην αναφέρουμε τις διαστρεβλώσεις από τους πρώην συντρόφους μας ριζοσπάστες όπως οι ελευθεριακοί και οι Μαρξιστές). Ελπίζουμε ότι όταν θα έχουμε ολοκληρώσει θα έχετε καταλάβει γιατί εκείνοι που είναι στην εξουσία έχουν ξοδέψει τόσο πολύ χρόνο σε επιθέσεις εναντίον του αναρχισμού – είναι αυτή η μόνη ιδεολογία που μπορεί αποτελεσματικά να εξασφαλίσει την ελευθερία για όλους και να δώσει τέλος σε όλα τα συστήματα που βασίζονται στην εξουσία των λίγων επί των πολλών.

Α.1. 1 Τι σημαίνει «αναρχία»;

Η λέξη «αναρχία» προέρχεται από το ελληνικό πρόθεμα αν (ή α), που σημαίνει «όχι», «έλλειψη κάποιου πράγματος», «απουσία κάποιου πράγματος», «υστέρηση σε κάτι», συν το «αρχός», που σημαίνει «κυβερνήτης», «προϊστάμενος», «αρχηγός», «επικεφαλής» ή «αυτός που έχει την εξουσία». Ή, όπως το θέτει ο Π.Κροπότκιν, η Αναρχία προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις που σημαίνουν «ενάντια στην εξουσία».
Ενώ οι ελληνικές λέξεις «άναρχος» και «αναρχία» συχνά εκλαμβάνονται ως «να μην υπάρχει κυβέρνηση» ή «να είσαι χωρίς κυβέρνηση», όπως μπορεί να δει κανείς, η ακριβής, αρχική σημασία του αναρχισμού δεν ήταν απλώς «χωρίς κυβέρνηση». «Αν – αρχία» σημαίνει «χωρίς κυβερνήτη» ή γενικότερα «χωρίς εξουσία», και με αυτή τη σημασία ανέκαθεν χρησιμοποιούσαν τη λέξη οι αναρχικοί. Για παράδειγμα, βλέπουμε τον Κροπότκιν να επιχειρηματολογεί πως η αναρχία «δεν επιτίθεται μόνο στο κεφάλαιο, αλλά και στις βασικές πηγές της ισχύος του καπιταλισμού: το νόμο, την εξουσία και το Κράτος».[ Op. Cit., p. 150] Για τους αναρχικούς, αναρχία σημαίνει «όχι κατ’ ανάγκην έλλειψη τάξης, όπως γενικά θεωρείται, αλλά έλλειψη αρχής» [Benjamin Tucker, Instead of a Book, p. 13] Hence David Weick’s excellent summary: Η εξαιρετική σύνοψη του Χενς Ντέηβιντ Γουεϊκ για το «Αντί Βιβλίου» του Μπέντζαμιν Τάκερ:
«Ως αναρχισμός μπορεί εννοηθεί η γενικότερη κοινωνική και πολιτική αντίληψη που εκφράζει άρνηση όλων των εξουσιών, των εθνικών κυριαρχιών, των επικυριαρχιών και ιεραρχικών καταμερισμών και μια βούληση για την κατάλυσή τους. Ως εκ τούτου ο αναρχισμός είναι κάτι περισσότερο από αντι-κρατισμός…(ακόμα κι αν) η κυβέρνηση (το κράτος)…είναι, ως το πλέον πρόσφορο, το επίκεντρο της αναρχικής κριτικής. (Ξαναεπινοώντας την Αναρχία, σελ. 139)

Γι’ αυτό το λόγο, περισσότερο απ’ το να είναι απλώς αντι-κυβερνητικός ή αντι-κρατικός, ο αναρχισμός είναι πρωταρχικά ένα κίνημα που εναντιώνεται στις ιεραρχίες. Γιατί; Διότι η ιεραρχία είναι εκείνη η οργανωτική δομή που εμπεριέχει εξουσία. Δεδομένου ότι το κράτος είναι η «ανώτατη» μορφή ιεραρχίας, οι αναρχικοί είναι, εξ ορισμού, αντι-κρατιστές, κι ωστόσο αυτός δεν είναι ένας επαρκής ορισμός του αναρχισμού. Αυτό σημαίνει ότι οι πραγματικοί αναρχικοί αντιτίθενται σε όλες τις μορφές ιεραρχικής οργάνωσης, όχι μόνο στο κράτος. Με τα λόγια του Μπράιαν Μόρρις;

Ο όρος αναρχία προέρχεται από το ελληνικά, και ουσιαστικά σημαίνει «χωρίς κυβερνήτη (ηγεμόνα, άρχοντα)». Οι αναρχικοί είναι άνθρωποι που απορρίπτουν όλες τις μορφές κυβέρνησης ή επιβαλλόμενης εξουσίας, όλες τις μορφές ιεραρχίας και κυριαρχίας. Κατά συνέπεια αντιτίθενται σε αυτό που ο Μεξικάνος αναρχικός Φλόρες Μαγκόν αποκάλεσε «ζοφερή τριάδα» – το κράτος, το κεφάλαιο και την εκκλησία. Οι αναρχικοί, συνεπώς, αντιτίθενται τόσο στον καπιταλισμό και το κράτος όσο και σε όλες τις μορφές της θρησκευτικής εξουσίας. Όμως οι αναρχικοί αναζητούν, επίσης, να εγκαθιδρύσουν ή να επιφέρουν με διάφορα μέσα, μια συνθήκη αναρχίας, δηλαδή, μια αποκεντρωμένη κοινωνία χωρίς επιβαλλόμενους θεσμούς, μια κοινωνία οργανωμένη μέσω μιας συνομοσπονδίας αυτόβουλων συσχετισμών. (Ανθρωπολογία και Αναρχισμός, σελ. 35-41)

Η αναφορά στην ιεραρχία σε αυτό το πλαίσιο είναι μια σχετική πρόσφατη εξέλιξη – οι «κλασικοί» αναρχικοί όπως ο Προυντόν, ο Μπακούνιν και ο Κροπότκιν χρησιμοποιούσαν κι αυτοί τη λέξη, σπάνια ωστόσο (συνήθως προτιμούσαν την «εξουσία», που χρησιμοποιούνταν ως συντομογραφία του «εξουσιαστικού καθεστώτος»). Ωστόσο, είναι εμφανές από τα γραψίματά τους ότι τους χαρακτήριζε μια φιλοσοφία ενάντια στην ιεραρχία, ενάντια στην ανισοκατανομή της ισχύος ή των προνομίων μεταξύ των ατόμων. Ο Μπακούνιν μίλησε για αυτό όταν επιτέθηκε την «επίσημη» εξουσία αλλά υπερασπίστηκε τη «φυσική επιρροή» και επίσης όταν είπε:
«Θέλετε να καταστήσετε αδύνατο για οποιονδήποτε να καταπιέζει ένα συνάνθρωπό του; Τότε εξασφαλίστε ότι κανείς δεν θα κατέχει εξουσία» (Η Πολιτική Φιλοσοφία του Μπακούνιν, σελ. 271)

Όπως παρατηρεί ο Τζεφ Ντρον, «ενώ πάντοτε υπήρξε ένα λανθάνον κομμάτι του «επαναστατικού προγράμματος, μόλις πρόσφατα έχει αυτή η ευρύτερη αντίληψη της αντι-ιεραρχίας αναδειχθεί προς λεπτομερέστερη διερεύνηση. Παρ’ όλα αυτά, τη ρίζα της μπορεί εύκολα να τη δει κανείς στις ελληνικές ρίζες της λέξης «αναρχία» (Μεταξύ Αναρχισμού και Ελευθεριακής ιδεολογίας: Ορίζοντας ένα Νέο Κίνημα) Επισημαίνουμε ότι αυτή η αντίθεση στην ιεραρχία δεν περιορίζεται, για τους αναρχικούς, μόνο στο κράτος ή την κυβέρνηση. Περιλαμβάνει όλες τις εξουσιαστικές οικονομικές και κοινωνικές σχέσεις καθώς και τις πολιτικές, κι ιδιαίτερα εκείνες που έχουν σχέση με την καπιταλιστική ιδιοκτησία και την μισθωτή εργασία. Αυτό μπορεί να διαπιστωθεί από το επιχείρημα του Προυντόν ότι «το Κεφάλαιο…στο πολιτικό πεδίο είναι το ανάλογο της κυβέρνησης….Η οικονομική έννοια του Καπιταλισμού, της πολιτικής της κυβέρνησης ή της εξουσίας και η θεολογική έννοια της Εκκλησίας είναι τρεις ταυτόσημες έννοιες, που συνδέονται με διάφορους τρόπους. Το να επιτεθεί κανείς στη μία ισοδυναμεί με το να επιτεθεί σε όλες τους…Αυτό που κάνει το κεφάλαιο στην εργασία, και το Κράτος στην ελευθερία, το κάνει η Εκκλησία στο πνεύμα. Η τριάδα της απολυταρχίας είναι εξίσου ολέθρια στις πρακτικές της όσο και στη φιλοσοφία της. Το πλέον αποτελεσματικό μέσο καταπίεσης των ανθρώπων θα ήταν να υποδουλώσεις ταυτόχρονα το σώμα, τη βούληση και τη λογική τους. (Η Κόκκινη Έμμα μιλά, σελ. 50). Σαράντα χρόνια νωρίτερα ο Μπακούνιν έκανε την ίδια επισήμανση όταν τόνισε ότι κάτω απ’ το παρόν σύστημα «ο εργάτης πουλάει τον εαυτό του και την ελευθερία του για ορισμένο χρόνο» στον καπιταλιστή με αντάλλαγμα κάποιο μισθό. (. [Op. Cit., p. 187]).

Επομένως, «αναρχία» σημαίνει κάτι περισσότερο από «χωρίς κυβέρνηση» απλώς, σημαίνει αντίθεση σε όλες τις μορφές της εξουσιαστικής οργάνωσης και ιεραρχίας. Με τα λόγια του Κροπότκιν, «η πηγή της αναρχικής πρωταρχικής αντίληψης για την κοινωνία…(βρίσκεται στην) κριτική…των ιεραρχικών οργανώσεων και της εξουσιαστικής αντίληψης για την κοινωνία, και…την ανάλυση των τάσεων που έχουν εκδηλωθεί στα προοδευτικά κινήματα της ανθρωπότητας [Op. Cit., p. 158]. Για τον Μαλατέστα, ο αναρχισμός «γεννήθηκε ως μια ηθική εξέγερση ενάντια στην κοινωνική αδικία» και «τα συγκεκριμένα αίτια της κοινωνικής παθογένειας» θα μπορούσαν να εντοπιστούν στην «καπιταλιστική ιδιοκτησία και το Κράτος». Όταν οι καταπιεζόμενοι «επεδίωξαν να ανατρέψουν τόσο το Κράτος όσο και την ιδιοκτησία—τότε ήταν που γεννήθηκε ο αναρχισμός» (Ερρίκος Μαλατέστα: Η ζωή και οι ιδέες του, σελ. 19)

Συνεπώς κάθε απόπειρα ισχυρισμού ότι η αναρχία είναι απλώς αντι-κρατική είναι διαστρέβλωση της λέξης και του τρόπου με τον οποίο χρησιμοποιήθηκε από το αναρχικό κίνημα. Όπως το θέτει ο Μπράιαν Μόρις «όταν μελετά κάποιος τα κείμενα των κλασικών αναρχικών…καθώς και τον χαρακτήρα των αναρχικών κινημάτων…γίνεται προφανές ότι ποτέ δεν είχε (η ιδεολογία αυτή) αυτή την περιορισμένη οπτική (του να είναι απλώς αντικρατική). Πάντοτε συγκρουόταν με όλες τις μορφές εξουσίας και εκμετάλλευσης και έχει υπάρξει εξίσου επικριτική απέναντι στον καπιταλισμό και τη θρησκεία όσο υπήρξε και στο κράτος». [Op. Cit., p. 40]

Ενώ πραγματευτήκαμε πώς θα μπορούσε να είναι μια αναρχική κοινωνία στο πρώτο μέρος, ο Νόαμ Τσόμσκι συνοψίζει την βασική πτυχή της δηλώνοντας πως σε μια αληθινά ελεύθερη κοινωνία «κάθε αλληλεπίδραση μεταξύ ανθρώπων που υπερβαίνει τη διαπροσωπική – με την έννοια ότι παίρνει κάποιου είδους θεσμική μορφή- στην κοινότητα, το χώρο δουλειάς, την οικογένεια, την ευρύτερη κοινωνία, όποια κι αν είναι αυτή, θα πρέπει να υπόκειται στον άμεσο έλεγχο των συμμετεχόντων σε αυτήν. Αυτό θα σήμαινε εργατικά συμβούλια στη βιομηχανία, λαϊκή δημοκρατία στις κοινωνίες, αλληλεπίδραση μεταξύ τους, ελεύθερες συνενώσεις σε μεγαλύτερες ομάδες, μέχρι και στο επίπεδο της οργάνωσης μια διεθνούς κοινωνίας». [Anarchism Interview].

Η κοινωνία θα έπαυε να διαιρείται σε μια ιεραρχία αφεντικών και εργατών, κυβερνώντων και κυβερνωμένων. Αντιθέτως, μια αναρχική κοινωνία θα βασιζόταν στον ελεύθερο συσχετισμό εντός συμμετοχικών οργανισμών και θα λειτουργούσε από τα κάτω προς τα πάνω. Οι αναρχικοί, θα πρέπει να σημειωθεί, προσπαθούν να δημιουργήσουν σε όσο μεγαλύτερο βαθμό μπορούν αυτού του είδους την κοινωνία σήμερα, στις οργανώσεις, τους αγώνες και τις δραστηριότητές τους.

Α.1.2 Τι σημαίνει «αναρχισμός»;

Για να παραπέμψουμε στον Π.Κροπότκιν, Αναρχισμός είναι «το χωρίς-κυβέρνηση σύστημα σοσιαλισμού» (Αναρχισμός, σελ.46). Με άλλα λόγια, «η κατάργηση της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης ανθρώπου από άνθρωπο, δηλαδή η κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας (καπιταλισμός) και της κυβέρνησης.» (Ερρίκος Μαλατέστα, Προς τον Αναρχισμό, σελ. 75).

Ο Αναρχισμός, ως εκ τούτου, είναι η πολιτική θεωρία που επιδιώκει να δημιουργήσει μια κοινωνία που δεν θα έχει πολιτικές, οικονομικές ή κοινωνικές ιεραρχίες. Οι αναρχικοί υποστηρίζουν ότι η αναρχία, η απουσία εξουσιαστών, είναι μια βιώσιμη μορφή κοινωνικού συστήματος και έτσι εργάζονται για τη μεγιστοποίηση της ατομικής ελευθερίας και της κοινωνικής ισότητας. Βλέπουν τους στόχους της ελευθερίας και της ισότητας ως αμοιβαία αλληλοϋποστηριζόμενους. Με άλλα λόγια, στο διάσημο απόφθεγμα του Μπακούνιν:
«Είμαστε πεπεισμένοι ότι ελευθερία χωρίς Σοσιαλισμό σημαίνει ευνοιοκρατία και άδικία, και πως ο Σοσιαλισμός χωρίς ελευθερία είναι σκλαβιά και κτηνωδία» («Η Πολιτική Φιλοσοφία του Μπακούνιν, σελ. 269)

Η ιστορία των ανθρώπινων κοινωνιών αποδεικνύει την άποψη αυτή. Η ελευθερία χωρίς την ισότητα είναι ελευθερία μόνο για τους ισχυρούς, ενώ η ισότητα χωρίς την ελευθερία είναι αδύνατη και νομιμοποιεί τη σκλαβιά.

Ενώ υπάρχουν πολλές διαφορετικές μορφές αναρχισμού (από τον ατομικιστικό αναρχισμό μέχρι τον κομμουνιστικό-αναρχισμό –βλέπε στο Α.3 μέρος για περισσότερες λεπτομέρειες), υπήρξαν πάντοτε δύο κοινές θέσεις στον πυρήνα όλων τους –η εναντίωση στην κυβέρνηση και η εναντίωση στον καπιταλισμό. Με τα λόγια του ατομικιστή-αναρχικού Μπέντζαμιν Τάκερ, ο αναρχικός εμμένει «στην κατάργηση του Κράτους και την κατάργηση της τοκογλυφίας – να μην υπάρχει κυβέρνηση ανθρώπου από άνθρωπο και εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.» [cited by Eunice Schuster, Native American Anarchism, p. 140]. Όλοι οι αναρχικοί αντιλαμβάνονται το κέρδος, τον τόκο, το ενοίκιο ως τοκογλυφία (ως εκμετάλλευση) και έτσι εναντιώνονται σε αυτά και τις συνθήκες που τα δημιουργούν εξίσου με το να εναντιώνονται στην κυβέρνηση και το Κράτος.

Γενικότερα, με τα λόγια της Λ.Σούζαν Μπράουν ο «ενωτικός δεσμός» εντός του αναρχισμού «είναι η παγκόσμια καταδίκη της ιεραρχίας και της κυριαρχίας και η επιθυμία να πολεμήσει κανείς για την ελευθερία της ατομικότητας του ανθρώπου» (Η Πολιτική του Ατομικισμού, σελ. 108). Για τους αναρχικούς ένα άτομο δεν μπορεί να είναι ελεύθερο όταν υπόκειται στην κρατική η καπιταλιστική εξουσία. Όπως το διατύπωσε επιγραμματικά Voltairine de Cleyre:
«Ο αναρχισμός…διδάσκει ότι μπορεί να υπάρξει μια κοινωνία στην οποία οι ανάγκες της ζωής μπορούν να καλύπτονται πλήρως για όλους και στην οποία οι ευκαιρίες για ολοκληρωμένη ανάπτυξη του μυαλού και του σώματος θα είναι κληρονομιά όλων…Διδάσκει πως η παρούσα άδικη οργάνωση της παραγωγής και της διανομής του πλούτου πρέπει στο τέλος να ξεθεμελιωθεί εντελώς και να αντικατασταθεί από ένα σύστημα το οποίο θα εξασφαλίζει στον καθένα την ελευθερία να εργάζεται, χωρίς προηγουμένως να αναζητά κάποιον αφέντη στον οποίο θα πρέπει να παραδώσει ένα φόρο για το προϊόν που παράγει και το οποίο θα εγγυάται την ελεύθερη πρόσβαση στις πηγές και τα μέσα παραγωγής….Από τους τυφλά υπάκουους διαμορφώνει τους δυσαρεστημένους, από τους ασυνείδητα μη ικανοποιημένους, διαμορφώνει τους συνειδητά μη ικανοποιημένους…Ο αναρχισμός επιζητά να αφυπνίσει τη συνειδητοποίηση της καταπίεσης, την επιθυμία για μια καλύτερη κοινωνία και την αίσθηση της αναγκαιότητας για ασίγαστο πόλεμο εναντίον του καπιταλισμού και του Κράτους» (Αναρχία! Μια Ανθολογία της Μητέρας Γης από την Έμμα Γκόλντμαν, σελ. 23-4).

Επομένως ο αναρχισμός είναι η πολιτική θεωρία που προκαλεί την δημιουργία της αναρχίας, μιας κοινωνίας βασισμένης στο απόφθεγμα «χωρίς άρχοντες (κυρίαρχους, ηγεμόνες). Για να το επιτύχει αυτό «από κοινού με όλους τους σοσιαλιστές, οι αναρχικοί θεωρούν ότι έχει περάσει πλέον η εποχή της ατομικής ιδιοκτησίας γης, κεφαλαίων, μηχανημάτων, ότι είναι καταδικασμένη να εξαφανιστεί και ότι όλα όσα είναι αναγκαίο να παράγονται πρέπει να και πρόκειται να γίνουν κοινή ιδιοκτησία της κοινωνίας και η διαχείρισή τους θα γίνεται από κοινού από τους παραγωγούς του πλούτου. Ακόμα υποστηρίζουν ότι το ιδανικό της πολιτικής οργάνωσης της κοινωνίας είναι μια κατάσταση στην οποία οι λειτουργίες της κυβέρνησης έχουν μειωθεί στο ελάχιστο…(και) πως ο τελικός στόχος της κοινωνίας είναι η μείωση των λειτουργιών της κυβέρνησης μέχρι του σημείου να εκμηδενιστούν – δηλαδή, μέχρι του σημείου να υπάρξει μια κοινωνία χωρίς κυβέρνηση, μέχρι την αναρχία. (Π.Κροπότκιν. Op. Cit., p. 46)

Κατά συνέπεια ο αναρχισμός είναι τόσο θετικός όσο και αρνητικός. Αναλύει και επικρίνει την παρούσα κοινωνία ενώ ταυτόχρονα προσφέρει το όραμα μιας πιθανής νέας κοινωνίας – μιας κοινωνίας που ικανοποιεί ορισμένες ανθρώπινες ανάγκες τις οποίες η παρούσα δεν αναγνωρίζει. Αυτές οι ανάγκες, κατά βάση, είναι η ελευθερία, η ισότητα και η αλληλεγγύη, που θα τις πραγματευτούμε στο Α.2 μέρος.
Ο αναρχισμός ενώνει την κριτική ανάλυση με την ελπίδα, διότι, όπως ο Μπακούνιν (στις προ-αναρχισμού μέρες του) υπογράμμισε, «η ορμή για καταστροφή είναι μια δημιουργική ορμή». Δεν μπορεί κάποιος να οικοδομήσει μια καλύτερη κοινωνία, χωρίς να κατανοήσει τι πρόβλημα υπάρχει στην παρούσα.

Ωστόσο, πρέπει να τονιστεί ότι ο αναρχισμός είναι κάτι περισσότερο από τα μέσα μιας ανάλυσης ή ένα όραμα μιας καλύτερης κοινωνίας. Η βάση του βρίσκεται, επίσης, στην πάλη, στην πάλη των καταπιεσμένων για την ελευθερία τους. Με άλλα λόγια, παρέχει τα μέσα επίτευξης ενός νέου συστήματος βασισμένου στις ανάγκες των ανθρώπων, όχι στην εξουσία, ένα σύστημα το οποίο βάζει τον πλανήτη πάνω από τα κέρδη. Η ρήση του Σκοτσέζου αναρχικού Στιούαρτ Κρίστι:
«Ο αναρχισμός είναι ένα κίνημα για την ανθρώπινη ελευθερία. Είναι χειροπιαστό, δημοκρατικό και υπέρ της ισότητας. Ο αναρχισμός ξεκίνησε – και παραμένει – μια άμεση μορφή αντίδρασης των μη προνομιούχων εναντίον της καταπίεσης και της εκμετάλλευσής τους.
Αντιτίθεται τόσο στην επίβουλη ανάπτυξη της κρατικής ισχύος όσο και στον ολέθριο εθισμό του κτητικού ατομικισμού, ο οποίος, από κοινού ή και χώρια, τελικά υπηρετεί μόνο τα συμφέροντα των λίγων εις βάρος των υπολοίπων.»

«Ο αναρχισμός είναι τόσο θεωρία όσο και τρόπος ζωής. Φιλοσοφικά, στοχεύει στη μέγιστη εναρμόνιση μεταξύ του ατόμου, της κοινωνίας και της φύσης. Πρακτικά, στοχεύει στο να οργανώσουμε και να ζούμε τις ζωές μας με τρόπο ώστε να γίνουν περιττοί οι πολιτικοί, οι κυβερνήσεις, τα κράτη και οι αξιωματούχοι τους. Σε μια αναρχική κοινωνία, αυτόνομα άτομα με αλληλοσεβασμό θα είναι οργανωμένα σε μη-καταπιεστικές σχέσεις εντός φυσικά καθορισμένων κοινοτήτων, στις οποίες τα μέσα παραγωγής και διανομής θα τα κατέχουν όλοι από κοινού.»

«Οι αναρχικοί δεν είναι ονειροπόλοι παθιασμένοι με αφηρημένες αρχές και θεωρητικές κατασκευές…Οι αναρχικοί συνειδητοποιούν πλήρως ότι μια τέλεια κοινωνία δεν είναι κάτι που θα αποκτηθεί αύριο. Στην πραγματικότητα, ο αγώνας θα κρατήσει για πάντα! Ωστόσο, είναι το όραμα είναι που δίνει το κίνητρο για αγώνα ενάντια στα πράγματα ως έχουν, και υπέρ των πραγμάτων που μπορεί να υπάρξουν…»

«Τελικά, μόνο ο αγώνας καθορίζει το αποτέλεσμα, και η πρόοδος προς μια καλύτερη κοινωνία πρέπει να αρχίζει με την βούληση για αντίσταση σε κάθε αδικία. Σε γενικές γραμμές, αυτό σημαίνει την αντίδραση σε κάθε μορφή εκμετάλλευσης και την περιφρόνηση της νομιμότητας όλων των μορφών καταπιεστικής εξουσίας. Αν οι αναρχικοί έχουν μία αρχή που την πιστεύουν ακλόνητα, αυτή είναι, από τη στιγμή που ο εθισμός της υπακοής στους πολιτικούς ή τους ουτοπιστές χάνεται ,και η αντίσταση στην επικυριαρχία και την εκμετάλλευση γίνεται τρόπος ζωής, τότε οι συνηθισμένοι άνθρωποι έχουν την ικανότητα να οργανώσουν κάθε πτυχή της ζωής τους με βάση τα δικά τους συμφέροντα, οπουδήποτε και οποτεδήποτε, τόσο ελεύθερα όσο και δίκαια.»

«Οι αναρχικοί δεν απέχουν από τους λαϊκούς αγώνες ούτε προσπαθούν να κυριαρχήσουν σε αυτούς. Επιζητούν να συμβάλλουν πρακτικά με όποιον τρόπο μπορούν και επίσης ενισχύουν στο εσωτερικό τους το μέγιστο δυνατό επίπεδο τόσο ατομικής αυτοπραγμάτωσης όσο και συλλογικής αλληλεγγύης. Είναι πιθανό να εντοπίσει κανείς αναρχικές ιδέες σχετικές με τις αυτόβουλες σχέσεις, την ισότιμη συμμετοχή στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων, την αλληλοβοήθεια και την αντίστοιχη κριτική όλων των μορφών κυριαρχίας σε φιλοσοφικά, κοινωνικά και επαναστατικά κινήματα όλων των καιρών και των τόπων.» (Η Γιαγιά μου με έκανε Αναρχικό, σελ. 162-3)

Ο αναρχισμός, πρεσβεύουν οι αναρχικοί, είναι απλώς η θεωρητική έκφραση της ικανότητάς μας να οργανωνόμαστε και να λειτουργούμε την κοινωνία χωρίς αφεντικά ή πολιτικούς. Επιτρέπει στην εργατική τάξη και σε άλλους καταπιεζόμενους ανθρώπους να συνειδητοποιήσουν την δύναμη που έχουν ως τάξη, να υπερασπιστούν τα άμεσα συμφέροντά τους και να αγωνιστούν για την επαναστατικοποίηση της κοινωνίας συνολικά. Μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να δημιουργήσουμε μια κοινωνία κατάλληλη γι’ ανθρώπους.

Δεν είναι αφηρημένη φιλοσοφία. Οι αναρχικές ιδέες εφαρμόζονται στην πράξη κάθε μέρα. Οπουδήποτε καταπιεσμένοι άνθρωποι ορθώνουν το ανάστημά τους διεκδικώντας τα δικαιώματά τους, αναλαμβάνουν δράση για να υπερασπιστούν την ελευθερία τους, εφαρμόζουν την αλληλεγγύη και την συν-εργασία, μάχονται ενάντια στην καταπίεση, οργανώνονται χωρίς ηγέτες και αφεντικά, ζει το πνεύμα του αναρχισμού. Οι αναρχικοί απλώς επιζητούν να ενδυναμώσουν αυτές τις ελευθεριακές τάσεις και να τις οδηγήσουν στην πλήρη τους καρποφορία. Καθώς πραγματευτήκαμε στο τμήμα J, οι αναρχικοί εφαρμόζουν τις ιδέες τους με πολλούς τρόπους εντός του καπιταλισμού προκειμένου να τον αλλάξουν προς το καλύτερο μέχρι να έλθει η εποχή κατά την οποία θα απαλλαγούμε εντελώς απ’ αυτόν. Το τμήμα Ι πραγματεύεται με τι σκοπεύουμε να τον αντικαταστήσουμε, σε τι αποσκοπεί ο αναρχισμός

Α.1.3 Γιατί ο αναρχισμός αποκαλείται επίσης και ελευθεριακός σοσιαλισμός;

Πολλοί αναρχικοί, βλέποντας την αρνητική διάσταση του ορισμού του «αναρχισμού», έχουν χρησιμοποιήσει άλλους όρους για να δώσουν έμφαση στην δομικά θετική και εποικοδομητική πλευρά των ιδεών του. Οι πιο συνηθισμένοι όροι είναι «ελεύθερος σοσιαλισμός», «ελεύθερος κομμουνισμός», «ελευθεριακός σοσιαλισμός» και «ελευθεριακός κομμουνισμός». Για τους αναρχικούς, ο ελευθεριακός σοσιαλισμός, ο ελευθεριακός κομμουνισμός και ο αναρχισμός είναι στην ουσία εναλλακτικοί ο ένας του άλλου. Όπως το θέτει ο Βαντζέτι:
«Σε τελική ανάλυση, είμαστε σοσιαλιστές όπως οι σοσιαλδημοκράτες, οι σοσιαλιστές, και οι κομμουνιστές είναι όλοι Σοσιαλιστές. Η διαφορά – η βασική διαφορά- που μας ξεχωρίζει απ’ όλους τους άλλους είναι ότι υποστηρίζουν την εξουσία ενώ εμείς την ελευθερία. Πιστεύουν στο Κράτος ή την Κυβέρνηση τους, εμείς πιστεύουμε στο να μην υπάρχει Κράτος ή Κυβέρνηση» (Νικόλα Σάκκο και Μπαρτολομέο Βαντζέτι, Τα γράμματα του Σάκκο και Βαντζέτι, σελ.274).

Όμως είναι σωστό αυτό; Μελετώντας ορισμούς από το Λεξικό της Αμερικανικής Κληρονομιάς, βλέπουμε ότι: ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΚΟΣ: κάποιος που πιστεύει στην ελευθερία πράξης και σκέψης, κάποιος που πιστεύει στην ελεύθερη βούληση.
ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ: ένα κοινωνικό σύστημα στο οποίο οι παραγωγοί κατέχουν τόσο την πολιτική ισχύ όσο και τα μέσα παραγωγής και διανομής αγαθών.

Αν απλώς συγχωνεύσουμε αυτούς τους δύο πρώτους ορισμούς προκύπτει: ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΚΟΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ: ένα κοινωνικό σύστημα που πιστεύει στην ελευθερία πράξης και σκέψης και στην ελεύθερη βούληση, στο οποίο οι παραγωγοί κατέχουν τόσο την πολιτική ισχύ όσο και τα μέσα παραγωγής και διανομής αγαθών. (Παρόλο που πρέπει να προσθέσουμε ότι τα συνηθισμένα σχόλιά μας για την έλλειψη πολιτικής κουλτούρας των λεξικών εξακολουθούν να ισχύουν. Ο μόνος λόγος που χρησιμοποιούμε αυτούς τους ορισμούς είναι για να δείξουμε ότι με το «ελευθεριακός» δεν υποδηλώνεται ο καπιταλισμός της «ελεύθερης αγοράς» ούτε ο “σοσιαλισμός» με το κράτος ιδιοκτήτη. Άλλα λεξικά, προφανώς, θα έχουν διαφορετικούς ορισμούς – ειδικά για τον σοσιαλισμό. Εκείνοι που επιθυμούν να ερίζουν γύρω από ορισμούς λεξικών είναι ελεύθεροι να ακολουθήσουν αυτό το ατέρμονο και πολιτικά άχρηστο χόμπι, εμείς ωστόσο δε θα το κάνουμε).

Ωστόσο, λόγω της δημιουργίας του Ελευθεριακού Κόμματος στις ΗΠΑ, πολλοί άνθρωποι θεωρούν τώρα ότι η ιδέα του «ελευθεριακού σοσιαλισμού» είναι αντιφατική ως προς τους όρους της. Για την ακρίβεια πολλοί «Ελευθεριακοί» πιστεύουν ότι οι αναρχικοί απλώς επιχειρούν να συσχετίσουν τις «αντι-ελευθεριακές» ιδέες του «σοσιαλισμού» (όπως τον αντιλαμβάνονται οι Ελευθεριακοί) με την ελευθεριακή ιδεολογία προκειμένου να κάνουν αυτές τις «σοσιαλιστικές ιδέες» πιο «αποδεκτές» – με άλλα λόγια προσπαθούν να κλέψουν την ταμπέλα του «ελευθεριακού» από τους νόμιμους ιδιοκτήτες της.

Τίποτα δε θα μπορούσε να απέχει περισσότερο απ’ την αλήθεια. Οι αναρχικοί χρησιμοποιούν τον όρο «ελευθεριακός» για να περιγράψουν τους εαυτούς τους και τις ιδέες τους από τη δεκαετία του 1850. Σύμφωνα με τον αναρχικό ιστορικό Μαξ Νετλώ ο επαναστάτης αναρχικός Ζόζεφ Ντεζάκ δημοσίευσε το Le Libertaire Journal du Mouvement Social, (O Ελευθεριακός, Εφημερίδα του Κοινωνικού (σοσιαλιστικού) Κινήματος) στη Νέα Υόρκη μεταξύ του 1858 και 1861 ενώ η χρήση του όρου «ελευθεριακός κομμουνισμός» χρονολογείται από το Νοέμβριο του 1880, όταν ένα γαλλικό αναρχικό συμβούλιο την υιοθέτηση (Μαξ Νετλώ, Σύντομη Ιστορία του Αναρχισμού, σελ. 75 και σελ.145). Η χρήση του όρου «Ελευθεριακός» από τους αναρχικούς έγινε δημοφιλέστερη από τη δεκαετία του 1890 και στο εξής, αφότου χρησιμοποιήθηκε στη Γαλλία σε μια προσπάθεια αντιμετώπισης των αντι-αναρχικών νόμων και αποφυγής της αρνητικής συσχέτισης της λέξης «αναρχία» στον κοινό νου. (Σεμπάστιαν Φωρ και Λουιζ Μισέλ δημοσίευσαν την εφημερίδα Le Libertaire – ο Ελευθεριακός – στη Γαλλία το 1895 για παράδειγμα). Από τότε, ειδικά εκτός της Αμερικής, πάντα η λέξη σχετιζόταν με τις αναρχικές ιδέες και τα κινήματα. Παίρνοντας ένα πιο πρόσφατο παράδειγμα, στις ΗΠΑ, οι αναρχικοί οργάνωσαν την «Ελευθεριακή Λίγκα» τον Ιούλιο του 1954, που διαπνεόταν από αναρχοσυνδικαλιστικές αρχές και κράτησε μέχρι το 1965. Από την άλλη πλευρά το «Ελευθεριακό» κόμμα με έδρα τις ΗΠΑ, υπάρχει από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, πάνω από 100 χρόνια μετά την πρώτη φορά που οι αναρχικό χρησιμοποίησαν τον όρο για να περιγράψουν τις πολιτικές τους αντιλήψεις. (και 90 χρόνια αφότου υιοθετήθηκε η έκφραση «ελευθεριακός κομμουνισμός». Το κόμμα είναι, κι όχι οι αναρχικοί, αυτό που «έκλεψε» τη λέξη. Στη συνέχεια στο τμήμα Β θα πραγματευτούμε το γιατί η αντίληψη περί ενός «ελευθεριακού» καπιταλισμού (όπως τον επιθυμεί το Ελευθεριακό Κόμμα) αποτελεί μία αντίφαση ως προς τους όρους της.

Επιπλέον, όπως, θα εξηγήσουμε στο τμήμα Ι, μόνο το ελευθεριακό-σοσιαλιστικό σύστημα ιδιοκτησίας μπορεί να μεγιστοποιήσει την ατομική ελευθερία. Περιττό να αναφέρουμε ότι το σύστημα κρατικής ιδιοκτησίας – που συχνά αποκαλείται «σοσιαλισμός» – είναι για τους αναρχικούς κάθε άλλο παρά «σοσιαλισμός». Στην πραγματικότητα, όπως θα αναλύσουμε στο τμήμα Η, ο κρατικός «σοσιαλισμός» είναι απλώς μια μορφή καπιταλισμού, χωρίς κανένα σοσιαλιστικό περιεχόμενο. Όπως σημείωσε ο Ρούντολφ Ρόκερ, για τους αναρχικούς ο σοσιαλισμός δεν απλώς ζήτημα «γεμάτης κοιλιάς», αλλά ένα ζητούμενο ενός πολιτισμού που θα έχει περιλάβει την έννοια της προσωπικότητας και της ελεύθερης πρωτοβουλίας του ατόμου. Χωρίς την ελευθερία θα οδηγούσε μόνο σε ένα ζοφερό κρατικό καπιταλισμό που θα θυσίαζε κάθε ατομική σκέψη και συναίσθημα στο βωμό ενός εικονικού συλλογικού συμφέροντος. (παραπομπή από την «Εισαγωγή» του Κόλιν Γουάρντ για τα Χρόνια του Λονδίνου του Ρούντολφ Ρόκερ, σελ.1)

Δεδομένης της αναρχικής καταγωγής της λέξης «ελευθεριακός», λίγοι αναρχικοί είναι ευτυχείς να διαπιστώνουν ότι την κλέβει μια ιδεολογία που έχει ελάχιστα κοινά με τις δικές μας αντιλήψεις. Στις ΗΠΑ, όπως σημείωσε ο Μάρεϊ Μπούκτσιν, ο ίδιος ο όρος «ελευθεριακός», ασφαλώς, εγείρει ένα πρόβλημα, ειδικά, την παραπειστική ταύτιση μιας αντιεξουσιαστικής ιδεολογίας με ένα κίνημα που παλεύει για «αγνό καπιταλισμό» και «ελεύθερη αγορά». Αυτό το κίνημα δε δημιούργησε ποτέ τη λέξη, την σφετερίστηκε από το αναρχικό κίνημα του (δεκάτου ενάτου) αιώνα. Και θα πρέπει να ανακτηθεί από εκείνους τους αντιεξουσιαστές…που προσπαθούν να κάνουν λόγο για καταπιεσμένους ανθρώπους συνολικά, όχι για εγωτικά άτομα που ταυτίζουν την ελευθερία με την επιχειρηματικότητα και το κέρδος.» Γι’ αυτό οι αναρχικοί στην Αμερική θα πρέπει να «επαναφέρουν στην πράξη μια παράδοση που έχει μεταλλαχθεί από την» δεξιά της ελεύθερης αγοράς. (Η Σύγχρονη Κρίση, σελ. 154-5). Και κάνοντάς το αυτό, θα συνεχίσουμε να αποκαλούμε τις ιδέες μας ελευθεριακό σοσιαλισμό.

Α.1.4 Είναι οι αναρχικοί σοσιαλιστές;

Ναι. Όλα τα παρακλάδια του αναρχισμού αντιτίθενται στον καπιταλισμό. Αυτό συμβαίνει διότι ο καπιταλισμός βασίζεται στην καταπίεση και την εκμετάλλευση (δες τα τμήματα B και C). Οι αναρχικοί απορρίπτουν την «αντίληψη ότι οι άνθρωποι δεν μπορούν να εργάζονται μαζί εκτός και αν έχουν έναν αφέντη που τους καθοδηγεί να παίρνει ένα ποσοστό του προϊόντος τους» και πιστεύουν ότι στην αναρχική κοινωνία «οι πραγματικοί εργαζόμενοι θα φτιάχνουν τους δικούς τους κανονισμούς, θα αποφασίζουν πότε και πού και πώς θα γίνονται τα πράγματα.». Κάνοντάς το αυτό οι εργάτες θα απελευθερωθούν από τα «φοβερά δεσμά του καπιταλισμού.» [Voltairine de Cleyre, «Anarchism», Exquisite Rebel, p. 75 and p. 79]. Πρέπει να τονίσουμε εδώ ότι οι αναρχικοί αντιτίθενται σε όλες τις μορφές οικονομίας που βασίζονται στην κυριαρχία και την εκμετάλλευση, συμπεριλαμβανομένων του φεουδαλισμού, του σοβιετικού τύπου «σοσιαλισμού» – ή καλύτερα να τον αποκαλέσουμε «κρατικό καπιταλισμό» – της δουλείας και ούτω καθεξής. Επικεντρωνόμαστε στον καπιταλισμό γιατί αυτός είναι που κυριαρχεί για την ώρα στον κόσμο σήμερα.

Οι ατομικιστές όπως ο Μπέντζαμιν Τάκερ μαζί με τους κοινωνιστές αναρχικούς όπως ο Προυντόν και ο Μπακούνιν αυτοαποκαλούνταν «σοσιαλιστές». Αυτό το έκαναν, επειδή, όπως το θέτει ο Κροπότκιν στην κλασική πραγματεία του «Σύγχρονη Επιστήμη και Αναρχισμός» «όσο υπήρχε η αντίληψη για τον Σοσιαλισμό στην πλατιά, γενική και πραγματική έννοιά του – ως μια προσπάθεια να καταργηθεί η εκμετάλλευση της Εργασίας από το Κεφάλαιο – οι αναρχικοί πορεύονταν χέρι χέρι με τους Σοσιαλιστές εκείνης της εποχής» (Εξέλιξη και Περιβάλλον, σελ.81). Ή με τα λόγια του Τάκερ, «η βασική διεκδίκηση του Σοσιαλισμού (είναι) ότι η εργασία θα πρέπει να περιέλθει στην κατοχή αυτού που την προσφέρει», μια διεκδίκηση στην οποία και οι δύο «σχολές σοσιαλιστικής σκέψης…ο Κρατικός Σοσιαλισμός και ο Αναρχισμός» συμφωνούσαν. [The Anarchist Reader, p. 144]. Γι’ αυτό το λόγο η λέξη «σοσιαλιστής» αρχικά οριζόταν με τρόπο ώστε να περιλαμβάνει «όλους εκείνους που πιστεύανε στο δικαίωμα του ατόμου να κατέχει αυτό που παρήγε». [Lance Klafta, «Ayn Rand and the Perversion of Libertarianism,» in Anarchy: A Journal of Desire Armed, no. 34]. Αυτή η αντίθεση στην εκμετάλλευση (ή την κερδοσκοπία) αποτελεί κοινό τόπο όλων των πραγματικών αναρχικών και τους τοποθετεί κάτω από τη σημαία του σοσιαλισμού.

Για τους περισσότερους σοσιαλιστές «η μόνη εγγύηση για να μην σας κλέβουν τους καρπούς της εργασίας σας είναι να κατέχετε τα εργαλεία γι’ αυτή την εργασία.» [Peter Kropotkin, The Conquest of Bread, p. 145]. [Για το λόγο αυτό ο Προυντόν, για παράδειγμα, υποστήριζε τις επιχειρήσεις που διοικούν από κοινού οι εργάτες, όπου «κάθε άτομο που απασχολείται στο συνεταιρισμό…έχει ένα ίσο μερίδιο της ιδιοκτησίας της εταιρείας», διότι με «τη συμμετοχή στις ζημιές και τα κέρδη…η συλλογική ισχύς (το πλεόνασμα) παύει να αποτελεί πηγή κερδών για μια μικρή ομάδα διευθυντικών στελεχών, γίνεται ιδιοκτησία όλων των εργαζομένων.» (Η Γενική Ιδέα της Επανάστασης, σελ.222 και σελ.223]. Κατά συνέπεια, μαζί με την επιθυμία για το σταμάτημα της εκμετάλλευσης της εργασίας απ’ το κεφάλαιο, οι πραγματικοί σοσιαλιστές επιθυμούν επίσης μια κοινωνία στην οποία οι παραγωγοί κατέχουν και ελέγχουν τα μέσα παραγωγής (συμπεριλαμβανομένων, θα πρέπει να τονιστεί, εκείνων των χώρων εργασίας που παρέχουν υπηρεσίες). Τα μέσα με τα οποία οι παραγωγοί θα το πετύχουν αυτό αποτελούν σημείο διαμάχης στους αναρχικούς και τους άλλους σοσιαλιστικούς κύκλους, όμως η επιθυμία παραμένει κοινή. Οι αναρχικοί είναι υπέρμαχοι του άμεσου ελέγχου από τους εργάτες και υπέρ της ιδιοκτησίας είτε από τους συνεταιρισμούς των εργατών είτε από την κοινότητα (βλ. τμήμα Α.3 για τα διαφορετικά είδη αναρχικών).

Επιπλέον, οι αναρχικοί απορρίπτουν επίσης τον καπιταλισμό τόσο επειδή είναι εξουσιαστικός όσο και επειδή είναι εκμεταλλευτικός. Στον καπιταλισμό, οι εργάτες δεν έχουν αυτοδιοίκηση στην παραγωγική διαδικασία ούτε έλεγχο επί του προϊόντος της εργασίας τους. Μια τέτοια κατάσταση κάθε άλλο παρά βασίζεται στην ισότιμη ελευθερία για όλους ούτε μπορεί να είναι μη εκμεταλλευτική, και γι’ αυτό βρίσκει αντίθετους τους αναρχικούς. Αυτή η διάσταση (του αναρχισμού) μπορεί κατεξοχήν να διαπιστωθεί στο έργο του Προυντόν (που ενέπνευσε τόσο τον Τάκερ όσο και τον Μπακούνιν) όπου υποστηρίζει ότι ο αναρχισμός θα επιδιώξει «η καπιταλιστική και ιδιοκτησιακή εκμετάλλευση να σταματήσει παντού (και) το σύστημα μισθοδοσίας να καταργηθεί» διότι «είτε ο εργαζόμενος…θα είναι απλώς ο υπάλληλος τους ιδιοκτήτη-καπιταλιστή-προαγωγού είτε θα συμμετέχει….Στην πρώτη περίπτωση ο εργαζόμενος υποτάσσεται και γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης: βρίσκεται μόνιμα σε κατάσταση υπακοής…Στην δεύτερη περίπτωση ανακτά την αξιοπρέπειά του ως άνθρωπος και πολίτης, διαμορφώνει εν μέρει την οργάνωση της παραγωγής, της οποίας προηγουμένως δεν ήταν παρά σκλάβος…δεν πρέπει να διστάσουμε, διότι δεν έχουμε άλλη επιλογή…είναι απαραίτητο να συγκροτήσουμε ένα ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟ μεταξύ των εργατών…διότι χωρίς αυτό, θα παραμείνουν σε σχέσεις υπηκόων-ανωτέρων, κι απ’ αυτό θα προκύπτουν δύο κάστες, των αφεντικών και των μισθωτών, πράγμα ασύμβατο με μια ελεύθερη και δημοκρατική κοινωνία. [Op. Cit., p. 233 and pp. 215-216]

Κατά συνέπεια, όλοι οι αναρχικοί είναι αντικαπιταλιστές («Αν οι εργάτες κατείχαν τον πλούτο που παρήγαν, δε θα υπήρχε καπιταλισμός» (Αλεξάντερ Μπέρκμαν, Τι είναι Αναρχισμός; Σελ.44). Ο Μπέντζαμιν Τάκερ, για παράδειγμα – ο αναρχικός που κατεξοχήν επηρεάστηκε απ’ τον φιλελευθερισμό/ελευθεριακή ιδεολογία (όπως θα πραγματευτούμε στη συνέχεια) – αποκαλούσε τις ιδέες του «Αναρχιστικό-Σοσιαλισμός» και αποκήρυσσε τον καπιταλισμό ως ένα σύστημα βασισμένο στον «τοκογλύφο, τον αποδέκτη του τόκου, το ενοίκιο και το κέρδος». Ο Τάκερ θεωρούσε ότι σε μια αναρχική, μη-καπιταλιστική, ελεύθερης αγοράς κοινωνία οι καπιταλιστές θα γίνονταν περιττοί και η εκμετάλλευση της εργασίας απ’ το κεφάλαιο θα σταματούσε να υπήρχε, απ’ τη στιγμή που «η εργασία…θα …εξασφαλίσει το φυσικό μισθό της, το σύνολο του προϊόντος.» (Οι Ατομικιστές Αναρχικοί, σελ. 82 και σελ.85). Μια τέτοιου είδους οικονομία θα είναι βασισμένη στην αλληλεξάρτηση και την ελεύθερη ανταλλαγή προϊόντων μεταξύ συν-εργατών, τεχνιτών και αγροτών. Για τον Τάκερ και τους Ατομικστές Αναρχικούς, ο καπιταλισμός δεν είναι μια πραγματικά ελεύθερη αγορά, καθώς στιγματίζεται από μια σειρά από νόμους και μονοπώλια που διασφαλίζουν ότι οι καπιταλιστές έχουν το πλεονέκτημα έναντι των εργαζομένων και μ’ αυτόν τον τρόπο εξασφαλίζουν την εκμετάλλευση των τελευταίων μέσω του κέρδους, του τόκου και του ενοικίου (βλέπε τμήμα G για πληρέστερη επεξεργασία του θέματος). Ακόμα και ο Μαξ Στίρνερ, ο αρχι-ατομιστής, δεν ένιωθε παρά περιφρόνηση για την καπιταλιστική κοινωνία και τα διάφορα «στοιχειά» της, που γι’ αυτόν σήμαινε τις αντιλήψεις που αντιμετωπίζονται ως ιερές και θρησκευτικές, όπως η ατομική ιδιοκτησία, ο ανταγωνισμός, ο καταμερισμός εργασίας και τα παρόμοια.
Επομένως, οι αναρχικοί θεωρούν τους εαυτούς τους σοσιαλιστές, αλλά σοσιαλιστές ενός ορισμένου είδους – ελευθεριακούς σοσιαλιστές. Καθώς ο ατομικιστής αναρχικός Ζοζέφ Λαμπαντιέ το θέτει (απηχώντας τόσο τον Τάκερ όσο και τον Μπακούνιν) :
«Λέγεται ότι ο Αναρχισμός δεν είναι σοσιαλισμός. Αυτό είναι λάθος. Ο Αναρχισμός είναι ο αυτόβουλος Σοσιαλισμός. Υπάρχουν δύο είδη Σοσιαλισμού, ο αρχηγικός και ο αναρχικός, ο εξουσιαστικός και ο ελευθεριακός, ο κρατικός και ο ελεύθερος. Για την ακρίβεια, κάθε πρόταση για καλυτέρευση της κοινωνίας είναι είτε προς την ενίσχυση είτε προς την αποδυνάμωση των δυνάμεων που επιβάλλονται έξωθεν και των καταναγκασμών επί του ατόμου. Καθώς αυξάνονται αυτές γίνονται αρχηγικές καθώς μειώνονται γίνονται αναρχικές.» (Αναρχισμός: Τι Είναι και Τι Δεν Είναι;)

Ο Λαμπαντιέ δήλωσε σε πολλές περιπτώσεις ότι «όλοι οι αναρχικοί είναι σοσιαλιστές, αλλά δεν είναι όλοι οι σοσιαλιστές αναρχικοί». Κατά συνέπεια, το σχόλιο του Ντάνιελ Γκουερίν ότι ο «Αναρχισμός είναι στην πραγματικότητα ένα συνώνυμο του σοσιαλισμού. Ο αναρχικός είναι πρωταρχικά ένας σοσιαλιστής που επιδιώκει την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο» αντηχεί σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας του αναρχικού κινήματος, είτε στις κοινωνιστικές είτε στις ατομικιστικές πτέρυγές του. (Αναρχισμός, σελ.12). Για την ακρίβεια, ο μάρτυρας Άντολφ Φίσερ χρησιμοποιούσε ακριβώς τα ίδια λόγια με τον Λαμπαντιέ για να εκφράσει το ίδιο γεγονός «κάθε αναρχικός είναι σοσιαλιστής, αλλά κάθε σοσιαλιστής δεν είναι απαραίτητα αναρχικός» – ταυτόχρονα διαπιστώνει ότι το κίνημα ήταν «διαιρεμένο σε δύο φατρίες, τους κομμουνιστές αναρχικούς και του Προυντόν ή μεσοαστούς αναρχικούς.» [The Autobiographies of the Haymarket Martyrs, p. 81].
Έτσι ενώ οι κοινωνιστές και οι ατομικιστές αναρχικοί πράγματι διαφωνούν σε πολλά θέματα – για παράδειγμα στο κατά πόσον μια πραγματική, δηλαδή μη-καπιταλιστική, ελεύθερη αγορά θα ήταν το καλύτερο μέσο για την μεγιστοποίηση της ελευθερίας – συμφωνούν ότι πρέπει να είναι αντίθετοι με τον καπιταλισμό διότι είναι εκμεταλλευτικός και καταπιεστικός και πως η αναρχική κοινωνία πρέπει εξορισμού να βασίζεται στη συνεταιρική κι όχι στη μισθωτή εργασία. Μόνο με την συνεταιρική εργασία θα «μειωθούν οι δυνάμεις των εξωτερικών επιβολών και οι καταναγκασμοί επί του ατόμου» στη διάρκεια του ωραρίου και μια τέτοια αυτοδιαχείριση της εργασίας από εκείνους που την κάνουν είναι ο πυρήνας των ιδεωδών του πραγματικού σοσιαλισμού. Αυτή η διάσταση μπορεί να διαπιστωθεί σε αυτό που ο Ζόζεφ Λαμπαντιέ υποστήριξε, δηλαδή ότι το εργατικό σωματείο αποτελούσε «την απενοχοποίηση της απόκτησης ελευθερίας μέσω του συνεταιρισμού» και «χωρίς το σωματείο του, ο εργαζόμενος είναι περισσότερο σκλάβος του εργοδότη του απ’ ότι είναι χωρίς αυτό». [Διαφορετικές φάσεις του Εργατικού Ζητήματος].

Ωστόσο, οι σημασίες των λέξεων άλλαξαν με το χρόνο. Σήμερα η λέξη «σοσιαλισμός» αναφέρεται σχεδόν πάντοτε στον κρατικό σοσιαλισμό, ένα σύστημα στο οποίο όλοι οι αναρχικοί αντιτίθενται αφού αρνείται την ελευθερία και τα αυθεντικά σοσιαλιστικά ιδανικά. Όλοι οι αναρχικοί θα συμφωνούσαν με την δήλωση του Νόαμ Τσόμσκι στο θέμα αυτό:
«Αν η αριστερά θεωρείται ότι περιλαμβάνει το «μπολσεβικισμό», τότε θα διαχώριζα κατηγορηματικά τη θέση μου απ’ την αριστερά. Ο Λένιν ήταν ένας από τους μεγαλύτερους εχθρούς του σοσιαλισμού.» (Μαρξισμός, Αναρχισμός και Εναλλακτικό Μέλλον, σελ. 779).

Ο Αναρχισμός αναπτύχθηκε σε μόνιμη αντίθεση με τις ιδέες του Μαρξισμού, της σοσιαλδημοκρατίας και του λενινισμού. Πολύ πριν έλθει στην εξουσία ο Λένιν, ο Μιχαήλ Μπακούνιν προειδοποίησε τους οπαδούς του Μαρξ κατηγορώντας την «κόκκινη γραφειοκρατία» ότι θα συγκροτήσει «τη χειρότερη απ’ όλες τις δεσποτικές κυβερνήσεις», αν οι κρατικο-σοσιαλιστικές απόψεις του Μαρξ εφαρμόζονταν ποτέ. Πράγματι στα έργα τους ο Στίρνερ, ο Προυντόν και ειδικά ο Μπακούνιν προβλέπουν όλοι τους τη φρίκη του κρατικού Σοσιαλισμού με μεγάλη ακρίβεια. Επιπλέον, οι αναρχικοί ήταν μεταξύ των πρώτων και πιο έντονων επικριτών και αντιτιθέμενων στο καθεστώς των Μπολσεβίκων στη Ρωσία.

Παρ’ όλα αυτά, όντας σοσιαλιστές, οι αναρχικοί πράγματι έχουν κάποιες κοινές αντιλήψεις με κάποιους Μαρξιστές (παρότι όχι με τους Λενινιστές). Τόσο ο Μπακούνιν όσο και ο Τάκερ δέχτηκαν την ανάλυση και την κριτική του Μαρξ για τον καπιταλισμό καθώς και την θεωρία του για την αξία της εργασίας (Βλέπε τμήμα C). Ο ίδιος ο Μαρξ επηρεάστηκε έντονα από το βιβλίο του Μαξ Στίρνερ «Το Εγώ και Το Δικό του», που περιέχει μια εξαιρετική κριτική σε αυτό που ο Μαρξ αποκάλεσε «βάναυσο/χυδαίο» κομμουνισμό καθώς και κρατικό σοσιαλισμό. Υπάρχουν επίσης στοιχεία του μαρξιστικού κινήματος που έχουν απόψεις πολύ κοντινές στο σοσιαλιστικό αναρχισμό (ειδικά το αναρσυνδικαλιστικό παρακλάδι του σοσιαλιστικού αναρχισμού) – για παράδειγμα, ο Αντον Πανεκοεκ, η Ρόζα Λούξεμπουργκ, ο Πωλ Ματίκ και άλλοι, που απέχουν πολύ από τον Λένιν. Ο Καρλ Κορς και άλλοι έγραψαν λόγια συμπάθειας για την αναρχική επανάσταση στην Ισπανία. Υπάρχουν πολλά στοιχεία συνέχειας από το Μαρξ στο Λένιν, όμως υπάρχουν πολλά στοιχεία συνέχειας και από το Μαρξ σε περισσότερο ελευθεριακούς Μαρξιστές, που υπήρξαν σφοδροί επικριτικές του Λένιν και του Μπολσεβικισμού και που οι ιδέες τους προσεγγίζουν την επιθυμία του αναρχισμού για ελεύθερο συνεταιρισμό μεταξύ ίσων.

Συνεπώς ο αναρχισμός είναι κατά βάση μια μορφή σοσιαλισμού, που βρίσκεται ακριβώς στον αντίποδα αυτού που συνήθως ορίζεται ως «σοσιαλισμός» (κρατική ιδιοκτησία και έλεγχος). Αντί για «κεντρικό σχεδιασμό» τον οποίο πολλοί άνθρωποι συσχετίζουν με τη λέξη «σοσιαλισμός», οι αναρχικοί συνηγορούν υπέρ του ελεύθερου συνεταιρισμού και της συν-εργασίας μεταξύ ατόμων, χώρων εργασίας και κοινοτήτων, γι’ αυτό και αντιτίθενται στον «κρατικό» σοσιαλισμό ως μια μορφή κρατικού καπιταλισμού, στην οποία «κάθε άντρας (και γυναίκα) θα είναι αποδέκτης μισθού και το Κράτος ο μόνος πληρωτής μισθού » (Μπέντζαμιν Τάκερ, Οι Ατομικιστές Αναρχικοί, σελ. 81.] Κατά συνέπεια οι αναρχικοί απορρίπτουν τον Μαρξισμό (που οι περισσότεροι άνθρωποι αντιλαμβάνονται ως «σοσιαλισμό) ως απλώς «την αντίληψη του Κράτους ως Καπιταλιστή, στην οποία το Σοσιαλδημοκρατικό τμήμα του μεγάλου Σοσιαλιστικού Κόμματος προσπαθεί πλέον να μειώσει το Σοσιαλισμό» (Π.Κροπότκιν, Η Μεγάλη Γαλλική Επανάσταση, τόμος 1, σελ.31) . Η αντίρρηση των αναρχικών στην ταύτιση του Μαρξισμού, του “κεντρικού σχεδιασμού» και του Κρατικού Σοσιαλισμού/Καπιταλισμού με τον σοσιαλισμό θα αναλυθεί στο τμήμα Η.

Είναι εξαιτίας αυτών των διαφορών με τους κρατικούς σοσιαλιστές και προκειμένου να μειώσουν τη σύγχυση που οι περισσότεροι αναρχικοί αυτοαπακαλούνται απλώς «αναρχικοί», καθώς θεωρείται δεδομένο ότι οι αναρχικοί είναι σοσιαλιστές. Ωστόσο, με την άνοδο της λεγόμενης «ελευθεριακής» δεξιάς στις ΗΠΑ, μερικοί υπέρμαχοι του καπιταλισμού άρχισαν να αυτοαποκαλούνται «αναρχικοί» και αυτός είναι ο λόγος που επεξεργαστήκαμε σε ένα βαθμό τη θέση αυτή εδώ. Ιστορικά, και λογικά, ο αναρχισμός υποδηλώνει αντικαπιταλισμό, δηλαδή σοσιαλισμό, που είναι κάτι, το τονίζουμε, στο οποίο όλοι οι αναρχικοί συμφωνούν. (για πληρέστερη πραγμάτευση του γιατί ο «αναρχο-καπιταλισμός» δεν είναι αναρχικός βλέπε στο τμήμα F).

A.1.5 Από πού προέρχεται ο αναρχισμός;

Από πού προέρχεται ο αναρχισμός; Το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να παραπέμψουμε στην Οργανωτική Πλατφόρμα των Ελευθεριακών Κομμουνιστών διαμορφωμένη από συμμετέχοντες στο Μαχνοβιτικό κίνημα στην Ρωσική Επανάσταση (βλ. τμήμα Α.5.4). Επισημαίνουν ότι :
«Η ταξική πάλη που προκλήθηκε από την υποδούλωση των εργατών και την λαχτάρα τους για ελευθερία γέννησε, ενώ καταπιέζονταν, την ιδέα του αναρχισμού: την ιδέα της συνολικής άρνησης ενός κοινωνικού συστήματος βασισμένου στις αρχές των τάξεων και του Κράτους και την αντικατάστασή του από μια ελεύθερη, όχι κρατιστική κοινωνία αυτοδιαχειριζόμενων εργατών.» Επομένως, ο αναρχισμός δεν πηγάζει από αφηρημένους στοχασμούς κάποιου διανοούμενου ή κάποιου φιλόσοφου, αλλά από την άμεση πάλη των εργατών εναντίον του καπιταλισμού, από τις ανάγκες και αυτά που είναι απαραίτητα για τους εργάτες, από το πάθος τους για ελευθερία και ισότητα, πάθος που έγινε ιδιαίτερα εναργές στην πλέον ηρωική περίοδο της ζωής και της πάλης των εργατικών μαζών.

«Οι διακεκριμένοι αναρχικοί στοχαστές, ο Μπακούνιν, ο Κροπότκιν και άλλοι, δεν επινόησαν την ιδέα του αναρχισμού, αλλά, έχοντάς την ανακαλύψει στις μάζες, απλώς βοήθησαν με τη δύναμη της σκέψης και της γνώσης τους να την συγκεκριμενοποιήσουν και να την διαδώσουν.» (σελ.15-16).

Όπως γενικότερα το αναρχικό κίνημα, οι Μαχνοβίτες ήταν ένα μαζικό κίνημα ανθρώπων της εργατικής τάξης που αντιστέκονταν στην εξουσία, τόσο την Κόκκινη (Κομμουνιστική) όσο και τη Λευκή (του Τσάρου/την Καπιταλιστική) στην Ουκρανία από το 1917 ως το 1921. Όπως σημειώνει ο Πήτερ Μάρσαλ «ο αναρχισμός έχει παραδοσιακά βρει τους κύριους υποστηρικτές τους μεταξύ των εργατών και των αγροτών.» (Απαιτώντας το Αδύνατο, σελ. 652).

Ο αναρχισμός δημιουργήθηκε μέσα στην και από την πάλη των καταπιεσμένων για ελευθερία. Για τον Κροπότκιν για παράδειγμα, «Ο Αναρχισμός …πήγασε από τους καθημερινούς αγώνες» και ο «το Αναρχικό κίνημα ανανεωνόταν κάθε φορά που δεχόταν την επίδραση κάποιου σπουδαίου πρακτικού μαθήματος: η αφετηρία του προερχόταν από τα διδάγματα της ίδιας της ζωής.» (Εξέλιξη και Περιβάλλον, σελ. 58 και σελ.57). Για τον Προυντόν «η απόδειξη» των αντιλήψεών του περί αμοιβαιότητας (μιουτουαλισμού) βρίσκεται στην «παρούσα πρακτική, την επαναστατική πρακτική εκείνων των εργατικών συνεταιρισμών…που έχουν αυθόρμητα διαμορφωθεί στο Παρίσι και τη Λυών…(δείχνουν ότι) η οργάνωση των αντιλήψεων και η οργάνωση των εργατών έχουν την ίδια και την αυτή σημασία» (Χωρίς Θεούς, Χωρίς Αφέντες, τόμος 1, σελ. 59-60). Πράγματι, καθώς κάποιος ιστορικός υποστήριξε, υπήρχε «μεγάλη ομοιότητα μεταξύ του συνεταιριστικού ιδανικού του Προυντόν και του προγράμματος των Μιουτουαλιστών(αμοιβαία συνεργασία) της Λυών» και ότι υπήρχε «μια αξιοσημείωτη σύγκλιση (απόψεων) και είναι πιθανόν να ήταν ο Προυντόν σε θέση να διατυπώσει το πρακτικό του πρόγραμμα με μεγαλύτερη λογική συνέπεια εξαιτίας του παραδείγματος των εργατών του μεταξιού της Λυόν. Το σοσιαλιστικό ιδανικό που προασπίστηκε είχε ήδη συνειδητοποιηθεί σε ένα ορισμένο βαθμό από τέτοιου είδους εργάτες.» (Κ. Στήβεν Βίνσεντ, Π.Ζ.Προυντόν η Άνοδος του Γαλλικού Λαοκρατικού Σοσιαλισμού σελ. 164)

Συνεπώς, ο αναρχισμός προέρχεται από τον αγώνα για ελευθερία και τις επιθυμίες μας να πορευτούμε μια ολοκληρωμένη ανθρώπινη ζωή, στην οποία θα έχουμε χρόνο να ζήσουμε, να ερωτευτούμε και να παίξουμε. Δεν δημιουργήθηκε από κάποιους λίγους ανθρώπους αποκομμένους από τη ζωή, σε φιλντισένιους πύργους απ’ τους οποίους κοιτούσαν αφ’ υψηλού την κοινωνία και προέβαιναν σε κρίσεις βασισμένοι στις απόψεις τους για το τι είναι σωστό και τι είναι λάθος. Απεναντίας, ήταν προϊόν της πάλης της εργατικής τάξης και της αντίστασης στην εξουσία, την καταπίεση και την εκμετάλλευση. Όπως το θέτει ο Άλμπερτ Μέλτζερ:
«Δεν υπήρχαν πότε καθεαυτό θεωρητικοί του Αναρχισμού, όμως παρήγαγε έναν αριθμό θεωρητικών που πραγματεύτηκαν διάφορες πτυχές της φιλοσοφίας του. Ο Αναρχισμός παρέμεινε ένα σύστημα ιδεών που υπέστη επεξεργασία στην πράξη περισσότερο παρά η εφαρμογή μιας διανοητικής σύλληψης. Πολύ συχνά, κάποιος αστός συγγραφέας εμφανίζεται και καταγράφει ότι έχει ήδη υποστεί επεξεργασία στην πράξη από εργάτες και αγρότες, αυτός (ή αυτή) πιστώνεται από αστούς ιστορικούς τον τίτλο του ηγέτη και από επιτυχημένους αστούς συγγραφείς (που βασίζονται σε αστούς ιστορικούς) αναφέρεται ως μία ακόμα περίπτωση όπου η εργατική τάξη στηρίζεται στην αστική ηγεσία.» (Αναρχισμός, Επιχειρήματα υπέρ και κατά, σελ.18)

Σύμφωνα με τον Κροπότκιν, «ο αναρχισμός έχει τις αφετηρίες του στην ίδια δημιουργική, εποικοδομητική δραστηριότητα των μαζών η οποία σε παρελθόντες καιρούς έχει επεξεργαστεί όλους τους κοινωνικούς θεσμούς της ανθρωπότητας – και στις εξεγέρσεις …εναντίον των εκπροσώπων της εξουσίας, που βρίσκονται έξω απ’ αυτούς τους κοινωνικούς θεσμούς κι οι οποίοι έβαλαν χέρι σ’ αυτούς τους θεσμούς και τους χρησιμοποίησαν προς όφελός τους.». Πιο πρόσφατα, «η αναρχία ήρθε στο προσκήνιο από την ίδια κριτική και επαναστατική αμφισβήτηση που γέννησε τον Σοσιαλισμό γενικά.». Ο αναρχισμός, αντίθετα με τις άλλες μορφές σοσιαλισμού, «ύψωσε το βέβηλο χέρι του, όχι μόνο εναντίον του Καπιταλισμού, αλλά επίσης ενάντια σε αυτές τις κολώνες που στηρίζουν τον Καπιταλισμό :το Νόμο, την Εξουσία και το Κράτος.» Όλο κι όλο αυτό που έκαναν οι αναρχικοί συγγραφείς ήταν να «επεξεργαστούν τη γενική έκφραση των αρχών (του αναρχισμού) και τη θεωρητική και επιστημονική βάση αυτών που διδάσκει», που αντλήθηκε από τις εμπειρίες των ανθρώπων της εργατικής τάξης η οποία παλεύει καθώς και αναλύει τις επαναστατικές τάσεις που υπάρχουν στην κοινωνία γενικά.

Ωστόσο, οι αναρχικές τάσεις και οι οργανώσεις υπήρχαν στην κοινωνία πολύ προτού ο Προυντόν τα βάλει στο χαρτί το 1840 και αυτοχαρακτηριστεί ως αναρχικός. Ενώ ο αναρχισμός, ως συγκεκριμένη πολιτική θεωρία, γεννήθηκε με την άνοδο του καπιταλισμού (ο Αναρχισμός «αναδύθηκε στα τέλη του δεκάτου ενάτου αιώνα…και ανέλαβε τη διπλή πρόκληση της ανατροπής τόσο του Κεφαλαίου όσο και του Κράτους.» (Πήτερ Μάρσαλ Op. Cit., p. 4 ) οι αναρχικοί συγγραφείς έχουν αναλύσει την ιστορία των ελευθεριακών τάσεων. Ο Κροπότκιν, για παράδειγμα, διατύπωσε την άποψη ότι «σε όλες τις εποχές υπήρξαν Αναρχικοί και Κρατιστές» [Op. Cit., p. 19 and p. 57]. [Στην Αλληλοβοήθεια (και αλλού) ο Κροπότκιν ανέλυσε τις ελευθεριακές πτυχές προηγούμενων κοινωνιών και επισήμανε εκείνες που εφάρμοσαν επιτυχώς (σε κάποιο βαθμό) την αναρχική οργάνωση ή πλευρές του αναρχισμού. Αναγνώρισε την τάση αυτή των παραδειγμάτων πραγμάτωσης των αναρχικών ιδεών να προηγείται της δημιουργίας του «επίσημου» αναρχικού κινήματος και υποστήριξε ότι :
«Από την πιο απομακρυσμένη, την αρχαιότητα της λίθινης εποχής, οι άντρες (και οι γυναίκες) είχαν συνειδητοποιήσει τα δεινά που επέφερε το να αφήσουν κάποιους εξ αυτών να αποκτήσουν ως άτομα εξουσία…Γι’ αυτό ανέπτυξαν στην πρωτόγονη φυλή, στην κοινότητα του χωριού, στη μεσαιωνική συντεχνία…και τελικά στην ελεύθερη μεσαιωνική πόλη, τέτοιους θεσμούς που τους επέτρεπαν να αντιστέκονται στις καταπατήσεις της ζωής τους και τις επιδιώξεις τόσο εκείνων των ξένων που τους κατακτούσαν όσο και εκείνων των μελών της ίδιας τους της φυλής που επιχειρούσαν να εγκαθιδρύσουν την προσωπική τους εξουσία. (Αναρχισμός, σελ.158-9). Ο Κροπότκιν έβαλε την πάλη των ανθρώπων της εργατικής τάξης (από όπου ξεπήδησε ο σύγχρονος αναρχισμός) στην ίδια μοίρα με τις παλιότερες μορφές οργάνωσης του λαού. Υποστήριξε ότι «οι συνεργασίες μεταξύ των εργατών…ήταν αποτέλεσμα της ίδιας λαϊκής αντίστασης κατά της αυξανόμενης εξουσίας των λίγων- εν προκειμένω των καπιταλιστών», όπως η φυλή, η κοινότητα του χωριού και ούτω καθεξής, όπως ήταν και «η εντυπωσιακά ανεξάρτητη, ελεύθερα ομόσπονδες δραστηριότητα των «Τομέων» του Παρισιού και όλων των μεγάλων πόλεων και πολλών μικρών οι «Κομμούνες» στη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης του 1793. [Op. Cit., p. 159]

Κατά συνέπεια, ενώ ο αναρχισμός ως πολιτική θεωρία αποτελεί μια έκφραση της πάλης της εργατικής πάλης και της αυτενέργειας ενάντια στον καπιταλισμό και το σύγχρονο κράτος, οι ιδέες του αναρχισμού εκφράζονταν συνεχώς στην πράξη σε όλη τη διάρκεια της ανθρώπινης ύπαρξης. Πολλοί αυτόχθονες της Βόρειας Αμερικής και αλλού, για παράδειγμα, εξασκούσαν τον αναρχισμό για χιλιάδες χρόνια προτού ο αναρχισμός υπάρξει ως συγκεκριμένη πολιτική θεωρία. Ομοίως, οι αναρχικές τάσεις και οι οργανώσεις υπήρξαν σε κάθε μεγάλη επανάσταση – στις Συναντήσεις της Πόλης του Νιου Ήνγκλαντ (Νέας Αγγλίας) στη διάρκεια της Αμερικανικής Επανάστασης, στους Παρισινούς «Τομείς» στη διάρκεια της «Γαλλικής Επανάστασης», στα εργατικά συμβούλια και τις εργοστασιακές επιτροπές στη διάρκεια της Ρωσικής Επανάστασης, για να αναφέρουμε μόνο λίγα παραδείγματα (Βλέπε για λεπτομέρειες στην Τρίτη Επανάσταση του Μάρεϊ Μπούκτσιν). Αυτό είναι αναμενόμενο εφόσον ο αναρχισμός, όπως ισχυριζόμαστε, είναι προϊόν της αντίστασης στην εξουσία, τότε στις κοινωνίες με εξουσίες θα προκαλέσει αντίσταση σ’ αυτές και θα παράξει αναρχικές τάσεις (και, φυσικά, σε κοινωνίες χωρίς εξουσίες δεν μπορεί να συμβάλλει μιας και είναι αναρχικές)

Με άλλα λόγια, ο αναρχισμός είναι μια έκφραση της πάλης ενάντια στην καταπίεση και την εκμετάλλευση, μια γενίκευση των εμπειριών και των αναλύσεων των εργαζόμενων για το τι είναι λάθος στο παρόν σύστημα και μια έκφραση των ελπίδων και των ονείρων μας για ένα καλύτερο μέλλον. Αυτή η πάλη υπήρχε πολύ προτού ονομαστεί αναρχισμός, όμως το ιστορικό αναρχικό κίνημα (ομάδες ανθρώπων που ονόμαζαν τις ιδέες τους αναρχικές και επιδίωκαν μια αναρχική κοινωνία) είναι ουσιαστικά ένα προϊόν της πάλης της εργατικής τάξης ενάντια στον καπιταλισμό και το κράτος, ενάντια στην καταπίεση και την εκμετάλλευση και υπέρ μιας ελεύθερης κοινωνίας ισότιμων ατόμων. [Op. Cit., p. 16]

Δημοσιεύτηκε από Δημήτρης Κ. στο Anarkismo

Το Anarkismo.net είναι προϊόν διεθνούς συνεργασίας μεταξύ αναρχικών ομάδων και ατόμων. Η πρόθεσή μας είναι να προωθηθεί ο διάλογος στο εσωτερικό του παγκόσμιου αναρχικού κινήματος. Προσδιοριζόμαστε ως αναρχικοί της «πλατφορμιστικής», αναρχικής-κομμουνιστικής ή especifista (ειδικής αναρχικής οργάνωσης) παράδοσης του αναρχισμού.

Comments Off on Τι είναι αναρχισμός; Μια συνοπτική προσέγγιση

Ο Φρανσίσκο Φερέρ και το μοντέρνο σχολείο

«Έχω την πρόθεση να ιδρύσω στην πόλη σας ένα σχολείο χειραφέτησης, που θα έχει σκοπό να βγάλει από τα κεφάλια των ανθρώπων ό,τι τους διχάζει (θρησκεία, ψεύτικες ιδέες για την ιδιοκτησία, την πατρίδα, την οικογένεια κλπ.) για να κατακτήσουν την ελευθερία.»

Αυτά αναφέρει ο Francisko Ferrer I Guardia (1859-1909) σε μια επιστολή του σε έναν φίλο του Ισπανό κατά τη διάρκεια της υποχρεωτικής του εξορίας στο Παρίσι. Η εξορία του οφείλεται σε σχέδιο εξόντωσης που εφάρμοσε η ισπανική κυβέρνηση εναντίον των ελευθεριακών επαναστατών, που πρωταγωνιστούσαν τότε στους κοινωνικούς, πολιτικούς, αντιπολεμικούς κι αντιεκκλησιαστικούς αγώνες.

Στο Παρίσι ο Φερέρ βρέθηκε με τους αναρχικούς αγωνιστές Sebastien Faure, Jeane Grave, Charles Melato και στα τέλη του 19ου αιώνα καλλιέργησε και ανέπτυξε τις ελευθεριακές και παιδαγωγικές του αντιλήψεις. Στα χρόνια της εργασίας, της μελέτης και των πολλών ταξιδιών γνωρίσθηκε και συναναστράφηκε με τους Paul Robin (ψυχή του ελευθεριακού σχολείου Cempui), Luigi Fabri, Luigi Molinari και Elisee Reclus, με τους οποίους προχώρησε και εμβάθυνε στις εκπαιδευτικές του απόψεις.

Γεννήθηκε στην Αλέγια της Βαρκελόνης. Νέος εργάστηκε ως ελεγκτής σε ένα τρένο για να μπορεί να βοηθάει τους πολιτικούς πρόσφυγες που διέσχιζαν τα σύνορα και στη συνέχεια μπήκε στη μασονική στοά. Πήρε μέρος σε μια δημοκρατική εξέγερση και το 1886 εξορίστηκε στο Παρίσι. Εκεί αρχικά δούλεψε ως γραμματέας και αργότερα δίδαξε ισπανικά με νέες και πειραματικές μεθόδους.

Το 1901 κληρονόμησε την περιουσία μιας μαθήτριάς του (Ερνεστίν Μολιέρ) και τον ίδιο χρόνο ίδρυσε το πρώτο Μοντέρνο Σχολείο στη Βαρκελόνη, που ήταν ενάντια στο κράτος και την Εκκλησία. Ήταν μικτό (αγόρια και κορίτσια μαζί) και δεν υπήρχαν απουσίες, τιμωρίες, εξετάσεις και βαθμοί. Η ολική εκπαίδευση, ο αθεϊσμός, η επιστήμη, ο ορθολογισμός και η ελευθερία ήταν τα βασικά στοιχεία της παιδαγωγικής του. Έδωσε ιδιαίτερη προσοχή στην πρακτική γνώση και γι΄αυτό τα μαθήματα γίνονταν συχνά στα εργοστάσια, στα μουσεία ή στην εξοχή. Γρήγορα το σχολείο απέκτησε 125 μαθητές. Για να εξασφαλίσει την αυτονομία του από το κράτος, το Μοντέρνο Σχολείο ήταν επί πληρωμή, αλλά ο καθένας πλήρωνε σύμφωνα με τις δυνατότητές του. Το ισπανικό τμήμα της Διεθνούς είχε ήδη αποδεχτεί την «ολική εκπαίδευση» και ο γνωστός αναρχικός Άνσελμο Λορέντζο είχε γίνει ένας από τους πιο στενούς του συνεργάτες.

Το 1905 δημιουργήθηκαν σε όλη την Ισπανία περίπου 50 τέτοια σχολεία. Την ίδια χρονιά ο Φερέρ και 1700 μαθητές κατέβηκαν τη Μεγάλη Παρασκευή σε διαδήλωση υπέρ της ελευθεριακής εκπαίδευσης. Η κυβέρνηση διέταξε το βίαιο κλείσιμό τους.

Το 1906, ενώ το κίνημα των μοντέρνων σχολείων απλωνόταν σε όλη την Ισπανία, ο Φερέρ κατηγορήθηκε ότι ήταν συνένοχος και ηθικός αυτουργός στην απόπειρα εναντίον του βασιλιά Αλφόνσο XII (31-5-1906), που έγινε από τον αναρχικό Μatteo Moral, ο οποίος είχε εργαστεί σαν μεταφραστής στο Μοντέρνο Σχολείο. Το

σχολείο έκλεισε και ο Φερέρ συνελήφθη. Ύστερα από 13 μήνες στη φυλακή δικάστηκε (δεν υπήρχαν στοιχεία εναντίον του) και αθωώθηκε, κυρίως από τη διεθνή κινητοποίηση που αναπτύχθηκε υπέρ του. Μετά την απελευθέρωσή του ο Φερέρ ταξίδεψε σε όλη την Ευρώπη διαδίδοντας το μήνυμα των ελεύθερων σχολείων.

Ο Φερέρ επέστρεψε στην Ισπανία (Ιούλιος 1909) στη διάρκεια των γεγονότων της «Τραγικής Εβδομάδας» (μεγάλη εξέγερση του λαού της πόλης ενάντια στην κυβέρνηση και τον πόλεμο στο Μαρόκο). Συνελήφθη αμέσως με διαταγή της Εκκλησίας και κλείστηκε στη φυλακή με την κατηγορία ότι ήταν ένας από τους υποκινητές της εξέγερσης. Το στρατοδικείο τον καταδίκασε χωρίς αποδείξεις σε θάνατο, παρόλη την τεράστια και διάχυτη διαμαρτυρία που ξεσηκώθηκε σε ολόκληρο τον κόσμο. Στη Θεσσαλονίκη η Φεντερασιόν οργάνωσε συλλαλητήριο στο Λευκό Πύργο. Αργότερα ίδρυσε δανειστική βιβλιοθήκη και σοσιαλιστικό βιβλιοπωλείο με το όνομα «Φερέρ.

Τον Οκτώβριο του 1909 ο Φερέρ δολοφονήθηκε στο κάστρο του Μontjuich της Βαρκελόνης. Πριν εκτελεστεί, σε ερώτηση για την τελευταία επιθυμία, απάντησε : «Θα ‘θελα απλά αν είναι δυνατόν να μην υποχρεωθώ να γονατίσω και να μην μου δέσουν τα μάτια.» Αμέσως προτού το εκτελεστικό απόσπασμα πραγματοποιήσει το κρατικό έγκλημα, φώναξε σ’ ολόκληρη την ανθρωπότητα το ιδανικό του : «Παιδιά μου κοιτάξτε καλά. Δεν είναι δικό σας το φταίξιμο, είμαι αθώος. Ζήτω το Μοντέρνο Σχολείο! ».

Και πράγματι οι ιδέες και η πρακτική του σύγχρονου σχολείου δεν χάθηκαν. Τα επόμενα χρόνια ανάλογα σχολεία δημιουργήθηκαν στην Ευρώπη, στην Αμερική, την Κίνα και την Ιαπωνία.

Η εκτέλεση του Φερέρ, όπως εκείνη των Σάκο και Βαντζέτι στις ΗΠΑ 20 χρόνια αργότερα, προκάλεσε γενική κατακραυγή. Η κυβέρνηση του συντηρητικού Μάουρα έπεσε.

Εκατό χρόνια πέρασαν από τότε που το κράτος δολοφόνησε το Φρανσίσκο Φερέρ. Το κείμενο αυτό γράφτηκε σαν αφιέρωμα στο έργο και την προσωπικότητα του.

Γ.Φ.

anarxikoikavalas.blogspot.com/2009/05/blog-post_6885.html

Comments Off on Ο Φρανσίσκο Φερέρ και το μοντέρνο σχολείο

Η ιστορία της ευρύτερης αναρχικής παράδοσης στη Βόρεια Αφρική δεν έχει
ακόμα γραφτεί και γι’ αυτό πρέπει να ενοποιηθούν όλα τα σχετικά κομμάτια
τα οποία προέρχονται από μια μεγάλη ποικιλία πηγών. — Η σύγχρονη,
αναπτυγμένη Αίγυπτος ήταν – και ακόμα είναι – χαρακτηρίζεται κατά ένα
μεγάλο μέρος από τις ερήμους της και από τη στενή εύφορη λωρίδα που
αγκαλιάζει την πρωτεύουσα Κάιρο στον ποταμό Νείλο καθώς και τα λιμάνια
της Αλεξάνδρειας και του Πορτ Σάϊντ στο Δέλτα του εν λόγω ποταμού. —
Αρχικά μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ανακηρύχθηκε αυτόνομη
Οθωμανική Επαρχία κάτω από τη δυναστεία του Mohamed Ali από το 1805 και
μετά, αλλά η διάνοιξη του καναλιού του Σουέζ το 1869 άνοιξε και την
όρεξη της ιμπεριαλιστικής Βρετανίας η οποία κατέλαβε τη χώρα το 1882.

“Στην Αίγυπτο και τη Τυνησία”, ισχυρίζεται ο Max Nettlau, “Ιταλοί
αναρχικοί μετανάστες και πρόσφυγες αποτελούσαν για αρκετά χρόνια τη ζωή
και το πνεύμα της ελευθεριακής δραστηριότητας”, αλλά ο ίδιος δεν
παραθέτει αρκετό και ικανό υλικό τόσο στη “Σύντομη Ιστορία του
Αναρχισμού”, ή, πραγματικά, στο κεφάλαιο για την Βόρεια Αφρική στο
δεκάτομο έργο του για την ιστορία του αναρχισμού. (1) Η Ισπανία
χρησιμοποιούσε συχνά τις εκτάσεις που διέθετε στη Σαχάρα και τις
Κανάριες Νήσους ως αποικίες κατάδικων για τους πολιτικούς αντιπάλους του
καθεστώτος: ήταν εκεί, για παράδειγμα, που ο Ντουρρούτι και ο Ασκάζο
φυλακίστηκαν το 1932. Μια σειρά άλλων ντοκουμέντων έχουν αντληθεί από
μένα σε συνεργασία με τον Lucien Van der Walt σημειώσεις για τα οποία
υπάρχουν στο κείμενο αυτό. (2)

Μια ιταλική αναρχική επιθεώρηση με τον τίτλο “Il Lavoratore” (“Ο
Εργαζόμενος”), εμφανίστηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το 1877, ενώ
τον ίδιο χρόνο οι αναρχικοί της πόλης εκπροσωπήθηκαν στο Συνέδριο της
Viervers της Διεθνούς του Saint Imier. Ο Μαλατέστα κατέφυγε στην
Αλεξάνδρεια τον Σεπτέμβρη του 1878, αλλά απελάθηκε όταν οι εκεί Ιταλοί
εργάτες οργάνωσαν μια διαδήλωση έξω από το ιταλικό προξενείο για να
γιορτάσουν τη δολοφονία του Ιταλού βασιλιά Ουμπέρτο από έναν δημοκράτη.
Ο ίδιος εκπροσώπησε μια κάποια “Αιγυπτιακή Ομοσπονδία” στο Διεθνές
Κοινωνικό Επαναστατικό Συνέδριο των Αναρχικών του 1881, ως εντολοδόχος
ομάδων από την Αλεξάνδρεια και την Κωνσταντινούπολη. Ο Μαλατέστα
επέστρεψε στην Αίγυπτο το 1882 – το χρόνο που η Βρετανία εισέβαλε στη
χώρα – όπου φέρεται ότι συμμετείχε στην εξέγερση του Pasha που ξέσπασε
την ίδια περίοδο και η οποία καταστάληκε από τις βρετανικές δυνάμεις. Το
1884 κυκλοφόρησε η εφημερίδα “L’Operaia” (“Ο Εργάτης”) στην Τυνησία,
ακολουθούμενη από την ιταλική επιθεώρηση “Imola” («Φλόγα») που
κυκλοφόρησε από τον Ανδρέα Κόστα και την “La Protesta Humana” (¨Η
Ανθρώπινη Διαμαρτυρία”) η οποία μάλλον κυκλοφόρησε στην Τύνιδα πριν
μεταφερθεί στην Ιταλία το 1896.

Η αιγυπτιακή εφημερίδα “Al Hilal” (“Η Ημισέληνος”) ανέφερε στις 18 Μάρτη
1894 ότι ένας Έλληνας εργάτης συνελήφθη στην Αλεξάνδρεια επειδή διένειμε
“αναρχικές προκηρύξεις” που καλούσαν τους εργάτες να γιορτάσουν την
επέτειο της Κομμούνας του Παρισιού του 1871. Το 1901 κυκλοφόρησε μια
αναρχική εφημερίδα με το όνομα “La Tribune Libre” (“Το Ελεύθερο Βήμα”)
στην Αλεξάνδρεια. Στην ίδια πόλη εμφανίστηκε το 1902 και μια ιταλική
εβδομαδιαία εφημερίδα με τον τίτλο “L’Operaio” (“Ο Εργάτης”) και κράτησε
την έκδοσή της μέχρι τον επόμενο χρόνο. Το 1904 άρχισε την έκδοσή του το
αραβικό ριζοσπαστικό περιοδικό “Al Nur” (“Το Φως”) με υπεύθυνο τον
Συρολιβανέζο Daud Muja’is, αργότερα εκδότη του “Al Hurriyya”
(“Ελευθερία” στη Βηρυτό (μάλλον το 1909-1910). Σύμφωνα με την
Khuri-Makdisi (3) το “Al Nur” είχε ανταποκριτή στο Κάιρο και
κυκλοφορούσε μέχρι το 1908 και συνεχώς έπαιρνε όλο και πιο αναρχικές
θέσεις και είχε συνδρομητές ανάμεσα στους Συρολιβανέζους μετανάστες από
μακρινές χώρες όπως Αϊτή και Βραζιλία – κάτι που αποτελεί πειστικό
παράδειγμα της επιρροής του βορειοαφρικανικού αναρχισμού.

Η ιταλική εφημερίδα “Cronaca Sovversina” (“Ανατρεπτικά Χρονικά”) η οποία
άρχισε να εκδίδεται στο Βερμόντ των ΗΠΑ από το 1903 από τον Λουίτζι
Γκαλεάνι, στελνόταν τόσο μακριά όσο η Βόρεια Αφρική και η Αίγυπτος. Οι
Ιταλοί ριζοσπάστες έπαιξαν ρόλο-«κλειδί» στη συγκρότηση του εργατικού
κινήματος στην Αίγυπτο, δημιουργώντας το Λαϊκό Ελεύθερο Πανεπιστήμιο
στην Αλεξάνδρεια το 1901 και αγωνιστές οι οποίοι φέρεται ότι είχαν σχέση
με το πανεπιστήμιο αυτό και την “La Tribuna Libre” φαίνεται ότι
συγκαταλέγονται ανάμεσα σ’ εκείνους που ίδρυαν τα ¨διεθνή” εργατικά
συνδικάτα τα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα στην Αίγυπτο. Το πιο
αξιοσημείωτο από τα συνδικάτα αυτά ήταν η Διεθνής Ένωση Σιγαροποιών και
Μυλωνάδων Καΐρου που ιδρύθηκε το 1908 και ήταν ανοιχτό σε όλους τους
εργάτες από όλες τις εθνικότητες, Αιγύπτιους και μη και, προφανώς
συμπεριλάμβανε εργάτες παραγωγής και ειδικευμένους. Υπήρχαν επίσης και
παραδείγματα εργατικής αλληλεγγύης. Το 1901 μια συνέλευση αλληλεγγύης
των απεργών εργατών ιματισμού (συμπεριλαμβανομένων και Αιγυπτίων) σε ένα
καφενείο του Καΐρου, συμπεριλάμβανε και μια ομιλία από τον πρόεδρο από
το συνδικάτο τσιγαράδων καθώς και την ανάγνωση των αιτημάτων τω απεργών
στα αραβικά καθώς και στα ελληνικά, ιταλικά, εβραϊκά και γερμανικά.
Ακολούθησε μια πορεία 3.000 εργατών με συνθήματα στους δρόμους του
Καΐρου. Αυτό που ήταν το ενδιαφέρον ήταν ότι Ευρωπαίοι τσιγαράδες που
ζούσαν στην Αίγυπτο ριζοσπαστικοποιήθηκαν από τους Αιγύπτιους και
επέστρεψαν στις χώρες τους όπου διέδωσαν εκεί τις αναρχικές ιδέες. Δύο
αξιοσημείωτα παραδείγματα είναι ο αναρχοσυνδικαλιστής Κωνσταντίνος
(Κώστας) Σπέρας (1893-1943) και ο αναρχοκομμουνιστής Σταύρος
Κουχτσόγλους (1878-1949). Και οι δυο ριζοσπαστικοποιήθηκαν στην Αίγυπτο
και επέστρεψαν στην Ελλάδα όπου εξελίχθηκαν σε ηγετικούς διαφωτιστές στο
επαναστατικό συνδικαλιστικό κίνημα εκεί. Ο Σπέρας μιλούσε άπταιστα
αραβικά και ο Κουχτσόγλους συμμετείχε σε αρκετές εργατικές διαδηλώσεις
στην Αλεξάνδρεια αλλά και την Κωνσταντινούπολη. Και οι δύο βοήθησαν στη
δημιουργία αναρχοσυνδικαλιστικών ενώσεων στην Ελλάδα μαζί με την
αναρχοσυνδικαλιστική μειοψηφία στην Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας
(ΓΣΕΕ). (4)

Αν και οι περιπτώσεις αυτές δεν είναι αντιπροσωπευτικές απαραίτητα, μάς
δείχνουν ότι αναρχικοί συμμετείχαν στη συγκρότηση ολοκληρωμένων ενθετικά
συνδικάτων στην αποικιακή Αίγυπτο. Τα σημάδια της αναρχικής
δραστηριότητας κατά τα μεταγενέστερα χρόνια δεν είναι ξεκάθαρα. Έχοντας
όμως στο μυαλό μας ότι η πιθανή παράφραση της λέξης “συνδικαλιστής” στις
ακαδημαϊκές μελέτες και η κακή χρήση της λέξης “αναρχικό” στα επίσημα
ντοκουμέντα, είναι πιθανόν να βρούμε κάποια σχόλια ή αναφορές
μεταγενέστερης δράσης. Έρευνες σχετικά με τη δολοφονία του Αιγύπτιου
πρωθυπουργού Brutus Ghali, τον Φλεβάρη του 1910, για παράδειγμα,
αποκαλύπτουν την ύπαρξη ενός αριθμού μυστικών συνδέσμων,
συμπεριλαμβανομένης και μιας αποσχισθείσας ομάδας, που ιδρύθηκε το 1908,
οι ιδέες της οποίας βασίζονταν και στο σουφισμό – μια μυστικιστική μορφή
του Ισλάμ – και το “συνδικαλισμό”. Το 1919, ο Viscount Allenby, από την
βρετανική διοίκηση της Αιγύπτου, σημείωσε στις αναφορές του ότι ¨ενώ το
εθνικιστικό κίνημα είχε απολέσει κάποια από τη δύναμή του, το
συνδικαλιστικό κίνημα ανερχόταν, βοηθούμενο μυστικά από Ιταλούς
δημοσιογράφους. Ένα περίεργο φαινόμενο της ίδιας περιόδου ήταν η
παραγωγή το 1921 της γαλλο-αιγυπτιακής βουβής ταινίας με τον τίτλο “Aziz
Bey, L’ Anarchiste”, η ύπαρξη της οποίας αναφέρεται σε έναν κατάλογο
του International Centre for Research into Anarchism ((CIRA) της
Ελβετίας το 2004. (5) Η ταινία αυτή αναφέρεται σε έναν Αιγύπτιο
αναρχικό, φανταστική ή όχι φυσιογνωμία, μέσω της οποίας γίνεται γνωστή η
παρουσία και η επιρροή των αναρχικών ιδεών στην αιγυπτιακή κοινωνία αυτή
την περίοδο. Ενώ το αιγυπτιακό σοσιαλιστικό κίνημα φαίνεται ότι
κατέρρευσε υπό το βάρος του εθνικισμού τις δεκαετίες του 1920 και 1930,
φαίνεται ότι άρχισε να επανακάμπτει τη δεκαετία του 1940. Την περίοδο
1942-1945 σημειώθηκε συγκρότηση διαφόρων σοσιαλιστικών ομάδων στην
Αίγυπτο, συμπεριλαμβανομένης μιας υπό τον συνδικαλιστή ηγέτη Mudarak.

Στην Αλγερία, που ήταν κάτω από τη γαλλική εξουσία από το 1830,
αναπτύχθηκε επίσης αναρχική δραστηριότητα. Μια σειρά αναρχικών εκδόσεων
εμφανίστηκαν στο Αλγέρι κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, όπως των “L’Action
Revolutionnaire” (“Επαναστατική Δράση”, 1887), “Le Tocsin” (“Ο
Συναγερμός”, 1890), “Le Libertaire” (“Ο Ελευθεριακός”, 1892) και “La
Marmite Sociale” (“Το Κοινωνικό Καζάνι”, 1893). Σύμφωνα με τον Άντερσον,
από το 1894, η σημαντική αναρχοκομμουνιστική εφημερίδα του Jean Grave
“La Revolte” (¨Η Εξέγερση”) καθώς και η αναρχοεξεγερτική επιθεώρηση του
Emile Pouget “Le Pere Peinard” (“Ο Εργαζόμενος Πατέρας”) είχαν
συνδρομητές στην Αλγερία, την Αίγυπτο και την Τυνησία (που ανήκε στην
Οθωμανική Αυτοκρατορία και έγινε γαλλικό προτεκτοράτο το 1881. (6) Στην
εργασία του Fernand Pelloutier “Αναρχισμός και Εργατικές Ενώσεις” του
1895, αναφέρεται ότι οι αναρχικοί γίνονται ολοένα και πιο δραστήριοι
σε “αρκετά συνδικάτα”, συμπεριλαμβανομένων και αυτών στο Αλγέρι. Ο
αναρχικός Victor Barroucand κυκλοφόρησε μια καθημερινή εφημερίδα στο
Αλγέρι κατά την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα με τίτλο “Les Nouvelles”
(“Η Νέα”), η πιο σημαντική ανταποκρίτρια της οποίας ήταν η Isabelle
Eberhardt (1877-1904), η οποία ήταν Ελβετο-ουκρανή εργάτρια, περιηγητής
και συγγραφέας, ο πατέρας της οποίας υπήρξε φίλος του Μπακούνιν. Η
συνδικαλιστική οργάνωση διάδοχος της γαλλικής Γενικής Συνομοσπονδίας
Εργασίας (CGT) η CGT-SR (Επαναστατική Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας)
είχε προφανώς τμήμα και στην Αλγερία. Όπως και οι άλλες αναρχικές
οργανώσεις, έτσι και η CGT-SR ήταν ενάντια στη γαλλική αποικιοκρατία.
Έτσι, δημοσιεύτηκε μια κοινή ανακοίνωση της Ένωσης Αναρχικών, της CGT-SR
και του Συνδέσμου Αναρχικών Ομοσπονδιών με την οποία καταγγελλόταν η
γαλλική κατοχή της Αλγερίας από το 1930, με κύριο σύνθημα: “Πολιτισμός;
Πρόοδος; Εμείς λέμε: Δολοφονία!”

Ένας από τους πλέον σημαντικούς αγωνιστές του αλγερινού τμήματος της
CGT-SR καθώς και της Ένωσης Αναρχικών ήταν ο Sail Mohamed (1894-1953),
Αλγερινός αναρχικός δραστηριοποιημένος στο αναρχικό κίνημα από τη
δεκαετία του 1910 μέχρι και το θάνατό του. (7) Αν και εγκατεστημένος στο
Παρίσι και το Aulnay-sous-bois το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, ο
Mohamed ήταν ιδρυτής οργανώσεων, όπως ο Σύνδεσμος Δικαιωμάτων των
Ιθαγενών Αλγερινών και η Αναρχική Ομάδα Ιθαγενών Αλγερινών (μαζί με τον
Sliman Kiouane) το 1923, οργάνωσε συνελεύσεις σχετικά με την
αποικιοκρατική εκμετάλλευση σε βάρος των βορειοαφρικανών, στα αραβικά
και γαλλικά, και ήταν ο γραμματέας της αναρχικής Αλγερινής Επιτροπής
Άμυνας Ενάντια στις Προκλήσεις της Εκατονταετηρίδας, το 1929. Ο Sail
Mohamed ήταν, επίσης, εκδότης της βορειοαφρικανικής έκδοσης του
αναρχικού περιοδικού “Terre Libre” (“Ελεύθερη Γη”) όλα τα τεύχη της
οποίας έχουν, δυστυχώς, χαθεί. Φυλακίστηκε σε αρκετές περιπτώσεις, ενώ
συνεισέφερε, ακόμα, σε αναρχικά περιοδικά όπως τα “La Voix Libertaire”
(“Η Ελευθεριακή Φωνή”) και L’Eveil Social”, άρθρα συχνά για το αλγερινό
ζήτημα. Επίσης, πήρε μέρος ως εθελοντής στην Ισπανική Επανάσταση και τον
Εμφύλιο ως μέλος της διεθνούς πτέρυγας της Φάλαγγας Ντουρρούτι. Η
πτέρυγα αυτή αποτελείτο από περίπου 400 Γάλλους, Γερμανούς, Ιταλούς,
Βρετανούς, Μαροκινούς και Αμερικανούς.

Ένας άλλος σημαντικός Αλγερινός αναρχικός ήταν ο Albert Guigui-Theral
(1903-;) ο οποίος γεννήθηκε στην Αλγερία αλλά μεγάλωσε στο Παρίσι και
επέστρεψε το 1918 όπου εργάστηκε ως μηχανικός, αλλά αναμείχθηκε σε μια
σειρά απεργίες τω εργατών μετάλλου και φυλακίστηκε επειδή διένειμε
αναρχικά φυλλάδια. (8). Το 1922, μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα
δημιουργίας ενός φαλανστηρίου στην Αλγερία, ο Albert Guigui-Theral πήγε
πίσω στο Παρίσι όπου έχασε σειρά θέσεων εργασίας λόγω του ότι ήταν
αναρχικός, αλλά όμως δραστηριοποιήθηκε στην Ομοσπονδία Εργατών Μετάλλου
της CGT όπου αγωνίστηκε ενάντια στη ολοένα αυξανόμενη σταλινική επιρροή.
Από το 1928 άρχισε να δημοσιεύει άρθρα και άλλα στην εφημερίδα “Le
Libertaire” και ταξίδεψε για λίγο στις ΗΠΑ, επιστρέφοντας στο Παρίσι το
1932 όπου δραστηριοποιήθηκε στην CGT, βοηθώντας τους Ισπανούς
συνδικαλιστές. Τον Ιούνη του 1940 συνελήφθη καθώς η Γαλλία έπεσε στη
γερμανική κατοχή, αλλά απελευθερώθηκε και κατόρθωσε να διαφύγει στις
“ελεύθερες περιοχές”, όπου έγινε μέλος των αντιστασιακών ομάδων των
Maquis υπό την ηγεσία του Jean Moulin, δραστηριοποιήθηκε ξανά στην
παράνομη CGT προσπαθώντας να αποσπάσει βοήθεια από τον στρατηγό Ντε Γκωλ
στο Λονδίνο, καθώς και με την Διεθνή Οργάνωση Εργασίας (ILO) στη
Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ. Επέστρεψε στο Παρίσι ανάμεσα στους αναρχικούς
Ισπανούς απελευθερωτές του το 1944 και αργότερα εργάστηκε για την ILO
στη Γενεύη.

Πορτογάλοι αναρχικοί έπαιξαν, επίσης, σημαντικό ρόλο στην προώθηση των
ελευθεριακών ιδεών στη βόρεια Αφρική. Αντλούμε κάποιες πληροφορίες από
μια αναφορά του 1936 που προετοιμάστηκε από την Αναρχική Ομοσπονδία
Πορτογαλίας που ήταν τμήμα της ιβηρικής FAI. Στην εν λόγω αναφορά
γινόταν λόγος για “τη νέα φάση στην οποία εισήλθε η πορτογαλική
Ομοσπονδία τον Μάρτη του 1935”, όταν “συνάφθηκαν σχέσεις με πυρήνες
συντρόφων στην Ισπανία, τη Γαλλία, τη Βραζιλία, την Αργεντινή, τις ΗΠΑ,
τη γαλλική Αφρική, την πορτογαλική Αφρική και το Μαρόκο” και άρχισε να
κυκλοφορεί “το περιοδικό μας Rebellion, αν και όχι κανονικά λόγω
οικονομικών προβλημάτων”. Η έκδοση αυτή “διανεμόταν στην Πορτογαλία,
αλλά και στις Αζόρες, την Αφρική και την Ωκεανία”. Αν και η Ισπανία
χρησιμοποιούσε περιοχές της βόρειας Αφρικής ως αποικίες καταδίκων, η
βόρεια Αφρική υπήρξε, από την άλλη, ο παράδεισος των αναρχικών μαχητών
και των προσφύγων. Ο Julio Sanchez Ortiz ρίχνει την προσοχή του στην
Ταγγέρη του Μαρόκου που ήταν διεθνές προτεκτοράτο στις αρχές του 20ού
αιώνα. Μετά την ήττα της Ισπανικής Επανάστασης και με το ξέσπασμα του Β’
Παγκοσμίου Πολέμου, η Ταγγέρη, η οποία όπως είπαμε ήταν πριν μια διεθνής
πόλη, τέθηκε υπό τον έλεγχο του Φράνκο και έτσι η αριστερά και οι
αναρχικοί καταδιώχτηκαν άγρια. Αρκετοί διέφυγαν στην Καζαμπλάνκα της
Αλγερίας. Σύμφωνα με τον Vertice Persici, εξόριστοι Ιταλοί αναρχικοί,
όπως ο Celso Persici, αναμείχθηκαν στην αντιναζιστική αντίσταση στο
Μαρόκο κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Σύμφωνα με τον Jose
Peirats, ο Roque Santamaria Cortiguera ήταν εκπρόσωπος των εξόριστων
οργανώσεων από τη βόρεια Αφρική στο Διηπειρωτικό Συνέδριο του εξόριστου
ισπανικού αναρχικού κινήματος το 1947 στην Τουλούζη. (9)

Μια χούφτα Αιθίοπες πολέμησαν με τη πλευρά των δημοκρατικών στον
Ισπανικό Εμφύλιο, ενώ ο Sail Mohamed και άλλοι βορειοαφρικάνοι πολέμησαν
μέσα από τη Φάλαγγα Ντουρρούτι. Αρκετοί Ισπανοί αναρχικοί κατέφυγαν
μετά την ήττα της Επανάστασης στην Αλγερία, όπου συγκρότησαν μια
σημαντική εξόριστη κοινότητα στο Οράν. Από το 1939, ωστόσο, το Ισπανικό
Μαρόκο και η Δυτική Σαχάρα πέρασαν στον έλεγχο του νέου ισπανικού
καθεστώτος, ενώ η φασιστική Πορτογαλία έλεγχε τις Αζόρες, το Πράσινο
Ακρωτήριο, τη Γουινέα-Μπισάου και το Σάο Τομέ και Πρινσίπε στη Δυτική
Αφρική από το 1927 ώς το 1974. Η Αιθιοπία, η Λιβύη και η Σομαλία
παρέμειναν υπό την ιταλική φασιστική κυριαρχία από το 1935 ώς το 1942,
ενώ το φιλοναζιστικό καθεστώς Βισύ της Γαλλίας έλεγχε την Αλγερία και το
μεγαλύτερο μέρος της Δυτικής και ισημερινής Αφρικής μέχρι που έχασε
σταδιακά τον έλεγχό τους καθώς ξέσπασε ο πόλεμος. Ο Sail Mohamed
ειδικεύτηκε στην έκδοση πλαστών διαβατηρίων εξυπηρετώντας τις ανάγκες
της αντιφασιστικής αντίστασης στη Γαλλία του Βισύ. Στον πόλεμο, αρκετοί
ισπανοί δημοκρατικοί, μαζί και μερικοί αναρχικοί, υπηρέτησαν στις
ειδικές μονάδες στη βόρεια Αφρική. Δημοκρατικοί, επίσης, υπηρετούσαν
και στη γαλλική λεγεώνα του εξωτερικού ως αντάλλαγμα για την
απελευθέρωσή τους από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης της νότιας Γαλλίας.
Αρκετοί από αυτούς στάθμευαν στη βόρεια Αφρική, το Καμερούν και το Τσαντ
όταν ξέσπασε ο πόλεμος. Στο Τσαντ συγκροτήθηκε το 9ο Τεθωρακισμένο
Σύνταγμα ως μέρος των ενόπλων δυνάμεων της χώρας αυτής.

Το Σύνταγμα αυτό περιλάμβανε τανκς και ημιτεθωρακισμένα φορτηγά
αυτοκίνητα στα οποία κυμάτιζε η δημοκρατική ισπανική σημαία και
χρησιμοποιούσε ονόματα παρμένα από την Επανάσταση, όπως Durruti, Ascaso,
Casas Viejas, Teruel, Madrid, Belchite, Guadalajara και Guernica. Στις
τάξεις του υπηρετούσαν ελευθεριακοί μαχητές όπως ο Abenza Jesus, ο
οποίος είχε πολεμήσει στη Μαδρίτη, αλλά παγιδεύτηκε και ήταν ανίκανος να
διαβεί τα γαλλικά σύνορα μέχρι το 1941. Φυλακίστηκε στο στρατόπεδο
συγκέντρωσης στο Argeles, στη συνέχεια απελάθηκε στην Αλγερία και έγινε
εθελοντής στα γαλλοαφρικανικά στρατεύματα, πολέμησε στην Τυνησία, και
μετά, πριν σταλθεί στην Αγγλία για να εκπαιδευτεί για την απόβαση στη
Νορμανδία, συμμετείχε στα στρατεύματα του Τσαντ που πολέμησαν ενάντια
στον Ρόμελ. Στις 31 Ιούλη με 1η Αυγούστου 1944 πολέμησε στις ακτές της
Νορμανδίας ενάντια στα γερμανικά τεθωρακισμένα και μετέπειτα συμμετείχε
στα στρατεύματα που απελευθέρωσαν το Παρίσι τον Αύγουστο του ίδιου
χρόνου. (10)

Την ιταλική κατάκτηση της Λιβύης και τη ναζιστική νίκη στη μισή Γαλλία
ακολούθησε η καταστολή σε βάρος ολόκληρης της αριστεράς στη βόρεια
Αφρική. Από το 1939, έγινε ξεκάθαρο ότι η αναρχική παράδοση στην Αίγυπτο
εξαφανίστηκε, αλλά παρέμειναν πυρήνες στην Τυνησία, το Μαρόκο και την
Αλγερία, μέσω των σχέσεων με την γαλλική CGT-SR, τη δουλειά μαχητών όπως
ο Sail Mohamed και την ύπαρξη κοινοτήτων ξένων αναρχικών όπως οι Ισπανοί
στο οράν. Ανάμεσα στους εξόριστους αυτούς ήταν και ο Roque Santamaria
Cortiguera (;-1980), κουρέας στο επάγγελμα και μέλος των CNT και FIJL, ο
οποίος ήταν μέλος του συμβουλίου της Βαλένθια κατά τη διάρκεια της
Επανάστασης και κατέφυγε στο Οράν μετά τη φρανκική νίκη το 1939. Ο
Stuart Christie τον περιγράφει ως «μαχητή μεγάλης αξίας, με ικανότητες
πολύ καλού δημόσιου ομιλητή, προπαγανδιστή και οργανωτή». (11)

Με την ανάληψη της εξουσίας από το καθεστώς Βισύ στη Γαλλία, ο
Santamaria (και άλλοι αναρχικοί στο Οράν) στάλθηκαν σε στρατόπεδα
συγκέντρωσης στις τοποθεσίες Cerchel και Morand, όπου ο Santamaria
συντόνισε τη δραστηριότητα της Εθνικής Συνομοσπονδίας Εργασίας (CNT) και
στη συνέχεια, με την κατάληψη του Οράν από τις συμμαχικές δυνάμεις,
απελευθερώθηκε το 1942.

Ένας άλλος σημαντικός Ισπανός αναρχικός αγωνιστής ο οποίος ήταν και
αυτός στη Βόρεια Αφρική, ήταν ο Cipriano Mera Sanz (1897-1975), χτίστης
στο επάγγελμα, που μέχρι την ηλικία των 20 χρόνων του είχε ήδη πάρει
μέρος στην αναρχική εξέγερση του 1933, μαζί με τον Durruti και τον Isaac
Puente, και έμελλε να εξελιχθεί σε μια από τις πλέον στρατηγικές
φυσιογνωμίες των αναρχικών κατά τη διάρκεια της Επανάστασης. Ο Mera
κατέφυγε στο Οράν το 1939 και κρατήθηκε στο στρατόπεδο του Morand, αλλά
δραπέτευσε και πήγε στο Μαρόκο. Όμως εκεί συνελήφθη τον Μάρτη του 1941
και απελάθηκε στην Ισπανία όπου καταδικάστηκε σε θάνατο (αν και λίγο
αργότερα απελευθερώθηκε και έζησε στο Παρίσι μέχρι το θάνατό του το 1975).
Ποιος ήταν ο ρόλος που έπαιξαν όλοι αυτοί οι εξόριστοι στην εξέγερση που
ξέσπασε στην Αλγερία το 1945 δεν είναι γνωστό και διαπιστωμένο μέχρι και
σήμερα, αν και ο Santamaria παρέμεινε στην Αλγερία δραστηριοποιούμενος
ως γραμματέας της CNT Βόρειας Αφρικής, μέχρι το 1946 που ταξίδευσε στην
Τουλούζη της Γαλλίας για να εκπροσωπήσει τη Βόρεια Αφρική στο
διηπειρωτικό Συνέδριο του Ισπανικού Ελευθεριακού Κινήματος (MLE) τον
επόμενο χρόνο. Έμεινε στην Τουλούζη, ωστόσο, όπου αναδείχθηκε σε
γραμματέα της εκεί ισπανικής FAI (στο διάστημα 1948-1950), βοηθώντας
στην επανενοποίηση των επαναστατικών και ρεφορμιστικών τάσεων της CNT
στο διάστημα 1960-1961 και βοηθώντας, επίσης, στην επανασυγκρότηση της
Συνομοσπονδίας στην Ισπανία μετά το θάνατο του Φράνκο.

Τον Μάη του 1948, σε ένα Πανευρωπαϊκό Αναρχικό Συνέδριο στο Παρίσι,
δημιουργήθηκε η Επιτροπή Αναρχικών Διεθνών Σχέσεων (CRIA) από τον Andre
Prudhommeaux (1902-1968) αναρχικό βιβλιοπώλη του Παρισιού και πρώην
υποστηρικτή της ομάδας “Los Amigos de Durruti” (“Οι Φίλοι του
Ντουρρούτι”) και τους Ildelfonso Gonzalez, Renne Lamberet (από την
αναρχοσυνδικαλιστική διεθνή IWA), Clement Fournier, Jules Pulidori και
Rene Cavanhie, με σκοπό την ανάπτυξη δεσμών και επαφών μεταξύ των
διαφόρων κομματιών του διασκορπισμένου, αλλά ακόμα δυναμικού,
μεταπολεμικά αναρχικού κινήματος. (12) Η CRIA δημιούργησε μια αδελφή
οργάνωση στη Λατινική Αμερική, με βάση το Μοντεβίδεο της Ουρουγουάης,
την Ηπειρωτική Επιτροπή Αναρχικών Σχέσεων (CCRA).

Η CRIA θέλησε να συνεχίσει το έργο του Διεθνούς Αναρχικού Συνεδρίου του
Άμστερνταμ του 1907 και δημιούργησε ένα δίκτυο αλληλογραφίας ανάμεσα σε
οργανώσεις, εκδόσεις και μεμονωμένους αγωνιστές από διάφορες χώρες όπως
Αργεντινή, Αυστραλία (League for Freedom – Ένωση για την Ελευθερία),
Βολιβία, Βραζιλία, Βρετανία (Anarchist Federation of Britain), Βουλγαρία
(εξόριστη Βουλγάρικη Ελευθεριακή Ένωση), Καναδά, Χιλή, Κίνα, Κολομβία,
Κούβα Εκουαδόρ, Γαλλία (Γαλλόφωνη Αναρχική Ομοσπονδία, Επαναστατικές
Αναρχικές Ομάδες Δράσης και IWA), Γερμανία, Γουατεμάλα, Ινδία, Ισραήλ,
Ιταλία (Ιταλική Αναρχική Ομοσπονδία, GAAP Filosofo, GAR-FAI και “Umanita
Nova”), Ιαπωνία (Ιαπωνική Αναρχική Ομοσπονδία), Κορέα (Κορεάτικο
Αναρχικό Κίνημα), Μεξικό, Ολλανδία (“Vrijheid”), Βόρεια Αφρική
(Βορειοαφρικανικό Ελευθεριακό Κίνημα Μαρόκου, Αλγερίας και Τυνησίας),
Παναμά, Περού, Πορτογαλία, Ισπανία (εξόριστο Ισπανικό Ελευθεριακό Κίνημα
– MLE και CNT), Σουηδία, Ελβετία, Ουρουγουάη, ΗΠΑ (Libertarian League,
“Free Voice of Labour”, “Resistance” και “Cultura Proletaria”),
Βενεζουέλα και Γιουγκοσλαβία.

Η CRIA συγκάλεσε το πρώτο της Συνέδριο στο Παρίσι το 1949 και σε ένα
μεταγενέστερο Συνέδριό της, στο Λονδίνο το 1958, αποφάσισε να ενωθεί με
την Provisional Secretariat of International Relations (SPIRA –
Προσωρινή Γραμματεία Διεθνών Σχέσεων) και να αποτελέσουν την Anarchist
International Commission (Αναρχική Διεθνή Επιτροπή), η οποία επέζησε μεν
μέχρι το 1960, αλλά προετοίμασε το έδαφος για τη συγκρότηση της
International of Anarchist Federations (Διεθνή των Αναρχικών
Ομοσπονδιών) που ιδρύθηκε το 1968 (και υπάρχει μέχρι σήμερα).

Το Βορειοαφρικανικό Ελευθεριακό Κίνημα (MLAN) που εμφανίστηκε αρχικά ως
έχοντας σχέσεις με την CRIA (13) φαινόταν ότι ήταν μια γαλλόφωνη
οργάνωση με στενούς δεσμούς με το αναρχικό κίνημα της Γαλλίας και
αποτελείτο από τρία τμήματα (Μαρόκο, Αλγερία και Τυνησία). Φαίνεται ότι
το αλγερινό τμήμα από τις 2 Σεπτέμβρη 1947 αποτελούσε τμήμα της
Γαλλόφωνης Αναρχικής Ομοσπονδίας (FAF). Το τμήμα της Τυνησίας
εμφανίζεται, επίσης, να έχει συγκροτηθεί ως Τυνησιακό Ελευθεριακό Κίνημα
(MLT) και αργότερα συνδέθηκε οργανωτικά και αυτό με την Γαλλόφωνη
Ομοσπονδία. Ο λόγος για τον οποίο το τυνησιακό τμήμα δεν συνδέθηκε
αμέσως, όπως και το αλγερινό με την FAF, ήταν, μάλλον, ότι υπήρχαν
κάποιες διαφορές όσον αφορά τις αντίστοιχες αποικιοκρατικές Αρχές
εξουσίας κάτω από τις οποίες υπέφεραν οι δυο αυτές χώρες. Για το
μαροκινό τμήμα δεν έχει γίνει περαιτέρω λόγος, αλλά μάλλον βασιζόταν
κυρίως στην Καζαμπλάνκα και το Ραμπάτ που ήταν υπό γαλλική κατοχή και
όχι στα εδάφη που τελούσαν υπό φρανκικό έλεγχο, όπως οι Ceuta και Melilla.

Στο πρώτο του μανιφέστο, ο Doukhan, γραμματέας του αλγερινού τμήματος
του MLAN, ανακοίνωσε τις αρχές του τμήματος αυτού: “Για την οικονομική
και φυλετική ισότητα και τη δημιουργία του ελευθεριακού κομμουνισμού”,
μια ”αρμονική κοινωνία βασισμένη στην αλληλεγγύη, την αλληλοβοήθεια, τη
συνεργασία και το φεντεραλισμό” ενάντια στον “πατρογονικό, φεουδαρχικό
αποικισμό”, τον ρατσισμό, τον πόλεμο και τον ιμπεριαλισμό. Φαίνεται ότι
οι αρχές του τμήματος ήσαν αντιγραφή αυτών της FAF. Στα ντοκουμέντα της
CRIA φαίνεται ότι το αλγερινό τμήμα του MLAN αποτελείτο μόνο από “τρεις
συντρόφους στο Αλγέρι και αρκετούς άλλους διασκορπισμένους και
απομονωμένους σε μικρές κωμοπόλεις στην επαρχία”. Ωστόσο, το αλγερινό
τμήμα είχε ξεκάθαρες αρχές και τακτική, και αυτό οφείλεται στο ότι είχε
στους κόλπους του αγωνιστές όπως ο George Fontenis και ο Andre
Prudhommeaux, κάτι που έδωσε την ανάλογη μορφή στο βορειοαφρικανικό
κίνημα.

Το 1950, ο Doukhan έστειλε επιστολή στην Γραμματεία της CRIA στο Παρίσι
από το γραφείο του τμήματος στον αριθμό 6 της οδού Rousillon, στο
Αλγέρι, ότι το τμήμα είχε νομιμοποιηθεί από τις Αρχές τον Μάρτη του
ίδιου χρόνου. Έτσι, το αλγερινό τμήμα ζήτησε την αυτονόμησή του από τη
FAF για να αποκτήσει το δικό του όνομα ως συνδεδεμένη οργάνωση με την
CRIA. (14). Τον Απρίλη του 1951, ένας κάποιος “R. Cavan” έστειλε
επιστολή από το Παρίσι στους Αλγερινούς. Στην πραγματικότητα, ο R. Cavan
ήταν ο Rene Cavanhie, ο οποίος ήταν, επίσης, μέλος της Εθνικής Επιτροπής
της FAF, και ρωτούσε για τις δραστηριότητες των Ισπανών στα παράλια,
δείχνοντας ενδιαφέρον για το ότι η ομάδα στο Οράν δεν είχε ακουστεί για
κάποιο διάστημα, αλλά υποτίθετο ότι το MLAN συνεργαζόταν με το τυνησιακό
τμήμα. Στην επιστολή αυτή αποκαλυπτόταν ακόμα ότι, μάλλον, κάποιοι
Ισπανοί εξόριστοι αναρχικοί-μέλη της FAI και μέλη του MLAN, είχαν
συνενωθεί με ομάδες της FAI στη βόρεια Αφρική. Τα αρχεία της CRIA δεν
περιέχουν περαιτέρω αλληλογραφία μεταξύ CRIA και MLAN, αποδεικνύοντας
ότι η συγχώνευση αυτή είχε όντως γίνει και ότι το MLAN έγινε μέρος της
FAI όπως και το ευρύτερο εξόριστο κίνημα αντίστασης. Η FAI
ανασυγκροτήθηκε στην Ιβηρική χερσόνησο μετά την Επανάσταση των
Γαρυφάλλων του 1974 στην Πορτογαλία (που ήταν αποτέλεσμα των
απελευθερωτικών πολέμων στις αφρικανικές αποικίες της Πορτογαλίας) και
το θάνατο του Φράνκο στην Ισπανία το 1975 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Το 1953, το χρόνο που πέθανε ο Sail Mohamed και ο Fontenis εκφώνησε τον
επικήδειο λόγο, η μυστική οργάνωση του δεύτερου που δρούσε μέσα στη FAF,
η OPB (Σκέψη – Μάχη – Οργάνωση), ανέλαβε τον πλήρη έλεγχο της
Ομοσπονδίας αυτής μετονομάζοντάς την σε Ελευθεριακή Κομμουνιστική
Ομοσπονδία (FCL) και υιοθέτησε φιλοαλγερινές θέσεις. Τα συνθετικών
τάσεων υπολείμματα της FAF ανασυγκρότησαν την Ομοσπονδία.

Το Μαρόκο και η Τυνησία απέκτησαν την ανεξαρτησία τους το 1956 και
μερικοί αναρχικοί ευρωπαϊκής καταγωγής μάλλον παρέμειναν στις χώρες
αυτές. Αλλά η κατάσταση στην Αλγερία γινόταν ολοένα και πιο δραματική
και έξω από κάθε έλεγχο. Τι απέγιναν οι αναρχικοί του Οράν και του
Αλγερίου, αλλά και των επαρχιακών κωμοπόλεων της χώρας αυτής είναι ακόμα
άγνωστο σε μας, αλλά υποθέτουμε ότι μερικοί ίσως σκοτώθηκαν στις μάχες ή
άλλοι επέστρεψαν στη Γαλλία, ειδικά όταν η δεύτερη έχασε την αποικία
αυτή μετά το 1962 ως αποτέλεσμα του μακελειού του Οράν τον ίδιο χρόνο.

Σε επόμενο τεύχος του “Zabalaza” θα εξετάσουμε τις διαφορετικές μεταξύ
τους απόψεις και τακτικές των FCL και FAF.

Σημειώσεις:

1. A Short History of Anarchism, Max Nettlau, Freedom Press, London, UK,
1996, First Published 1934.
2. Παρμένο από το Global Fire: 150 Fighting Years of International
Anarchism & Syndicalism (Counter-power Vol.2), Michael Schmidt & Lucien
van der Walt, AK Press, USA, [υπό έκδοση, αλλά κατά το 2010]. Για
σύντομες ιστορικές αναφορές βλέπετε στα:
a) Algeria: http://stiobhard.tripod.com/east/algeria.html
b) Tunisia: http://stiobhard.tripod.com/east/tunisia.html
c) Egypt: http://stiobhard.tripod.com/east/egypt/html
3. Levantine Trajectories: The Formulation and Dissemination of Radical
Ideas in and between Beirut, Cairo and Alexandria 1860-1914, llham
Khuri-Makdisi, Harvard University, 2003.
4. a) Konstantinos Speras: the Life and Activities of a Greek
Anarcho-syndicalist, Leonardis Kottis, Libertarian Historical Archive
and Vivliopelagus Editions, Athens, Greece, 2001, αγγλική μετάφραση
James Sotros το 2005.
b) Stavros Kouchtsoglous – a Greek Anarchist Communist, James Sotros, 2009.
5. Anarchists on Screen 1901-2003, CIRA Bulletin 60, International
Centre for Research into Anarchism, Lausanne, Spring 2004.
6. Under Three Flags: Anarchism and the Anti-Colonial Immagination,
Benedict Anderson, Verso, London, UK, and New York, USA, 2005.
7. Mohamed, Sail (1894-1953), Organise! #58, Anarchist Federation, UK,
και στο διαδίκτυο στο: http://libcom.org/history/mohamed-sail-1894-1953.
Συλλογή γραπτών του Mohamed το διάστημα 1920-1950 διατίθεται στο Appels
aux Travailleurs Algeriens, Sail Mohammed, Groupe Fresnes-Antony,
France, Federation Anarchiste, 1994.
8. Albert Guigi-Theral (1903-??), ανώνυμου συγγραφέα, στο:
http://www.libcom.org/history/articles/1903-19/index.php
9. Anarchists in the Spanish Revolution, Jose Peirats, Freedom Press,
London, 1990. Πρώτη δημοσίευση 1951-1953. Η πηγή που χρησιμοποιείται εδώ
είναι από το Black & Red, Detroit, Michigan, USA, 1993.
10. Για το «El Nueve» και την απελευθέρωση του Παρισιού, βλέπε:
a) The Spaniards who Liberated Paris, Denis Fernandez Recatala, Le Monde
Diplomatique, Αύγουστος 2004. Στο διαδίκτυο διατίθεται στο:
http://74.125.77.132/search?q=cache:VJallXrvQZkJ:mondediplo.com/2004/08/13spaniards
+EI+Nueve+liberation+Paris&hl=en&ct=clnk&cd=l&gl=za
b) 2nd Armoured Division, John Beresford Welsh, Washington DC, USA,
2000, στο διαδίκτυο στο: http://www.angelfire.com/wa2/FJ6/French2nd.html
c) 1943-1944: CNT Militants and the Liberation of Paris, anonymous, but
including the reminiscences of 9th Tank Corps veterans Abenza Jesus and
Manuel Lozano, και στο διαδίκτυο στο:
http://www.libcom.org/history/articles/cnt-militants-lib-paris/index.php
11. Granny Made Me an Anarchist: General Franco, the Angry Brigade and
Me, Stuart Christie, Scribner, UK, 2004. Επίσης συνομιλία μεταξύ Michael
Schmidt και Christie το 2008.
12. CIRA Bulletin 64, International Centre for Research into Anarchism,
Lausanne, September 2008.
13. CRIA-MLAN correspondence 1947-1951, very kindly provided to the
ZACF by Frederic Deshusses, archivist, CRIA International Centre for
Research into Anarchism, 2008.
14. Το γαλλικό πρωτότυπο έχει ως ακολούθως: «C’est a la occasion de la
legalisation du M.L.A.N. (seccion Algerienne) par les pouvoir publics em
date du 31 Mars 1950 seus le No. 4.189 et de sa constitution et
autonomie par rapport au le F.A.F. a laquelle nous appartem/ens en tant
que 13e Region du 2 September 1947 jusq’au 31 Mars 1950 que nous avans
la satisfaction de vous demander: – de nous assigners’il y a lieu, la
tache qui nous correspond afin de collaborer a meme litre que les
Organisations Anarchistes adherents».
* Το κείμενο αυτό γράφτηκε από τους Lucien Van Der Walt και Michael
Schmidt, μελών του νοτιοαφρικάνικου Zabalaza Anarchist Communist Front
(ZACF – Αναρχικό Κομμουνιστικό Μέτωπο Zabalaza) και συγγραφέων του
βιβλίου “Black Flame – The Revolutionary Class Politics of Anarchism and
Syndicalism” (Volume I) AK Press 2009. Δημοσιεύτηκε στο τεύχος του
ομώνυμου περιοδικού Zabalaza.Ελληνική μετάφραση “Ούτε Θεός-Ούτε
Αφέντης”, Ιούνης 2009.

Comments Off on Το αναρχικό κίνημα στη Βόρεια Αφρική

Ο ΚΡΟΠΟΤΚΙΝ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ Μαξ Νεττλώ (Το κείμενο αυτό γράφτηκε και δημοσιεύτηκε στην αγγλική «Freedom» το Φεβρουάριο του 1921, λίγο μετά το θάνατο του Κροπότκιν τον ίδιο χρόνο, με τον τίτλο «Kropotkin at Work». Το 1998 κυκλοφόρησε σε ξεχωριστή μπροσούρα από το Barricade Books/Infoshop, στη Μελβούρνη, από όπου και έγινε η μετάφραση που ακολουθεί λίγο αργότερα).

Η προσωπικότητα και οι ιδέες του Κροπότκιν ήσαν τόσο πολύ διαδεδομένες ανάμεσα στους συντρόφους και το ευρύ κοινό, τουλάχιστον μέχρι το 1914, που ελάχιστα μόνο μένει να ειπωθούν αυτή την ώρα του θανάτου του, όταν κάποιος δεν έχει διάθεση να συλλέξει το πλήθος των γεγονότων και των εικόνων, να αναλύσει λεπτομερώς ιδέες ή να καταγράψει μικρά γνωρίσματα και ανέκδοτες πτυχές της ζωής του.

Ξανά, αυτή η Επανάσταση, που αφέθηκε να χαθεί το 1914 και που από τότε γράφεται με κεφαλαίο το πρώτο γράμμα, με μια αυξανόμενη τάση ωρίμανσης, φαίνεται ακόμα μια τόσο ατακτοποίητη υπόθεση που δύσκολα μπορούμε να υπολογίσουμε τις διαφορετικές απασχολημένες μ’ αυτήν δυνάμεις και τις προβλέψεις για την τελική της κατεύθυνση. Έτσι, με αρκετούς παράγοντες κρυφούς ακόμα, όσον αφορά τη λεπτομερή μας παρατήρηση τουλάχιστον, δεν μπορούμε να κρίνουμε ορθά, αυτή τη στιγμή, την επιρροή του έργου, της ζωής και των ιδεών του Κροπότκιν και να επιμείνουμε σε όλα αυτά που συνέβησαν και με μεγαλύτερη επιμονή σε όλα αυτά που προετοιμάζονται.

Η Εξουσία, την οποία πολέμησε σε όλη του τη ζωή, φαίνεται να είναι νικηφόρα παντού, από τον Ιμπεριαλισμό στον Μπολσεβικισμό και, επιπλέον, για τους σκεπτόμενους ανθρώπους αυτές είναι ψεύτικες νίκες, οι τελευταίες και περισσότερο ειδεχθείς εκδηλώσεις της Εξουσίας, η οποία σκάβει τον ίδιο της τον τάφο, με τη δημιουργία μια απέραντης επιθυμίας για πραγματική ελευθερία και συντροφικότητα και οδηγώντας αναπόφευκτα στη στιγμή που θα θεριστούν οι καρποί των σπόρων που έσπειρε ο Κροπότκιν και αρκετοί άλλοι Αναρχικοί. Όταν σε μερικές χώρες το παρόν σύστημα αμφισβητήθηκε και κατέρρευσε, ήταν πιθανώς αναπόφευκτο το ότι μερικά μεγάλα πολιτικά κόμματα και οι μάζες οι ίδιες, λαχταρώντας για εξουσία και, στην ουσία, δυσαρεστημένες και πεινασμένες, θα άρπαζαν πρώτα τα σκήπτρα της εξουσίας και θα υιοθετούσαν σκληρά εξουσιαστικά μέτρα.

Η σειρά της ελευθερίας έρχεται έπειτα και το ερώτημα είναι ποια έκταση θα πάρουν τα γεγονότα τα οποία θα έχουν εμπνευστεί περισσότερο από την υπόθεση για την ελευθερία από ό,τι εκείνα από το 1917 και έπειτα; Αυτό είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα για μας. Βρισκόμαστε στο κέντρο αυτής της διαδικασίας και μια σαφέστερη αποτίμηση του έργου του Κροπότκιν και της διαρκούς του επιρροής πρέπει προς στιγμήν να αναβληθεί. Είναι απαραίτητο να πούμε ότι, κατά τη διάρκεια της ζωής του και της δραστηριότητάς του, από τη δεκαετία του 1860 μέχρι και το 1914, έκανε οτιδήποτε ήταν δυνατόν να κάνει κάποιος και ελάχιστοι είναι αυτοί οι οποίοι μπορούν να κάνουν μια συνεχή εργασία, εργασία για την επιστήμη και την ανάπτυξη των ιδεών, εργασία για την προπαγάνδα και τη διάδοση των ιδεών, όλα αυτά συνοδευόμενα από σκληρή δουλειά για μια αρκετά μετριόφρονη εξασφάλιση των προς το ζειν. Θα μιλήσω για τον Κροπότκιν με βάση όλο το σεβασμό που τρέφω προς αυτόν, ως ένα σκληρά εργαζόμενο άνθρωπο, με μια σπάνια και τεράστια δραστηριότητα. Θα μπορούσε να απολαμβάνει τη ζωή ευκολότερα, αλλά οι περιστάσεις τον έδεσαν στην εργασία του για πενήντα-εξήντα χρόνια και, από τη στιγμή που ήταν απασχολημένος, εργάστηκε με σπουδαία θέληση.

Πιστεύω ότι οι ιδέες του διαπλάστηκαν από μια σιωπηλή διαδικασία συλλογής υλικού και παρατηρήσεων με την επιστημονική μέθοδο και βασίζοντας τα συμπεράσματά του πάνω σε αυτές. Από τη στιγμή που αυτά τα συμπεράσματα πήραν μορφή στη δεκαετία του 1860 ή και τριάντα χρόνια αργότερα, του προσέδωσαν ένα απίστευτο επίπεδο και φαίνονταν αναλλοίωτα σε όλη τη διάρκεια της ζωής του. Από εδώ και πέρα αποδείχτηκε ακούραστος στο να επιζητεί την επιβεβαίωση αυτών των ιδεών, αλλά ποτέ δεν θα έκανε κάποια παρέκκλιση ή θα έβρισκε ώρα για να τις επανεξετάσει ή να αναθεωρήσει τις βάσεις τους. Τουλάχιστον σε μένα, αυτή η άκαμπτη εμμονή σε όλα όσα παρατήρησε στις αρχές της δεκαετίας του 1860 και τα οποία η μνήμη του κράτησε θαυμάσια, μου φαίνεται κατά κάποιο τρόπο παράξενη και οδηγεί σε μια απομόνωση από την πάντα εξελισσόμενη πρόοδο της επιστήμης.

Θα ευχόμουν να δούμε αυτές τις ιδέες να ρίχνονται μέσα στο χωνευτήρι της γενικής επιστημονικής συζήτησης σε ένα μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι ήσαν πριν, τροποποιημένες από την κριτική, επαυξανόμενες από την έρευνα αρκετών άλλων και τότε ίσως έρθουν σε μας περισσότερο διευρυμένες και λιγότερο σε προσωπική μορφή. Αλλά αναγνωρίζω ότι αρκετοί είναι οι λόγοι που δεν το έχουν επιτρέψει αυτό και έχουν ακινητοποιήσει τον Κροπότκιν, αν θα μπορούσα να πω, στην οριογραμμή ανάμεσα στην επιστήμη και στην προφητεία. Οι επιστήμονες είναι άφθονοι και προφήτες επίσης, αλλά οι άνθρωποι που έχουν καλλιεργηθεί από την αληθινή επιστήμη και τη μετασχηματίζουν από μόνοι τους επεκτείνοντάς την σαν προφήτες είναι πολύ σπάνιοι και η θέση του Κροπότκιν ήταν, με κάποιο σεβασμό μιλώντας, μοναδική.

Η λαμπρή πρόοδος των φυσικών επιστημών, μετά τη σπουδαία δουλειά του Δαρβίνου, που δημοσιεύτηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1850, καθώς και οι τεράστιες μη αναπτυγμένες πηγές της Ρωσίας και της Σιβηρίας, τις οποίες ανακάλυψε ο Κροπότκιν με τα ταξίδια του εκεί, παρακίνησε το ενδιαφέρον του για τη φυσική επιστήμη, γινόμενος ένας δραστήριος εργάτης αυτού του τεράστιου ζητήματος, το οποίο ακόμα και στη μοναρχική Ρωσία κανείς δεν το είχε ανακινήσει σχεδόν. Αλλά εδώ η φυσική του ανιδιοτέλεια διαταράχτηκε και όταν είδε την τσαλαπατημένη κατάσταση του λαού, για τον οποίο τα φυσικά πλούτη και ο ορυκτός πλούτος της Ρωσίας καθώς και όλες οι έρευνες του Δαρβίνου, του Χάξλεϊ και του Σπένσερ δεν σήμαιναν απολύτως τίποτα, αυτός παράτησε την ακαδημαϊκή του καριέρα και τάχθηκε ολόψυχα με αυτούς που ήδη προετοιμάζονταν για την Ρώσικη Επανάσταση. Γι’ αυτό, μετά τα ταξίδια και τις σπουδές του στη δεκαετία του 1860, αλλά και την αρκετή χειρωνακτική δουλειά στο χώρο αυτό, τις μεταφράσεις και ανάλογες δουλειές για τα προς το ζειν, επέδειξε την ίδια θέληση για δουλειά για επαναστατικούς σκοπούς, με τα ταξίδια για την οργάνωση μυστικής προπαγάνδας, συνελεύσεις, ομιλίες και τυπογραφική δουλειά καθώς και τις δικές του μυστικές διαλέξεις, μια δραστηριότητα με το προσωπείο ενός εργαζόμενου ανθρώπου.

Το ενδιαφέρον του ήταν πάντα επιμελέστατο, πήγαινε κατευθείαν στη βάση των πραγμάτων και έκανε την πραγματική δουλειά, μικρή ή μεγάλη, όπως απαιτείτο, από μια επαναστατική ομιλία μέχρι το σχεδιασμό ενός πλάνου για την αναδιοργάνωση του κινήματος σε όλη τη Ρωσία. Πρώτα ταξίδεψε στο εξωτερικό στο διάστημα 1871-72 και, χωρίς άλλο, απέκτησε επαφές με τα μικρά Αναρχικά τμήματα της Διεθνούς στην Ελβετική Ιούρα, τα οποία τον γοήτευσαν και τα οποία πάντα τα θυμόταν και τα αγαπούσε. Μετά από μια περίοδο έντονης δραστηριότητας στη Ρωσία, τη σύλληψή του, τη φυλάκιση και την απόδρασή του, καθώς και μια παρατεταμένη περίοδο στο Λονδίνο, ενός άγονου τότε μέρους για επαναστάτες, επέστρεψε στην Ελβετική Ιούρα και από τα τέλη του 1876 και έπειτα, για μερικά χρόνια, έγινε η ψυχή της Αναρχικής Διεθνούς.

Το κίνημα εκείνη την εποχή είχε παρακμάσει όσον αφορά την εξωτερική του απεύθυνση και η μορφή της διεθνούς ομοσπονδίας, όντας χωρίς αξιώσεις και ελαστικότητα, θεωρήθηκε εντελώς περιττή από τους ντόπιους προπαγανδιστές, μέχρι την αναδιοργάνωση του Σαιντ Ιμιέ, το 1872. Ακόμα, μερικοί από τους πρώτους προπαγανδιστές, εκείνοι που συμμετείχαν στο φανερό κύκλο του Μπακούνιν, τον επονομαζόμενο «Συμμαχία», συνέχισαν να συνέρχονται, να γράφουν ο ένας στον άλλον ή να συναντιούνται και έτσι ο Κροπότκιν έγινε σε λίγο ένας από αυτούς, ο πιο φλογερός και ο πιο δραστήριος της εποχής, ενθαρρύνοντας πάντα αυτούς των οποίων η προπαγάνδα στην περίοδο αυτή της γενικής αντίδρασης τους είχε κατά κάποιο τρόπο κουράσει. Συνέβη να γνωρίζω, από τις επαφές μου με τον Τζέϊμς Γκιγιώμ, τον αριθμό των διεθνών επιστολών που απευθύνονταν στον Κροπότκιν, που αποδεικνύουν και τις σχέσεις του, τις προσπάθειές του, αλλά και την κατάσταση του κινήματος, όπως αυτό ήταν στα ενδότερα των χωρών εκείνων όπου η Αναρχική Διεθνής ή τμήματά της υπήρχαν ακόμα, εκτός της Ιταλίας, όπου το κίνημα ήταν πάντα τόσο δυνατό και σε καλή κατάσταση και όπου η βοήθειά του χρειαζόταν ελάχιστα. Αυτές οι επιστολές, για παράδειγμα, εικονογραφούν το Ισπανικό κίνημα αυτής της περιόδου – όταν η Διεθνής έπρεπε να οργανωθεί υπόγεια για χρόνια – και οι περιστάσεις αυτές οδήγησαν ακόμα σε ένα ταξίδι του Κροπότκιν στην Ισπανία, για να διευθετήσει μερικές υποθέσεις της Διεθνούς εκεί, ένα ταξίδι στο οποίο εντυπωσιάστηκε σε μεγάλο βαθμό από τον επαναστατικό ζήλο των Ισπανών εργατών.

Μπόρεσε, επίσης, να συντάξει, για κάποιους Γερμανούς Αναρχικούς εργάτες στην Ελβετία, το πρώτο Γερμανικό Αναρχικό Πρόγραμμα που κυκλοφόρησε ποτέ και μαζί με τον P. Brousse, από το Μονπελιέ, να δώσει μεγάλη βοήθεια στην πρώτη Γερμανική Αναρχική εφημερίδα, που τότε κυκλοφόρησε στη Βέρνη, την «Arbeiter Zeitung», την οποία, μαζί με ένα σημαντικό αριθμό άλλων Αναρχικών εκδόσεων της εποχής, είχε την άριστη ιδέα να τη στείλει στο Βρετανικό Μουσείο, στο οποίο η φάση αυτή του κινήματος μπορεί να μελετηθεί με εξαιρετική άνεση. Σε μιαν άλλη στιγμή, ξανά, όταν απουσίαζε ο Τζέϊμς Γκιγιώμ, εξέδωσε το «Δελτίο» του Ιούρα (στα Γαλλικά).

Εκεί έγραψε για το Ρωσοτουρκικό Πόλεμο και πήρε θέση υπέρ του Σλαβικού εθνικισμού, που πάντα τον ενέπνεε όταν ξεχείλισε σαν έκρηξη ξανά κατά τη διάρκεια του Ρωσο-ιαπωνικού Πολέμου καθώς και κατά τη διάρκεια των πολέμων των Βαλκάνιων Συμμάχων το 1914, μην εκπλήσσοντας, βέβαια, κανέναν από αυτούς οι οποίοι γνώριζαν τον αναλλοίωτο χαρακτήρα του, τις εντυπώσεις και τα συμπεράσματά του. Η διεθνής του δραστηριότητα τον οδήγησε στο Βέλγιο, στα Συνέδρια που έγιναν στο Verviers και στο Gent, απ’ όπου έπρεπε να πάει στο Παρίσι, όπου μπήκαν οι πρώτες βάσεις του σημερινού Αναρχισμού. Επέστρεψε στην Ελβετία, όπου εξέδωσε το «Revolte» («Εξεγερμένος»), στις αρχές του 1879 και αυτή η εφημερίδα – στην οποία ο Κροπότκιν από την αρχή έδωσε την πλήρη του προσοχή και μια τεράστια φροντίδα – έγινε γρήγορα το διεθνές όργανο του ανερχόμενου Αναρχισμού, ενώ στη Γαλλία ξέσπασαν σφριγηλά κινήματα, κυρίως στο Παρίσι και στην περιοχή Rhone, στη Λυών και αλλού. Αυτά ήταν τα χρόνια της μεγάλης δραστηριότητας του Κροπότκιν – όταν, εκτός από τη «Rovolte», έγραψε και μια σειρά άρθρων, τα οποία αργότερα ο Ελυζέ Ρεκλύ τα συγκέντρωσε σε έναν τόμο, με τον τίτλο «Λόγια ενός Επαναστάτη» – επέκτεινε την προσωπική του δράση και τις σχέσεις του στη νοτιοδυτική Γαλλία, στην περιοχή της Λυών και, την ίδια στιγμή, βρήκε μια ευχάριστη επιστημονική εργασία, με τη βοήθεια του Ελυζέ Ρεκλύ, στο Clarens, στη λίμνη της Γενεύης, με τους τεράστιους ετήσιους τόμους της γεωγραφίας του, εκτός, βέβαια, από το να απολαμβάνει την κλειστή συντροφικότητα αυτού του ανθρώπου που διέθετε μια μεγάλη κουλτούρα και τις πιο ωραίες Αναρχικές ιδέες.

Θα έρθει μια στιγμή που μερικοί ενθουσιώδεις σκεπτόμενοι και ψυχολόγοι θα συγκρίνουν τον Αναρχισμό του Κροπότκιν και αυτόν του Ρεκλύ, με τον οποίο συνεργάστηκε στενά, που ήσαν πολύ κοντινοί φίλοι και, ακόμα, με τον οποίο φαίνεται – σε μένα τουλάχιστον – ότι έχει μεγάλες διαφορές, αλλά και αξιοσημείωτες συγγένειες. Για μένα ο Αναρχισμός του Κροπότκιν φαίνεται στερεότερος, λιγότερο ανεκτικός, περισσότερο ρυθμισμένος για να είναι πρακτικός, ενώ αυτός του Ρεκλύ φαίνεται να είναι πλατύτερος, θαυμάσια ανεκτικός, ασυμβίβαστος επίσης, βασισμένος σε μια πιο ανθρωπιστική βάση. Υπάρχει περισσότερος χώρος και για τους δύο και εάν ο Αναρχισμός του Κροπότκιν, όντας περισσότερο της εποχής του, ίσως εξαφανιστεί με αυτόν, αυτός του Ρεκλύ μου φαίνεται ότι θα έχει μεγαλύτερη διάρκεια, αν και ο καιρός να αναγνωριστεί αυτό δεν έχει ακόμα έρθει, αλλά είναι βέβαιο ότι θα γίνει.

Το 1881 ο Κροπότκιν συμμετείχε στο Διεθνές Επαναστατικό Συνέδριο στο Λονδίνο, το οποίο αποτέλεσε πρόφαση για τις Ελβετικές αρχές να καταστήσουν την παραμονή του στη Γενεύη και στο Clarens αδύνατη, ενώ μόλις λίγο καιρό αργότερα η δραστήρια ανάπτυξη του κινήματος στην περιοχή της Λυών χρησιμοποιήθηκε από τις Γαλλικές αρχές για να φυλακίσουν και δικάσουν τους πρωταρχικούς προπαγανδιστές – τον Κροπότκιν επίσης – στη Λυών (το 1883), κάτι που οδήγησε στη φυλάκισή του στο Clairvaux, μέχρι τις αρχές του 1886, όταν μια αμνηστία απελευθέρωσε αυτόν, τη Λουίζ Μισέλ και άλλους. Μετά από μια σύντομη περίοδο στο Παρίσι, όπου δεν του επέτρεψαν να μείνει, πήγε στην Αγγλία και εγκαταστάθηκε στο Harrow, στο Λονδίνο.

Πέρασε κάποιες εκτεταμένες και μάλλον πληκτικές περιόδους στο Λονδίνο από το 1876, όταν το Σοσιαλιστικό κίνημα ήταν αρκετά ολιγάριθμο ή βρισκόταν στις αρχές του, όπως το 1881. Τα χρόνια 1884 και 1885 το αντικοινοβουλευτικό τμήμα της Σοσιαλιστικής Δημοκρατικής Ομοσπονδίας (στην οποία συνυπήρχαν ονομαστοί Αναρχικοί, όπως ο Joseph Lane και ο Sam Mainwaring, εξουσιαστές επαναστάτες, όπως οι Andreas Shue, William Morris και οι φίλοι του και, περιέργως αρκετοί, μάλλον από προσωπικούς λόγους, συγκεκριμένοι Μαρξιστές, όπως οι Avelings, Bax και άλλοι), αποσχίστηκε και ίδρυσε τη Socialist League (Σοσιαλιστική Λίγκα) το 1884. Δυστυχώς, τα γεγονότα αυτά ήσαν τότε άγνωστα στον Κροπότκιν και όταν πήγε στο Λονδίνο το 1886 πρέπει να τα έμαθε όλα αυτά από τον πρώτο του φίλο εκεί, τον H.M.Hyndman και από μερικούς Άγγλους Αναρχικούς που δεν ήσαν μέλη της Σοσιαλιστικής Λίγκας και οι οποίοι, επίσης, προέρχονταν από τους Σοσιαλδημοκράτες. Το γεγονός αυτό μαζί με τη «φαινομενική» επιρροή των Μαρξιστών, της κόρης του Μαρξ, στη Σοσιαλιστική Λίγκα – και ως ένας αυτόπτης μάρτυρας αυτών των γεγονότων από το τέλος του 1885, νομίζω ότι μπορώ να τονίσω με σιγουριά αυτό το «φαινομενική» – ίσως εμπόδισαν την ανάπτυξη των Αναρχικών του Ιούρα στην Αγγλία, αλλά και γιατί σοβούσε η διαμάχη του Μαρξ με τον Μπακούνιν.

Είναι θλιβερό το ότι ο Κροπότκιν φαίνεται να μην έχει άμεση άποψη της πραγματικής κατάστασης και αποφάσισε, από το να μην έχει τίποτα να κάνει με τη Σοσιαλιστική Λίγκα, να σχηματίσει μια ανεξάρτητη ομάδα, η οποία άρχισε τη δράση της μέσω της χρησιμοποίησης της εφημερίδας «Αναρχικός» του σημαντικού αναρχοατομικιστή, H. Seymour, ως οργάνου της, ένα σχήμα συνεργασίας που κατέρρευσε μέσα σε λίγους μήνες. Μετά από αυτό δεν υπήρχε καμία εφημερίδα μέχρι τον Οκτώβρη του 1886, που άρχισε να εκδίδεται η «Freedom» («Ελευθερία»). Η Σοσιαλιστική Λίγκα εκείνη την εποχή συγκέντρωνε τον ανθό του Αγγλικού Επαναστατικού Σοσιαλισμού, κυρίως τους λαϊκούς επαναστάτες που είχαν αρκετά Αναρχικές τάσεις, οι οποίοι αναζωογόνησαν το Αγγλικό κίνημα γύρω στο 1880 – ένας από αυτούς, μάλιστα, ο Joseph Lane, έγραψε το πρώτο Αγγλικό Αναρχικό φυλλάδιο, με τον τίτλο «An Anti-state Communist Manifesto» («Ένα Αντι-κρατικό Κομμουνιστικό Μανιφέστο»), που δημοσιεύτηκε το 1887 – και μερικούς πολύ καλούς ανθρώπους που φαίνονταν ότι ελκύονταν από το Σοσιαλισμό του William Morris, αυτής της περιόδου.

Εάν ο Κροπότκιν ενωνόταν με αυτούς αυτή την περίοδο θα τύχαινε μιας πολύ φιλικής υποδοχής και θα είχε πολύ μεγάλες ευκαιρίες για Αναρχική προπαγάνδα. Αρκετοί σύντροφοι που τότε ήσαν στις καλύτερες στιγμές τους, θα μπορούσαν να είχαν έρθει με το μέρος του. Αντίθετα, απέκτησαν την εντύπωση ότι ο Κροπότκιν και, ακόμα, περισσότερο, οι νέοι προσηλυτιστές του Αναρχισμού, οι προερχόμενοι από την SDF, λίγο ενδιαφέρονταν γι’ αυτούς και έτσι ακολούθησαν το δικό τους δρόμο. Μερικοί βρήκαν μόνοι τους το δρόμο προς τον Αναρχισμό, μερικοί, πάντως, χάθηκαν στην αμφιβολία και την αβεβαιότητα. Πάντα αισθανόμουν ότι μια θαυμάσια ευκαιρία χάθηκε εκεί. Πάντως, πρέπει να είμαστε ικανοποιημένοι με αυτό που ο Κροπότκιν διάλεξε να κάνει και ποτέ του δεν τσιγκουνεύτηκε τη βοήθειά του στη μικρή ομάδα – την οποία ονόμαζε Freedom Group – και την εφημερίδα της.

Τα άρθρα του για αρκετά χρόνια δεν υπογράφονταν και κανείς, παρά μόνο εκείνοι οι οποίοι έκαναν την άμεση επεξεργασία τους, όπως η C.M. Wilson και ο αργότερα σύντροφός μας A. Marsh ή οι στοιχειοθέτες της εφημερίδας, γνώριζαν την τεράστια φροντίδα που ο Κροπότκιν έδωσε σ’ αυτήν. Έχοντας δει μερικές από τις επιστολές του μόνο μιας μικρής περιόδου, προς τον A. Marsh, μπορώ να το βεβαιώσω. Μια παρόμοια βοήθεια έδωσε για χρόνια στη «Revolte» του Παρισιού – η οποία διαδέχτηκε την ομώνυμη εφημερίδα της Γενεύης – και ο Jean Grave είναι ακόμα στη ζωή και μπορεί να το βεβαιώσει. Οι πρώτες εκδόσεις της «Freedom» περιέχουν, όπως πολύ καλά θυμάται ο Jean Grave, ένα ολόκληρο βιβλίο από αυτόν, ολοκληρωμένο ή σχεδόν ολοκληρωμένο, μια σειρά άρθρων (ανυπόγραφων), τα οποία ακολουθούν ένα ήδη δοσμένο σχέδιο, όπως εκείνα που προηγούνται και αποτέλεσαν το «The Words of a Rebel» («Λόγια ενός Επαναστάτη») και αυτά που ακολουθούν, το «The Conquest of Bread» «(Η Κατάκτηση του Ψωμιού»). Η εργασία αυτή συντελέστηκε ανάμεσα στα δύο προαναφερόμενα βιβλία και είναι προσαρμοσμένη στις ανάγκες των Αγγλικών κοινωνικών και πολιτικών θεσμών.

Έτσι ακόμα δεν έχει ανακαλυφτεί ίσως ένας αρκετά δημοφιλής πρόλογος στον Αναρχισμό από τον παλιό φάκελο της εφημερίδας αυτής.

Ευτυχώς, ο κατοπινός εκδότης του «Nineteenth Century», Knowles, του έδωσε την ευκαιρία να γράψει άρθρα για τη Ρωσία, για τον Αναρχισμό («The Scientific Basis of Anarchy» («Η Επιστημονική Βάση της Αναρχίας»), Φλεβάρης 1887, «The Coming Anarchy» («Η Επερχόμενη Αναρχία»), Αύγουστος 1887 και περισσότερο χώρο για να εργαστεί λεπτομερέστερα πάνω στην οικονομική βάση των ιδεών του, από όπου και τα «The Breakdown of our Industrial Village» («Η Κατάρρευση του Βιομηχανικού μας Χωριού») Απρίλης 1988, «The Coming Reign of Plenty» («Το Επερχόμενο Βασίλειο της Αφθονίας»), «The Industrial Village of the Future» («Το Βιομηχανικό Χωριό και το Μέλλον»), «Brain and Manual Work» («Διανοητική και Χειρωνακτική Εργασία») και «The Small Industries of Britain» («Οι Μικρές Βιομηχανίες της Βρετανίας») Αύγουστος 1900, άρθρα που συμπεριελήφθησαν στο βιβλίο «Fields, Factories and Workshops» («Αγροί, Εργοστάσια και Εργαστήρια»), που κυκλοφόρησε το 1901. Ακόμα δημοσίευσε τη σειρά «Mutual Aid» («Αλληλοβοήθεια»), από το Σεπτέμβρη του 1890 ως τον Ιούλη του 1896, που ακολουθήθηκε από τα άρθρα όπως «The Theory of Evolution and Mutual Aid» («Η Θεωρία της Εξέλιξης και η Αλληλοβοήθεια») Γενάρης 1910, «The Direct Action of Environment on Plants» («Η Άμεση Δράση του Περιβάλλοντος στα Φυτά») Ιούλης 1910, «The Response of Animals to their Environment» («Η Ανταπόκριση των Ζώων στο Περιβάλλον τους») και «Inheritance of Acquired Characters» («Κληρονομιά των Επίκτητων Χαρακτήρων») Μάρτης 1912. Στο μεταξύ, είχε αρχίσει τη συγγραφή μιας ηθικής σειράς, το «The Ethical Needs of the Present Day» («Οι Ηθικές Ανάγκες του Παρόντος») Αύγουστος 1904, το «Morality of Nature» («Ηθική της Φύσης») Μάρτης 1905, το οποίο, νομίζω, δεν συνεχίστηκε εξαιτίας της Ρώσικης επαναστατικής αλλαγής του 1905, που απορρόφησε τον καιρό και τις προσπάθειές του.

Οι μελέτες του πάνω στη Ηθική συνεχίστηκαν, αλλά η αυξανόμενη πίεση όσον αφορά το χρόνο του και η προβληματική του υγεία διέκοψαν τις συνεχείς τους εκδόσεις και τελευταία του ανατέθηκε να εργαστεί πάνω στην Ηθική του Ντμιτρίεβο. Τα άρθρα που γράφτηκαν για το «Nineteenth Century» – παραλείπω διάφορα άλλα για τη Φιλανδία, τις Γαλλικές φυλακές ή τη Γαλλική Επανάσταση κλπ. – αποτέλεσαν τότε τη σπουδαιότερη εργασία από οτιδήποτε κι αν έγραψε, ειδικά τη σειρά άρθρων με τον τίτλο «Recent Science» («Πρόσφατη Επιστήμη»), περίπου 17 μεγάλα άρθρα στο διάστημα 1892-1901, όπου ασχολείται με την επιστημονική πρόοδο σε όλα τα επίπεδα, κάτι που απαίτησε την επιμελέστερη προετοιμασία. Εκτός από αυτά έκανε και διαλέξεις σε ταξίδια στην επαρχία και στη Σκωτία, κυρίως έχοντας να κάνει με ζητήματα που αφορούσαν τη Ρωσία και, για πάνω από είκοσι χρόνια, μιλούσε για την Παρισινή Κομμούνα και τους Μάρτυρες του Σικάγου, ενώ τα ύστερα χρόνια του πάντα έγραφε και έστελνε γράμματα.

Η Ομάδα της «Freedom» κατάλαβε την ενδεχόμενη απομόνωσή της και το 1881 άρχισαν να οργανώνονται διαλέξεις, από τις οποίες θυμάμαι μερικές στις οποίες μίλησε ο Κροπότκιν, στα γραφεία της Σοσιαλιστικής Λίγκας, στην οδό Farringdon του Λονδίνου. Αλλά ακόμα και τότε δεν έγινε καμιά περαιτέρω συνεργασία και αυτό δεν συνέβη μέχρι που το Commonweal Group (Ομάδα «Κοινή Ευημερία») διαλύθηκε εξαιτίας διωγμών το 1894 και η «Freedom», επίσης, θεληματικά διέκοψε την κυκλοφορία της για μερικούς μήνες το 1894-95, μέχρι που οι εναπομείναντες της Commonweal και η «Freedom» συγχωνεύτηκαν και ξανάρχισε η κυκλοφορία της δεύτερης το Μάη του 1895 και από τότε κυκλοφορεί χωρίς διακοπή μέχρι σήμερα. Κατά κάποιο τρόπο, κανένα από τα γεγονότα αυτά, τη συνταρακτική αυτή περίοδο των αρχών της δεκαετίας του 1890, δεν έφερε τον Κροπότκιν σε στενή επαφή με το Αγγλικό κίνημα όπως συνέβη πριν – όπως άκουσα από περιγραφές – ανάμεσα σε αυτόν και στο κίνημα στις πολίχνες του Ιούρα και στη Γενεύη.

Η φιλολογική εργασία για τα προς το ζειν (βοηθητική γεωγραφική εργασία κλπ) και η υγεία του, που επιδεινώθηκε από τη ζωή στη φυλακή, επίσης τα πολλά καλέσματα από διάφορους για τη φιλολογική του βοήθεια, η αλληλογραφία κλπ., απαιτούσαν τη συνταξιοδότησή του, αλλά αυτός περνούσε περιόδους εντατικής εργασίας σε βιβλιοθήκες και το πρόβλημα ήταν ότι πάντα κατοικούσε σε μια αξιοσημείωτη απόσταση από το κέντρο, στο Harrow, στο Acton, στο Bromley (Kent), στο Muswell Hill και, τελικά, όταν το απαίτησε η υγεία του, στο Brighton και μόνο πέρασε μια παράξενη βδομάδα ή λίγο περισσότερο στο Λονδίνο, κάνοντας πάντα έρευνα στις βιβλιοθήκες. Καθώς διέθεσε όλο του το χρόνο στη μελέτη, στην αλληλογραφία και στους επισκέπτες, δεν μπορούσε πιθανώς να κάνει τίποτα περισσότερο και εάν η επαφή του με το κίνημα του Λονδίνου ήταν συχνότερη, άλλα μέρη της εργασίας του, η οποία απευθύνθηκε σε ένα μεγάλο κοινό, θα πρέπει να είχε περικοπεί. Είχε τόσα πολλά πράγματα στο κεφάλι του, τα οποία οδηγούσαν σε μελέτη, η οποία, όπως όλες οι σοβαρές μελέτες, ποτέ δεν είχαν ένα τέλος. Έτσι ξοδεύτηκε όλη του η ζωή, σαν να ήταν ο ίδιος ενάντια στον αγώνα για ζωή, που σπάνια ήταν τόσο χαρούμενος, όταν, επιτέλους, ανακάλυψε μια ευκαιρία να το κάνει για λίγο. Σε όλα αυτά προστέθηκε και η ευθύνη για μια έρευνας περί Ηθικής, για την οποία υπήρξε αρκετή βιβλιογραφία – ανταγωνιστική στις ιδέες του – που έπρεπε να εξεταστεί προκαταρκτικά. Τότε το αμερικάνικο ταξίδι του, που έγινε κατόπιν μιας πρόσκλησης από το «Atlantic Monthly» για να γράψει τις «Αναμνήσεις» του, μια στροφή πίσω στο πρώτο μέρος της ζωής του απ΄ όπου αναβίωσε όλες τις πρώτες αναμνήσεις του στη Ρωσία και, δια μέσου του οποίου οδηγήθηκε σε αρκετές άλλες αναμνήσεις, για τις οποίες δεν μίλησε στο βιβλίο του «Memoirs».

Γνωρίζοντας το ιστορικό και βιβλιογραφικό μου ενδιαφέρον – το οποίο πάντα υποστήριξε αρκετά φιλικά – μου έδωσε εκείνα τα χρόνια αρκετές προσθήκες στις «Memoirs» του, τις οποίες και φρόντισα να καταγράψω. Αυτή η ανάμνηση της νεότητάς του οδήγησε, επίσης, σε εκείνες τις αμερικάνικες διαλέξεις πάνω στη Ρώσικη λογοτεχνία, το αντικείμενο ενός άλλου βιβλίου του, που εκδόθηκε το 1905. Στο μεταξύ, η Ρωσική Επανάσταση του 1905 προετοιμαζόταν και αυτό τον οδήγησε σε μια ανασκόπηση των μελετών του πάνω στη Γαλλική Επανάσταση του 1789-1794, ένα αντικείμενο το οποίο είχε στο μυαλό του όταν πρωτοπήγε στο Παρίσι, το 1877, αφιερώνοντας τότε κάθε ώρα που μπορούσε στην ιστορική έρευνα. Η μελέτη ενός Ρώσου ιστορικού καθώς και του βιβλίου του F. Rocquans, για τους προδρόμους της Γαλλικής Επανάστασης, τον οδήγησαν σε διάφορα συμπεράσματα των οποίων το «Spirit of Revolt» («Το Πνεύμα της Εξέγερσης»), το 1882, (στο «Revoke») αποτελεί το πρώτο αποτέλεσμα.

Το σχετικό άρθρο του 1889 στο «Nineteenth Century», ένα άλλο άρθρο καθώς και μερικά άλλα άρθρα στο περιοδικό «Temps Nouveaux» («Νέοι Καιροί») αποτελούν μια μεταγενέστερη επαύξηση, μέχρι την κατάπτωση των εκδοτών εξαιτίας των συνεχών προσθέσεων και διορθώσεων, που οδήγησαν στην έκδοση του μεγάλου Γαλλικού βιβλίου του των 749 σελίδων (το 1909). Αυτή η τόσο λεπτομερειακή επανεξέταση της Γαλλικής Επανάστασης, η σύγχρονη Ρώσικη Επανάσταση του 1905 και τα επακόλουθά της στα χρόνια που ακολούθησαν – τα περισσότερο σκληρότερα χαρακτηριστικά του Κροπότκιν αυτών των χρόνων που αποκαλύπτονται στο «The Terror in Russia» («Ο Τρόμος στη Ρωσία») Ιούλης 1909 – οι ανανεωμένες επαφές με τη Ρωσία από τις πρώτες του αναμνήσεις που ήδη εξιστορήθηκαν, οι επαφές με ένα μεγάλο αριθμό Ρώσων επισκεπτών από το 1905 και μετά, η συνεργασία του με μια ρώσικη αναρχική ομάδα (που κυκλοφορούσε ένα μικρό έντυπο στο Λονδίνο, στη Ρώσικη γλώσσα, το 1906-1907), οι συναντήσεις του με διάφορους Ρώσους πολιτικούς, δημοσιογράφους, καλλιτέχνες διαφόρων και ποικίλων απόψεων, μορφοποίησαν αρκετά την άποψη του Κροπότκιν για τη Ρωσία στα χρόνια πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Ιαπωνικός Πόλεμος αναζωπύρωσε τα πολιτικά του αισθήματα, τα ταξίδια του στη Γαλλία (Βρετάνη και Παρίσι), στη νότια Ελβετία (Λοκάρνο) και στην Ιταλική Ριβιέρα (Ραπάλλο) – παρά την άσχημη κατάσταση της υγείας του – τον έφεραν σε επαφή με διάφορες ομάδες και άτομα και αναζωογόνησε το ενδιαφέρον του για το πολιτικό κουτσομπολιό που του άρεσε, το οποίο όλοι οι προσωπικοί φίλοι όπως ο H.M. Hyndman, ασφαλώς γνώριζαν και το οποίο κατέπληξε όλους εκείνους που πίστευαν, όταν τον πρωτοσυνάντησαν, ότι θα έρχονταν πρόσωπο με πρόσωπο με έναν αντιμιλιταριστή, αντιπατριώτη διεθνιστή κ.λπ.

Το αντίθετο, όμως, σχεδόν συνέβη. Η υπεράσπιση της Γαλλίας και της Ρωσίας ήταν όλο και περισσότερο θέματα υψίστης σπουδαιότητας για εκείνον και όταν ο Ελυζέ Ρεκλύ και ο Τολστόι πέθαναν και απέμεινε ο μόνος από τους παγκόσμια γνωστούς ελευθεριακούς ανθρωπιστές, δεν ύψωσε τη φωνή του στα χρόνια των γενικών πολεμικών προετοιμασιών και των πολέμων, από το 1911 ακόμα, στην Τρίπολη και στα Βαλκάνια. Ο Μαλατέστα μίλησε για τη «ληστεία της Τρίπολης» του 1911, αλλά ο Κροπόκιν έμεινε σιωπηλός όταν ξέσπασε ο Βαλκανικός Πόλεμος του 1912 και με έκανε να πάω από τη μια άκρη του δωματίου μου στην άλλη σαν να δέχτηκα ένα χτύπημα της ρητορικής του δυναμικής, όταν είδε ότι δεν πανηγύριζα για τις νίκες των Βαλκάνιων συμμάχων. Αλλά αρκετά γι’ αυτό το ζήτημα, το οποίο, από το 1914, είναι ένα στοιχείο γενικής παραδοχής. Για μένα είναι απλώς και μόνο η εκδήλωση μιας αίσθησης, η οποία δεν τον είχε αφήσει ούτε για μια στιγμή από τη νεότητά του, τα παιδικά του χρόνια ή όταν ήταν νήπιο και η οποία ποτέ δεν αποκρύφτηκε όταν παρουσιάστηκαν οι ευκαιρίες, όπως το 1876, το 1904, το 1912 και από το 1914 και μετά. Για να συμπληρώσουμε τον ατελείωτο κατάλογο των πρωταρχικών του αντικειμένων μελέτης, ο Κροπότκιν ασχολήθηκε ακόμα και με την εντατική γεωργία, την αποκέντρωση και την τοπική αυτό-ανεξαρτησία, όπως την έλεγε. Από τα πειράματα στο Jersey και τις προσπάθειες του κ. Rowntree για εσωτερικό αποικισμό τα ενδιαφέροντά του επεκτάθηκαν στον Καναδά, όπου ταξίδεψε με το British Association, στη Γαλλική κηπουρική και πάει λέγοντας.

Όταν έγραψε μια αναθεωρημένη Γαλλική έκδοση (το 1913) του «Modern Science and Anarchism» («Σύγχρονη Επιστήμη και Αναρχισμός») και επίσης το άρθρο πάνω στον Αναρχισμό στην Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάννικα (σε ένθετο), οδηγήθηκε να εξετάσει τους πρώιμους Αναρχικούς συγγραφείς και επηρεάστηκε πολύ από αρκετές προχωρημένες ιδέες που βρήκε εκεί σε ανύποπτο χρόνο. Ακόμα και ο Φουριέ τον ενδιέφερε αρκετά. Λυπήθηκε μόνο που, σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, ο χρόνος του ήταν τόσο περιορισμένος, με τη βελτίωση μεταφράσεων, την αλληλογραφία και τους επισκέπτες. Η ικανότητά του για εργασία ήταν σοβαρά κλονισμένη και όταν υπερέβη τους ιατρικούς περιορισμούς παροπλίστηκε για βδομάδες και του απαγορεύτηκε κάθε εργασία. Κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων χρόνων πριν το 1914 αισθανόταν πάρα πολύ την ανάγκη να εργάζεται πάντα για βιοποριστικούς λόγους, αν και θα μπορούσε να απολαύσει κάποια πραγματική ξεκούραση, που γι’ αυτόν σήμαινε διάβασμα και συλλογή βιβλίων (επειδή ήταν επίσης και λάτρης του βιβλίου και απολάμβανε το να συλλέγει σπάνιες επαναστατικές εκδόσεις), κάποιες καλλιτεχνικές απολαύσεις, καθώς και ακρόαση των ενδιαφερόντων νέων, με μερικές γρήγορες κρυφές ματιές πίσω από τις κουρτίνες της πολιτικής, ανάμεσα στα άλλα. Αλλά μια τέτοια διασκέδαση δεν μπορούσε ποτέ να την απολαύσει, με καταστρεμμένη την ικανότητά του για εργασία και πολύ επισφαλή υγεία που ποτέ δεν του έδωσαν μια πραγματική ανάπαυλα. Επίσης, κάποια στιγμή ήταν κεφάτος και εύθυμος και αγαπούσε τα αστεία και τα γέλια, αλλά την επόμενη στιγμή ήταν τρομερά σκληρός και σοβαρός και, πάνω απ’ όλα, αμετακίνητος στην εμμονή του στα διαφορετικά νήματα των ιδεών τις οποίες είχε διατυπώσει.

Αλλά γιατί επιμένουμε στις αδυναμίες αυτές, οι οποίες, στο κάτω-κάτω, χωρίς αμφιβολία, είχαν τα πλεονεκτήματά τους επίσης και συνεισέφεραν στη σύνθεση μιας μοναδικής προσωπικότητας που ήταν ο ίδιος. Η στάση του το 1914 δεν με εξέπληξε, δεν θα «μπορούσε» να έχει φερθεί διαφορετικά και αυτοί οι οποίοι τον γνωρίζουν πολύ καλά, μπορούσαν να μαντέψουν τη στάση του. Χωρίς να επιθυμούμε να εισάγουμε κάθε αμφισβητήσιμο αντικείμενο, ας μου επιτραπεί να πω ότι, κατά τη γνώμη μου, αλλά και κατά τη γνώμη των καλά πληροφορημένων Γερμανών συντρόφων (του Γκ. Λαντάουερ, του θύματος του Μονάχου το 1919), ήταν αρκετά απληροφόρητος για τη Γερμανία, για το Σοσιαλισμό των πολιτικών και τον εθνικό χαρακτήρα γενικά. Οι πηγές του προέρχονταν μάλλον από δεύτερο χέρι ή ήταν παραποιημένες και δεν θα μπορούσε να βασίσει κάθε επιστημονική άποψη πάνω σε αυτές, αν και όταν έγραψε για την επιστήμη συμβουλευόταν και αναγνώριζε τις Γερμανικές πηγές με ενδιαφέρον και ακρίβεια. Μπορώ έτσι να αισθανθώ και να καταλάβω τη ζωή του από το 1914 ώς το 1917, καθώς επίσης την τεράστια ικανοποίησή του για τη Ρώσικη Επανάσταση του 1917 και την ελπίδα με την οποία επέστρεψε στη Ρωσία τον καιρό του Κερένσκι. Μερικούς μήνες αργότερα, πάντως, η ζωή του πρέπει να μεταβλήθηκε σε τραγωδία και πρέπει να είχε αυτό το τέλος. Ο Τολστόι είπε στον τσάρο το 1908: «Δεν μπορώ πλέον να παραμένω σιωπηλός. Πρέπει να μιλήσω», αλλά η φωνή του Κροπότκιν προς το Λένιν δεν ακούστηκε, παρά μόνο σε ελάχιστα γράμματά του προς αυτόν, που κυκλοφόρησαν στο εξωτερικό, αλλά ίσως νόμισε ότι όλοι του οι φίλοι θα μπορούσαν να εκλάβουν τη σιωπή του όπως αυτή του Σπάϊς την ώρα της εκτέλεσής του στο Σικάγο το 1887: «Θα έρθει μια στιγμή που η σιωπή μας θα είναι δυνατότερη από τις πνιγμένες φωνές μας σήμερα».

Έτσι η σιωπή του Κροπότκιν καλύπτει μια τραγωδία πριν αυτός εξαφανιστεί, αλλά παραμένει σε μας η χαρούμενη, ακούραστη εργασία του για την ελευθερία, την επιστήμη και την ανθρωπότητα.

Comments Off on Ο Κροπότκιν και το έργο του: Σκιαγραφία ενός επαναστάτη

* Κείμενο του Nick Heath. Ελληνική μετάφραση “Ούτε θεός-Ούτε Αφέντης”, 16 Ιούνη 2009.

Ο Nikolai Rogdaev γεννήθηκε ως Nikolai Ignatievich Muzil στο χωριό Silkino, κοντά στο Klin, βόρεια της Μόσχας, το 1880, από πλούσια οικογένεια με αυστριακές ρίζες. Αρκετά νέος στη δεκαετία του 1890 δραστηριοποιήθηκε στο επαναστατικό κίνημα ως μέλος της ομάδας των σοσιαλεπαναστατών στο Riazan, ενώ διατηρούσε και επαφές με τους σοσιαλδημοκράτες. Τον Μάη του 1900 η δράση του ήρθε σε γνώση της τσαρικής αστυνομίας και στα τέλη Γενάρη του 1901 συνελήφθη για κατοχή και διανομή παράνομης σοσιαλεπαναστατικής προπαγάνδας. Καταδικάστηκε σε 3 μήνες φυλάκιση.

Απελευθερώθηκε τον Απρίλη του ίδιου χρόνου, αλλά τέθηκε υπό αστυνομική επιτήρηση. Αλλά μετά από λόγο, τον Ιούνη του ίδιου χρόνου, κατέφυγε στη Βουλγαρία, όπου έγινε αναρχοκομμουνιστής. Εκεί άρχισε να διανέμει αναρχικό προπαγανδιστικό υλικό και συμμετείχε σε αναρχικές ομάδες στη Σόφια και τη Βάρνα. Δραστηριοποιήθηκε, επίσης, ανάμεσα σε εργάτες, αλλά και διανοούμενους που είχαν μεταναστεύσει εκεί από τη Ρωσία.

Μετά, μάλλον το 1903, εγκαταστάθηκε στην Ουκρανία, όπου έπαιξε σημαντικό ρόλο στην προπαγάνδιση των αναρχικών ιδεών εκεί, σε πόλεις και περιοχές όπως το Briansk, το Nezhin και το Ekaterinoslav. Τότε ήταν που αναγεννήθηκε το ουκρανικό αναρχικό κίνημα μετά την άγρια καταστολή και καταστροφή του από το τσαρικό καθεστώς στη δεκαετία του 1880.

Γνωστός ως “θείος Βάνιας”, βοήθησε στην ίδρυση αρκετών αναρχικών ομάδων. Τον Δεκέμβρη του 1904 εκπροσώπησε τη εξόριστη αναρχοκομμουνιστική ομάδα “Khleb I Volya” (“Ψωμί κι Ελευθερία”) στο Συνέδριο των Ρώσων Αναρχοκομμουνιστών στο Λονδίνο.

Τον Μάρτη του 1905 πήγε με τη σύζυγό του, O. Malickaia, και τον Zabrezhnev στο Κίεβο και οργάνωσαν τις Νοτιορωσικές Αναρχικές Κομμουνιστικές Ομάδες, ενώ εξέδωσαν και την εφημερίδα “Nabat” η οποία ήλπιζαν ότι θα αποτελούσε τη φωνή του αναρχικού κινήματος. Αλλά στις 30 του ίδιου μήνα, μόλις και μετά βίας κατόρθωσε να αποφύγει τη σύλληψη, ενώ τα τυπογραφεία και όλες οι εκδόσεις της “Nabat” κατασχέθηκαν και καταστράφηκαν.

Στα τέλη Σεπτέμβρη με αρχές Οκτώβρη του 1905, μετακινήθηκε στη Γενεύη όπου εργάστηκε για την εφημερίδα “Khleb I Volya” μέχρι το κλείσιμό της τον Νοέμβρη του ίδιου χρόνου.

΄Ηταν σπουδαίος συζητητής και γι’ αυτό προσύλκησε αρκετούς στον αναρχισμό.

Έγραφε ένα “τεράστιο μαρτυρολόγιο” (όπως το ονόμαστε) σε μια αναφορά του για το Διεθνές Αναρχικό Συνέδριο του 1907 στο Άμστερνταμ. Ήταν ένας από τους Ρώσους εκπρόσωπους με τον Zabrezhnev στο εν λόγω Συνέδριο. Αυτός που κρατούσε πρακτικά έγραψε: “Ο σύντροφος Nikolai Rogdaev ανεβαίνει στο βήμα να μιλήσει για την Ρωσική Επανάσταση (σ.σ.: του 1905). Μιλά στα ρωσικά και οι περισσότεροι που παρακολουθούν δεν τον καταλαβαίνουν. Ωστόσο, όλων τα μάτια είναι στραμμένα σ’ αυτόν τον χλωμό νεαρό, από το βλέμμα του οποίου αναδύεται μια παράξενη φλόγα. Και ο καθένας μπορεί να καταλάβει τι ακριβώς λέει. Μιλά για τον αγώνα στον οποίο οι Ρώσοι αναρχικοί (μαζί και αυτός ο ίδιος) έχουν αναμειχθεί, ενάντια στον δολοφονικό τσαρισμό. Αναπολεί τις εξεγέρσεις και του μάρτυρές τους, τα βάσανα και τις εκτελέσεις, όλο το τεράστιο αυτό δράμα που παίζεται εκεί στη Ρωσία μόνο και μόνο για να συναντά την αδιαφορία της Ευρώπης”.

Ο Rogdaev ήταν, επίσης, συνεκδότης με τον Maksim Raevskii (έναν από τους πρωτοπόρους συνδικαλιστές), της επιθεώρησης “Stormy Petrel “ (“Burevestnik”), που πήρε το όνομά της από το ομώνυμο ονομαστό ποίημα του Μαξίμ Γκόρκυ. Ο τελευταίος στίχος του ποιήματος αυτού που έλεγε ”Ας αφήσουμε την καταιγίδα να εκφραστεί πιο δυνατά”, ήταν τυπωμένος στην προμετωπίδα της έκδοσης. Πρωτοκυκλοφόρησε στο Παρίσι το 1906.
Άρθρα του Rogdaev εμφανίστηκαν, επίσης, στην εφημερίδα “Golos Truda” που πρωτοκυκλοφόρησε στη Νέα Υόρκη το 1911. Το 1909 εξέδωσε μια αξιόλογη συλλογή ντοκουμέντων και προσωπικών ενθυμήσεων από το κίνημα στο διάστημα 1903-1908 με τον τίτλο (στα ρώσικα) “Al’ manakh: Sbornik po Istorii Anarchicheskogo Dvizheniia v Rossii”.

Μετά την Επανάσταση του 1917 έγινε μέλος της Ομοσπονδίας Αναρχικών Ομάδων Μόσχας και εργάστηκε στην καθημερινή της εφημερίδα “Anarkhiia” (“Αναρχία”). Μετά εγαταστάθηκε στο Πέτρογκραντ, όπου έγινε γραμματέας της Αναρχικής Ομοσπονδίας της Κροστάνδης ανάμεσα στο φθινόπωρο του 1917 και την άνοιξη του 1918. Ο Μάχνο τον προσκάλεσε να γίνει εκδότης της “Nabat” στο Gulyai-Polye, τον Φλεβάρη του 1919, αλλά δεν το έκανε εξαιτίας της παρουσίας εκεί του Βολίν με τον οποίο είχαν κάποιες διαφορές.

Το 1920 τον κάλεσε ο Λένιν στη Μόσχα και τον πίεσε να πείσει τον Μάχνο να “τεθεί” στις υπηρεσίες του Κρεμλίνου και ο ίδιος να αναλάβει ένα σημαντικό πόστο (με βάση τις γνώσεις του στις ξένες γλώσσες) στον Κόκκινο Στρατο του Δυτικού Μετώπου. Αρνήθηκε και τα δύο. Αυτό τον έθεσε αμέσως σε δυσμένεια και άρχισε να παρακολουθείται από την Τσεκά στη Σαμάρα. Αργότερα όλα αυτά σταμάτησαν και διορίστηκε σε μια θέση εκπαιδευτικού στην Τυφλίδα. Όμως, μετά την καταστολή της εξέγερσης της Κροστάνδης έκοψε κάθε σχέση με τη σοβιετική διοίκηση.

Το 1923 έγινε μέλος της Πανρωσικής Επιτροπής Μνήμης για τον Κροπότκιν που δημιουργήθηκε από τον αναρχικό Alexey Borovoi.

Επιπλέον, διατήρησε επαφές με τον Μάχνο και την ομάδα “Dielo Truda” στο Παρίσι, στην οποία κατάφερε να στείλει και χρήματα, υποστηρίζοντας τη θέση των Μάχνο, Αρσίνοφ και των άλλων συντρόφων σχετικά με την Οργανωτική Πλατφόρμα.

Το 1927 ήταν ένας από τους αναρχικούς εκείνους που τούς επιτράπηκε από το σοβιετικό καθεστώς να υπογράψουν ένα κείμενο για τη σωτηρία των Σάκκο και Βαντζέττι, των ιταλοαμερικανών αναρχικών που ήταν καταδικασμένοι σε θάνατο, μια μεγάλη ειρωνία εκ μέρους του σοβιετικού καθεστώτος τη στιγμή που στη Ρωσία αναρχικοί δολοφονούνταν και φυλακίζονταν. Η ομάδα αυτή των αναρχικών, με επικεφαλής τον Vladimir Barmash, ήθελε να καλέσει μια δημόσια συγκέντρωση για να προπαγανδίσει τον αναρχισμό και συμφωνήθηκε να είναι ο Rogdaev ο κεντρικός ομιλητής. Αλλά η όλη κίνηση απαγορεύτηκε αμέσως από το Κρεμλίνο.
Ο Rogdaev έγινε τότε μέλος μιας παράνομης αναρχικής ομάδας που αποτελείτο από βετεράνους του αναρχικού κινήματος. Η ομάδα ανακαλύφθηκε τελικά τον Μάη του 1929 και τα μέλη της συνελήφθησαν.

Πέθανε στην Τασκένδη το 1932, όπου βρισκόταν σε εξορία μετά την έκτιση της ποινής φυλλακισής του, που την πέρασε κυρίως στην απομόνωση, κάτι που έβλαψε ανεπανόρθωτα την υγεία του. Κατέρρευσε ενώ βρισκόταν σε έναν δρόμο που κατά ειρωνία ονομαζόταν Οδός Σάκκο-Βαντζέττι.

Ο Μάχνο έγραψε μια νεκρολογία για τον σύντροφό του αυτόν όπου μεταξύ άλλων έλεγε: “Πολυαγαπημένε μου φίλε, σύντροφε και αδελφέ, κοιμήσου ήσυχα στο βαρύ ύπνο από τον οποίο δεν υπάρχει ξύπνημα. Η υπόθεσή σου είναι και δική μας υπόθεση. Ποτέ δεν θα πεθάνει. Θα έλθει ξανά στη ζωή των επερχόμενων γενεών οι οποίες θα την αναλάβουν ξανά και θα την εμπλουτίσουν, θα κινητοποιήσει την ανοιχτή, υγιή ζωή του αγώνα της εργαζόμενης ανθρωπότητας. Φίλε, θα μείνεις για πάντα μαζί μας! Ας ντραπούν και ας πέσει καταδίκη σε εκείνους που έχουν κηλιδώσει το όνομά σου, που έχουν σιγά-σιγά και σταθερά λερώσει την ψυχή σου και την καρδιά σου στο τέλος”. (Ο Μάχνο ήταν τόσο φωτωχός που δεν μπορούσε να ταχυδρομήσει τη νεκρολογία του στην εξόριστη ρωσική αναρχική εφημερίδα “”Probuzhdenie”, ούτε ακόμα να πληρώσει το αντίτιμο του γραμματοσήμου. Τελικά, δημοσιεύηκε με καθυστέρηση στην έκδοση του Νοέμβρη-Δεκέμβρη 1934 της εφημερίδας αυτής”).

www.anarkismo.net/article/13492

Comments Off on Nikolai Rogdaev (Θείος Βάνιας): Ρώσος αναρχικός αγωνιστής

Η πραγματική ενότητα της Διεθνούς […] είναι μέσα στις κοινές προσδοκίες και μέσα στο αυθόρμητο κίνημα των λαϊκών μαζών όλων των χωρών, και όχι μέσα σε μια κάποια κυβέρνηση, ούτε σε μία ομοιόμορφη πολιτική θεωρία, επιβεβλημένη από ένα Γενικό Συνέδριο σε αυτές τις μάζες.

Η Α’ Διεθνής των Εργατών συγκροτήθηκε, στο Λονδίνο, κατά τη συνάντηση του Sant-Martin’s Hall στις 29 Σεπτεμβρίου 1864. Το πρώτο Συνέδριό της έγινε στην Γενεύη από της 3 έως 8 Σεπτεμβρίου 1866. Απουσία του Μαρξ, η επιρροή των Γάλλων προυντονιστών είναι κυρίαρχη· αυτοί οι τελευταίοι βλέπουν στην εξάπλωση της αμοιβαιότητας (mutuellisme) το «κλειδί» για τη εργατική χειραφέτηση, επιδιώκουν να θεμελιώσουν την αλλαγή με την οργάνωση ενός συστήματος αμοιβαίας και δωρεάν πίστωσης, αρνούνται να καταστρέψουν την υπάρχουσα κοινωνία με απεργίες ή την επανάσταση, αλλά θέλουν μόνο να την μεταρρυθμίσουν.

Στο Συνέδριο της Λοζάνης (2-8 Σεπτεμβρίου 1867), οι προυντονιστές αναγνωρίζουν ότι η κοινωνική χειραφέτηση των εργατών είναι αξεχώριστη από την πολιτική τους χειραφέτηση. Αλλά στη Γαλλία, οι στρατευμένες διώξεις κατ’ απαίτηση της εξουσιαστικής κυβέρνησης κατά του παρισινού τομέα της Διεθνούς, προεδρεύοντας του Tolain, τελειώνουν με τη διάλυση της Παρισινής Επιτροπής. Ο Ευγένιος Βαρλέν (Varlin), εκλεγμένος στο δεύτερο διοικητικό συμβούλιο του γαλλικού τομέα, προσχώρησε στις αντιλήψεις των αντικρατικών κολεκτιβιστών ή αλλιώς μη αυταρχικών κομμουνιστών. Η επιρροή του υποσκέλισε έκτοτε τις θέσεις περί αμοιβαιότητας του Tolain.

Στο Συνέδριο των Βρυξελλών (6-13 Σεπτεμβρίου 1868), οι εκπρόσωποι αναγνωρίζουν την απεργία ως ένα αναγκαίο και νόμιμο όπλο, όπως μία αναγκαιότητα στην περίπτωση που ένας πόλεμος θα ερχόταν να ξεσπάσει ανάμεσα στις διάφορες χώρες. Οπαδοί της ατομικής ιδιοκτησίας, εγγυημένης από την ελευθερία των πολιτών, οι προυντονιστές προσχωρούν στην ιδέα της κολεκτιβοποίησης των γαιών και των μέσων μεταφοράς.
Το Συνέδριο της Βασιλείας (5-12 Σεπτεμβρίου 1869) επικυρώνει τις προηγούμενες διαβεβαιώσεις. Είναι η παρακμή του προυντονισμού ή η άλωση της συνείδησης των προυντονιστών, όντες από εδώ και στο εξής πεπεισμένοι για το αναπόφευκτο σύνδεσμο ανάμεσα στην κοινωνική και πολιτική επανάσταση. Το Συνέδριο καλεί τελικά τους εργάτες να επιδοθούν ενεργά στη δημιουργία συνδέσμων αντίστασης μέσα στα διάφορα σώματα των επαγγελμάτων. Αυτοί οι σύνδεσμοι αντίστασης ή συνδικάτα είναι ωστόσο για τον Ευγένιο Βαρλέν ένας μοχλός, μια μέθοδος εκπαίδευσης, ένα σχολείο αγώνα προς την Επανάσταση.

Οι ιδέες του Μαρξ, λοιπόν, φέρνουν την Επανάσταση κατά κάποιο τρόπο. Οι κύριοι Παρισινοί έχουν το κεφάλι τους γεμάτο από τις πιο κενές φράσεις του Προυντόν· μιλούν για επιστήμη και δεν ξέρουν τίποτα. Ωστόσο η σύγκρουση αυταρχικού κολεκτιβισμού και αναρχίζουσας αμοιβαιότητας στρέφεται προς το παρόν σε μονομαχία ανάμεσα στους Μάρξ και Μπακούνιν.

Μπακούνιν, ο επαναστάτης

Ο Μπακούνιν και η επανάσταση σμίγουν, είπαν. Οι αναρχικοί τον επικαλούνται, έγραψαν. Και ο Kaminski έχει αναμφίβολα δίκαιο όταν επιβεβαιώνει: Υπάρχουν χωρίς αμφιβολία λίγοι άνθρωποι που έγιναν αναρχικοί μόνο και μόνο επειδή διάβασαν τα έργα του Μπακούνιν (αντίθετα από τους μαρξιστές για τους οποίους η γνώση του δόγματος του Μάρξ είναι συχνά πρωταρχική). Οι αναρχικοί τον συναντούν στο δρόμο τους, δεν έχουν ανάγκη να αφεθούν να πειστούν από αυτόν, αναγνωρίζονται αμέσως σε αυτόν. Βρίσκουν σε αυτόν το ιδανικό τους. Ο άνθρωπος της δράσης που είναι διαρκώς σε δράση. Και να ο πρόδρομός τους! Η ιστορία της συνάντησης ενός αναρχικού με τον Μπακούνιν, νεκρό ή ζωντανό, είναι πάντα η ίδια. Είναι ένας κεραυνοβόλος έρωτας. Η θεωρητική σύμπτωσή τους δεν είναι παρά μεταγενέστερη. Πράγματι, η βιογραφία του Μπακούνιν αποκαλύπτει την ιστορία μιας δύναμης της φύσης λίγο κοινής.

Ο Μιχαήλ Μπακούνιν, γεννημένος στις 8 Μαΐου 1814, είναι το τρίτο παιδί μιας οικογένειας φιλελευθέρων Ρώσων αριστοκρατών που έχουν αποσυρθεί στους ιδιωτικούς τους χώρους (κτήματα και λοιπή ιδιοκτησία τους) μετά την αποτυχία του δεκεμβριανού κινήματος του 1825. Ο πατέρας του, άρχοντας που βασιλεύει σε χίλιες «ψυχές», τον στέλνει στην Σχολή Πυροβολικού της Αγίας Πετρούπολης. Αφού απολύθηκε από το στρατό, πηγαίνει στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας, συνδέεται με τους δυτικούς και τους σλαβόφιλους, διαβάζει Φίχτε, Καντ και Χέγκελ, ενώ διατηρεί για την αδερφή του Τατιάνα έναν παθιασμένο έρωτα. Σε ηλικία 26 ετών, φεύγει για το Βερολίνο για να προετοιμαστεί για την καριέρα του ως καθηγητή πανεπιστημίου. Η γερμανική φιλοσοφία τού φανερώνει το πρόσωπο της επανάστασης και έτσι τον ίδιο του το προορισμό. Το 1842, βρίσκεται στην Δρέσδη, συνδέεται με την σαξονική αριστοκρατία, διαβάζει τους Γάλλους κοινωνιστές (σοσιαλιστές) θεωρητικούς. Υπό αστυνομική παρακολούθηση, περνά στην Ελβετία, σταματά για λίγο στη Ζυρίχη και τη Βέρνη, αλλά, πάντα παρακολουθούμενος, πηγαίνει στο Βέλγιο και έπειτα στο Παρίσι όπου εγκαθίσταται τον Ιούλιο του 1844. Εκεί συναναστρέφεται τους δημοκράτες και τους σοσιαλιστές, συζητά νύχτες ολόκληρες με τον Προυντόν, εκδηλώνεται δημόσια αλληλέγγυος των σκλαβωμένων Πολωνών και ενάντια στο τσαρικό καθεστώς και αρνείται εντελώς και φυσικότατα να υπακούσει στο Διάταγμα του Τσάρου που τού παραγγέλλει να επιστρέψει στη Ρωσία.
1848! Η Επανάσταση ξεσπά παντού στην Ευρώπη. Στο Παρίσι, ο Μπακούνιν αναλώνεται σε όλα τα μέτωπα. Τι άνδρας! Τι άνδρας! λέει ο διοικητής της Αστυνομίας, Candiere. Την πρώτη μέρα της επανάστασης, τα κάνει όλα απλώς θαυμάσια, αλλά τη δεύτερη θα έπρεπε να τον τουφεκίσουν. Πραγματικά, μέσα στην επανάσταση, σε αυτή τη γιορτή χωρίς αρχή και τέλος, ο Μπακούνιν είναι σαν μεθυσμένος, βλέποντας όλον τον κόσμο και μη βλέποντας κανέναν. Ενθουσιασμός, μέθη…

Διαύγεια, επίσης, γιατί ο Μπακούνιν καταλαβαίνει ότι αν η βασιλεία δεν εξαφανιστεί ολοκληρωτικά από την επιφάνεια της Ευρώπης, η Επανάσταση θα πεθάνει.

Οδοφράγματα και φυλακή

Ο Μπακούνιν υποθάλπει, λοιπόν, το σχέδιο εξέγερσης της Πολωνίας. Ευτυχισμένη που ξεφορτώθηκε ένα τέτοιο πρόσωπο, η γαλλική κυβέρνηση τού έδωσε δύο χιλιάδες φράγκα. Μόνος με την επαναστατική του φλόγα, ο Μπακούνιν φεύγει λοιπόν προς την Ανατολή. Στην Γερμανία συναντά τον Καρλ Μαρξ. Παρακολουθούμενος από την πρωσική αστυνομία, πηγαίνει στη Βοημία, όπου ελπίζει να εξεγείρει το στρατό που είχε μείνει πιστός στον αυτοκράτορα της Αυστρίας. Μάταιες ελπίδες. Οι στρατιές του στρατηγού Windischgraetz σπάνε τα οδοφράγματα της Βιέννης και της Πράγας, όπου ο Μπακούνιν νικήθηκε, αφού πολέμησε γενναία.

Οι αποτυχίες του, ωστόσο, δεν τον κατέβαλαν και όχι περισσότερο οι διαδιδόμενες συκοφαντίες από την «Neue Rheinische Zeitung» («Νέα Εφημερίδα του Ρήνου»), εφημερίδα του Μαρξ, που υπεδείκνυε τον Μπακούνιν ως πράκτορα πουλημένο στη Ρωσία· συκοφαντίες που η σύνταξη θα πρέπει, εξάλλου, να διαψεύσει λίγο αργότερα. Διωγμένος από την Πρωσία και τη Σαξονία, ο Μπακούνιν δημοσιεύει το περίφημο Κάλεσμα στους Σλάβους, πρώτο ντοκουμέντο που προεικονίζει το Σύνταγμα των μη ρωσικών κρατών των Σλάβων, ενώ ο Ένγκελς και ο Μαρξ επιβεβαιώνουν ακόμη: Λαοί που ποτέ δεν είχαν ιστορία […] που δεν έχουν ζωτικότητα, δεν θα φτάσουν ποτέ σε μια οποιαδήποτε ανεξαρτησία.

Αρχές Μαΐου 1849, στη Δρέσδη, χτίζουν οδοφράγματα για να σταματήσουν τους Πρώσους. Στο πλευρό του Ρίχαρντ Βάγκνερ είναι ο Μπακούνιν, για άλλη μια φορά με τους εξεγερθέντες. Ο τίτλος του, του παλιού αξιωματικού, τού δίνει μια θέση στο επαναστατημένο κράτος. Αλλά ο ρομαντισμός δεν μπορεί να επιτύχει και πολλά απέναντι στα σκληραγωγημένα στρατεύματα του Φρειδερίκου-Γουλιέλμου. Οι Πρώσοι συλλαμβάνουν τον Μπακούνιν, τον καταδικάζουν σε θάνατο, τον εκδίδουν στους Αυστριακούς, που τον προορίζουν για την κρεμάλα, αλλά τον στέλνουν τελικά στους Ρώσους (Μάιος 1851).

Να ’τος σε ηλικία 37 ετών, αιχμάλωτος του τσάρου Νικολάου 1ου. Κλεισμένος στο παλιό οχυρό «Πέτρος και Παύλος» στην Αγία Πετρούπολη, βλέπει να μπαίνει δύο μήνες αργότερα στο κελί του ο κόμης Orloff, υπουργός Εσωτερικών. Ο επισκέπτης προτρέπει τον φυλακισμένο να απευθύνει μια γραπτή ομολογία στον τσάρο. Ύστερα από περίσκεψη, ο Μπακούνιν δέχεται και έπειτα συντάσσει ένα μακροσκελές και περίεργο κείμενο· οι φράσεις περί ταπείνωσης μπροστά στην Αυτοκρατορική Μεγαλειότητά σας, την Περιχαρή Μεγαλειότητα ανακατεύονται με τις περιγραφές μιας φοβισμένης Ρωσίας, όπου όλα δεν είναι παρά καταπίεση και με την διήγηση της επαναστατικής εποποιίας διαμέσου της Ευρώπης.

Αυτή η προσποιητή μεταμέλεια δεν είχε πιθανότατα σκοπό παρά να εξασφαλίσει το τέλος της φρικτής απομόνωσης στην οποία ο Μπακούνιν είχε περιέλθει. Τον Φεβρουάριο του 1857, ο Αλέξανδρος καταδέχεται να μετατρέψει την φυλάκιση σε ισόβια εξορία στην Σιβηρία. Ο αιχμάλωτος μένει εκεί τέσσερα χρόνια, διαφεύγει προς την Ιαπωνία, μετά στο Σαν Φρανσίσκο και τη Νέα Υόρκη. Τέλος του Δεκεμβρίου του 1861, βρίσκεται στο Λονδίνο, κοντά στον παλαιό του φίλο, τον συγγραφέα Αλέξανδρο Χέρτσεν, που κυκλοφορεί το περίφημο περιοδικό «Kolokol» («Η Καμπάνα») που προέβλεπε ένα ρεπουμπλικανικό και σοσιαλιστικό καθεστώς. Και αρχίζουν πάλι οι περιπέτειες!

Το 1863, ο Μπακούνιν πηγαίνει στη Σουηδία με την ελπίδα να κερδίσει την εξέγερση που βράζει στην Πολωνία. Μετά την αποτυχία και αυτής της τελευταίας, εγκαθίσταται στην Ιταλία και φαντάζεται ένα σχέδιο ριζικής επανάστασης. Τον Σεπτέμβριο του 1868, ιδρύει την Διεθνή Συμμαχία της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας, που διαβεβαιώνει ότι θέλει «πριν από όλα την οριστική και ολοκληρωτική κατάργηση των τάξεων και την πολιτική, οικονομική και κοινωνική ισότητα των ατόμων των δύο φύλων». Οι αδελφοί Reclus, Jules Guesde, Benoit Malon, Ferdinand Buisson, Victor Dave, Alfred Naquet, James Guillaume… είναι μέλη αυτής της Συμμαχίας που αναγνωρίζει ότι όλα τα πολιτικά και αυταρχικά κράτη που υπάρχουν αυτή τη στιγμή θα πρέπει να εξαφανιστούν μέσα στην παγκόσμια ένωση των ελεύθερων ομοσπονδιών τόσο των γεωργικών όσο και των βιομηχανικών.

Από τον Ιούλιο του 1868, ο Μπακούνιν εντάσσεται στη Διεθνή Ένωση των Εργατών ως μέλος της Κεντρικής Οργάνωσης της Γενεύης. Στις 28 Ιουλίου 1869, το Γενικό Συμβούλιο του Λονδίνου αναγνωρίζει ως μέλος την οργάνωση της Συμμαχίας της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Γενεύης.

Αυτή η ένταξη (και ο Μάρξ το προαισθανόταν) δεν μπορούσε παρά να αναζωπυρώσει τις διαμάχες που είχαν ήδη εκδηλωθεί ανάμεσα στους μαρξιστές και προυντονιστές.

Οι ιδέες

Όλες οι αντιλήψεις περί αναρχισμού συνοψίζονται στον Μπακούνιν σε μια λέξη: Ελευθερία.

Βέβαια, η ολοκληρωτική καταστροφή της υπάρχουσας κοινωνίας είναι η πρώτη πράξη για να θεμελιώσουν τον καινούργιο κόσμο. Βέβαια, η μόνη μορφή οργάνωσης είναι η ελεύθερη ομοσπονδία των κοινοτήτων, των περιοχών, των χωρών και των λαών. Αλλά η Ελευθερία δεν θα υπέμενε καμία παρέκκλιση. Μια επαναστατική δικτατορία, ακόμα και προσωρινή, δεν μπορεί λοιπόν να προβλεφθεί. Θεωρητικός της θετικής αναρχίας, ο Μπακούνιν απορρίπτει εντελώς κάθε εξουσία ως την κάθε δικαιοδοσία: Απορρίπτουμε κάθε νομοθεσία, κάθε εξουσία και κάθε προνομιούχα, αναγνωρισμένη, επίσημη και νόμιμη ακόμα επιρροή που προέρχεται από παγκόσμια ψηφοφορία πεπεισμένοι ότι δεν θα μπορούσε να στραφεί ποτέ παρά προς όφελος μιας κυρίαρχης και εκμεταλλεύτριας μειοψηφίας, ενάντια στα συμφέροντα της απέραντης υποδουλωμένης πλειοψηφίας.

Να γιατί ο Μπακούνιν δεν διστάζει να γράψει: Η πραγματική ενότητα της Διεθνούς […] είναι μέσα στις κοινές προσδοκίες και μέσα στο αυθόρμητο κίνημα των λαϊκών μαζών όλων των χωρών, και όχι μέσα σε μια κάποια κυβέρνηση, ούτε σε μία ομοιόμορφη πολιτική θεωρία, επιβεβλημένη από ένα Γενικό Συνέδριο σε αυτές τις μάζες.

Αναρωτιέμαι πώς αυτός (ο Μαρξ), κάνει για να μην βλέπει τίποτε άλλο παρά την ίδρυση μιας παγκόσμιας συλλογικής δικτατορίας που θα έκανε κατά κάποιο τρόπο το έργο ενός αρχιμηχανικού της παγκόσμιας επανάστασης, που ρυθμίζει και κατευθύνει το επαναστατικό κίνημα των μαζών σε όλες τις χώρες όπως κατευθύνει κανείς μια μηχανή, πως η ίδρυση μιας παρόμοιας δικτατορίας θα αρκούσε σε αυτόν μόνο για να σκοτώσει την επανάσταση, για να παραλύσει και να διαστρεβλώσει όλα τα κινήματα.

Η ελευθερία απαιτεί λοιπόν την πάλη ενάντια σε κάθε εξουσία: κρατική, θρησκευτική, πνευματική, ηθική, οικονομική, κοινωνική, στρατιωτική.

● Τι αναπαριστά το Κράτος; Η απάντηση του Μπακούνιν είναι καθαρή: Το σύνολο των αρνήσεων των ατομικών ελευθεριών όλων των μελών του· ή καλύτερα αυτό των θυσιών, που όλα τα μέλη του κάνουν, εγκαταλείποντας ένα τμήμα της ελευθερίας τους προς όφελος του γενικού καλού […]. Λοιπόν, εκεί όπου αρχίζει το Κράτος, η ατομική ελευθερία σταματά και αντίστροφα […]. Το Κράτος υπήρξε πάντα η κληρονομιά μιας κάποιας προνομιούχας τάξης: ιερατική τάξη, αριστοκρατική τάξη, αστική τάξη, γραφειοκρατική τάξη […]. Το Κράτος είναι η εξουσία, η κυριαρχία και η οργανωμένη δύναμη των κατεχόντων τάξεων και δήθεν φωτισμένες στις μάζες.

● Ο Θεός. Αυτός που θέλει να λατρεύει τον θεό οφείλει, χωρίς να χάνεται σε παιδαριώδεις ψευδαισθήσεις, να αποκηρύξει γενναία την ελευθερία του και την ανθρωπότητά του. Ποια είναι πράγματι η έννοια της θρησκείας; Η απάντηση είναι καθαρή: η εξασθένιση, η εκμηδένιση, η εξάρτηση – συστηματικές και απόλυτες – της ανθρωπότητας προς όφελος της θεότητας.

● Η Ελευθερία απαιτεί, επίσης, την ισότητα και τη δικαιοσύνη. Ταιριάζει, λοιπόν, να εργαζόμαστε για το θρίαμβο μιας κοινωνικής οργάνωσης που εγγυάται σε κάθε ανθρώπινο ον, άνδρα ή γυναίκα, ευτυχισμένες και εύκολες συνθήκες ύπαρξης, εκπαίδευσης, ευδαιμονίας. Ειρηνικά μέσα δεν θα μπορέσουν να νικήσουν το συνασπισμό των προνομίων και των συμφερόντων· η πολιτική δράση λοιπόν δεν μπορεί να προβλεφθεί. Αν είναι αλήθεια ότι οι πιο μανιασμένοι επαναστατημένοι, όταν βρέθηκαν στη μάζα των κυβερνωμένων, γίνονται υπερβολικά μετριοπαθείς συντηρητικοί οι οποίοι μόλις ανέβασαν στην εξουσία μια εκλεγμένη βουλή, ένα αστικό κοινοβούλιο καταδικάζεται να μην ξανακάνει άλλο πράγμα παρά να νομοθετεί τη σκλαβιά του λαού και να ψηφίζει όλα τα μέτρα που θα έχουν στόχο να διαιωνίσουν τη μιζέρια και την άγνοιά του.

Πρέπει έτσι να δεχτούμε την επαναστατική οδό, να οργανώσουμε την επανάσταση που δεν θα μπορέσει να γίνει σε τελευταία ανάλυση παρά από τον λαό, επανάσταση η πυρκαγιά της οποίας πρέπει να πυρπολήσει όλα τα Κράτη του κόσμου, επανάσταση κατά κάποιο τρόπο φυσική καθώς ο μύθος του Αδάμ και της Εύας διδάσκει ότι στη διαφορά των άλλων ζώων ο άνθρωπος είναι προικισμένος με δύο πολύτιμες ικανότητες: την ικανότητα του σκέπτεσθαι και την ικανότητα, την αναγκαιότητα του επαναστατείν.

Η επιρροή του Μπακούνιν

Η αντίθεση των κολεκτιβιστών, οπαδών της συλλογικής ιδιοκτησίας, και αυτών της αμοιβαιότητας, οπαδών της ατομικής ιδιοκτησίας και του ελεύθερου συνεταιρισμού υπό συμβατική και ομοσπονδιακή μορφή, αυτή η αντίθεση βρίσκεται ενισχυμένη με την εγγραφή του Μπακούνιν στη Διεθνή.

Στο Συνέδριο της Βασιλείας 1869, το σύνολο σχεδόν των εκπροσώπων, από τους οποίους και ο Μπακούνιν, εξέφρασε την προτίμησή του στη συλλογική ιδιοκτησία. Αλλά δύο διακριτά ρεύματα σχηματίζονται: το ένα, εκπροσωπούμενο από τους Άγγλους, Γερμανούς και γερμανόφωνους Ελβετούς σοσιαλιστές, διαλέγει, με τον Μαρξ, τον κομμουνισμό του κράτους, τουλάχιστον προσωρινά. Το άλλο συγκεντρώνει τους Βέλγους, με τον Cesar de Paepe, τους Ισπανούς, μια μεγάλη μερίδα των Γάλλων, γύρω από τον Ευγένιο Βαρλέν και τους γαλλόφωνους Ελβετούς με τον Μπακούνιν. Αυτή η δεύτερη ομάδα διεκδικεί τώρα τον τίτλο των κολεκτιβιστών για να διαφοροποιηθεί από τους κομμουνιστές. Ένα δεύτερο σημείο διαφοροποιεί τις δυο ομάδες: Το πώς να οργανώσουν την Διεθνή. Οι κομμουνιστές εκθειάζουν το στήσιμο ενός στενού συγκεντρωτισμού και οι κολεκτιβιστές διεκδικούν την πλήρη αυτονομία των οργανώσεων.

Η επιρροή του Μπακούνιν διαδίδεται σταθερά σε όλες τις ιταλικές οργανώσεις. Τα ταξίδια του με τη συντροφιά της Αντωνίας, της συζύγου του (παντρεύτηκαν στην Σιβηρία), τον οδήγησαν στη Φλωρεντία, τη Νάπολη και το νησί Ίσκια. Ένας από τους συντρόφους του, ο Giuseppe Fanelli, παλιός γαριβαλδινός, ιδρύει στην Ισπανία τις οργανώσεις της Βαρκελώνης και της Μαδρίτης.

Αλλά είναι, κυρίως, στην περιοχή του Ελβετικού Ιούρα που οι ιδέες του Μπακούνιν βρίσκουν μια ευνοϊκή ηχώ. Το κοινωνικό ζήτημα είναι ιδιαίτερα οξύ στο καντόνι του Νωσατέλ, όπου η ωρολογοποιεία εξασφαλίζει μια όχι επικερδή εργασία στους τεχνίτες των πόλεων του, Chaux-de-Fonds, du Locle, de Saint-Imier. Ο Constantin Meuron, αφού δραπέτευσε από ένα πρωσικό οχυρό, αλλά και ο Τζέιμς Guillaume, ασκούν εκεί, λοιπόν, μια όχι αμελητέα επιρροή. Ανάμεσα στον Guillaume και τον Μπακούνιν συνάπτεται πολύ γρήγορα μια στενή φιλία.

Αλλά, στη Γενεύη, η οργάνωση της Συμμαχίας της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας που ιδρύθηκε από τον Μπακούνιν, δεν μπόρεσε να αναγνωριστεί στους κόλπους της Ομοσπονδίας των γαλλόφωνων οργανώσεων, αν και το γενικό συμβούλιο της Διεθνούς δέχτηκε τελικά την ένταξή του. Στις 4 Απριλίου 1870, το τοπικό Συνέδριο του Chaux-de-Fonds ή αλλιώς Συνέδριο της γαλλόφωνης Ομοσπονδίας, βλέπει να σημειώνεται μια διάσπαση ανάμεσα στους μειοψηφικούς, δηλαδή τους εχθρούς της Συμμαχίας στη Γενεύη, και τους πλειοψηφικούς ή τις οργανώσεις του Ιούρα που υποστηρίζουν την Συμμαχία και αποτελούν από τότε μαζί με αυτή, μια σχισματική (αποστασιοποιημένη) Ομοσπονδία που θα πάρει την άνοιξη του 1871 το όνομα Ομοσπονδία του Ιούρα.
Οι σχισματικοί (dissidente) αντιτίθενται στους μειοψηφικούς σε ένα ουσιαστικής σημασίας ζήτημα: Είναι ή όχι η πολιτική δράση μέσο χειραφέτησης; Θεωρώντας ότι κάθε συμμετοχή της εργατικής τάξης στην αστική κυβερνητική πολιτική δεν μπορεί να έχει άλλα αποτελέσματα εκτός από την ισχυροποίηση της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων, που θα παρέλυε την σοσιαλιστική επαναστατική δράση του προλεταριάτου, οι Ιουρασιανοί αρνούνται να αντιμετωπίσουν τον κοινωνικό μετασχηματισμό μέσω των εθνικών πολιτικών μεταρρυθμίσεων και θέλουν να δημιουργήσουν τις ομοσπονδίες εργατικών σωματίων.

Από τις 17 έως τις 23 Σεπτεμβρίου 1871, το Συνέδριο του Λονδίνου αποφασίζει ότι η πολιτική δράση αποτελεί υποχρέωση και καλεί τους μπακουνιστές σχισματικούς του Ιούρα να συμμετάσχουν στην Ομοσπονδία της Γενεύης ή να ανακηρυχτούν σε αυτόνομη Ομοσπονδία. Οι Ιουρασιανοί οργανώνουν, λοιπόν, το Συνέδριο του Sonvillier, στο Ιούρα της Βέρνης, στις 12 Νοεμβρίου 1871. Αυτό το συνέδριο συγκεντρώνει οκτώ οργανώσεις μοντανιάρων (mon-tagnardes), μέλη της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας και παρισινούς κομμουνάρους, φυγάδες στην Ελβετία, όπως ο Jules Guesde, Lefrancais και ο Benoit Malon. Ο Μπακούνιν, εγκατεστημένος στο Λοκάρνο, δεν παρευρίσκεται στο Συνέδριο, στο οποίο γεννιέται επίσημα η Ομοσπονδία του Ιούρα. Ομοσπονδία η οποία, αμέσως, επιβεβαιώνει την αυτονομία της βάσης, καθώς η Ομοσπονδιακή επιτροπή της δεν περιβάλλεται από καμία εξουσία. Έχει απλώς τον ρόλο του γραφείου πληροφόρησης, αλληλογραφίας και στατιστικής. Οι οργανώσεις μπαίνοντας στην Ομοσπονδία, διατηρούν την απόλυτη αυτονομία τους […] Τα παρόντα καταστατικά μπορούν να αναθεωρηθούν κάθε στιγμή, κατ’ απαίτηση μιας από τις οργανώσεις.

Το 1872, το γενικό συμβούλιο της Διεθνούς (που εδρεύει στο Λονδίνο) καταγγέλλει το αναρχικό πνεύμα σε μια ιδιαίτερη εγκύκλιο που διαδόθηκε σε όλες τις οργανώσεις, στην οποία οι αντιφρονούντες δεν θέλουν να δουν παρά το σύνηθες όπλο του κ. Μάρξ, ένα σωρό από σκουπίδια.

Το 5ο Συνέδριο της Διεθνούς συγκαλείται, λοιπόν, στη Χάγη, από τις 2 έως τις 7 Σεπτεμβρίου 1872. Οι Ιουρασιανοί έρχονται με σκοπό να ζητήσουν την κατάλυση του γενικού συμβουλίου και την κατάργηση κάθε εξουσίας μέσα στη Διεθνή. Αλλά απουσία των Ιταλών, οι οποίοι αρνούνται να μετακινηθούν σε μια πολύ απομακρυσμένη πόλη, οι φίλοι του Μαρξ έχουν σταθερή πλειοψηφία. Όλες οι εκκλήσεις της μειοψηφίας υπέρ της ομοσπονδιακής αυτονομίας μένουν, λοιπόν, χωρίς ανταπόκριση. Το κύρος του γενικού συμβουλίου διατηρήθηκε. Και ύστερα από μια έντονη συζήτηση ψηφίζουν τη μεταφορά της έδρας του συμβουλίου από το Λονδίνο στη Νέα Υόρκη.

Οι μαρξιστές σκέφτονται έτσι να διατηρήσουν πιο εύκολα μια εξουσία την οποία μπορούσαν να απειλήσουν οι αναρχικοί. Οι Άγγλοι μεταρρυθμιστές και οι μπλανκιστές αποχωρούν, λοιπόν, από το Συνέδριο και έτσι, με ψήφους 27 έναντι 7 και 8 ενστάσεων το Συνέδριο αποφάσισε τη διαγραφή του Μπακούνιν, ακολουθούμενη από εκείνη του James Guillaume. Η νίκη του Μαρξ παραμένει, ωστόσο, προβληματική. Η Διεθνής Εργατική Ένωση οδεύει προς τη διάσπασή της. Η προσδοκία για ενότητα του σοσιαλιστικού και εργατικού κόσμου, η ιδιαιτερότητα και οι αποκλίνουσες έγνοιες των εθνικών κέντρων αποδεικνύονται προς το παρόν ασυμβίβαστες.

Από τη μια μεριά, ένας σοσιαλισμός του Κράτους, βασισμένος στην εξουσία, που περιμένει την δικτατορία του προλεταριάτου και καλεί τους σοσιαλιστές να κατακτήσουν τους μηχανισμούς της Κρατικής εξουσίας. Από την άλλη, ένας σοσιαλισμός αυτοδιαχείρισης, το σχέδιο του οποίου είναι να χτίσει στη θέση του Κράτους, μια υπεύθυνη ομοσπονδιακή κοινωνία, βασισμένη στις ελεύθερες κοινότητες (κομμούνες) και τους συνεταιρισμούς των παραγωγών. Εδώ, η εξουσία, εκεί μια εθελοντική συνεργασία. Στην Ισπανία, την Ιταλία και το Βέλγιο, οι διεθνιστές ασπάζονται τις ελευθεριακές θέσεις στις οποίες προσκολλάται εξίσου μια μερίδα των Γάλλων. Οι Άγγλοι και οι Ελβετοί, πιο επιφυλακτικοί, τείνουν και αυτοί, επίσης, προς τις ιδέες του Μπακούνιν. Όσον αφορά τους Γερμανούς, ακολουθούν τον Μαρξ. Αλλά είναι αλήθεια ότι η αποτυχία της Παρισινής Κομμούνας και η καταστολή που ακολουθεί, καταφέρνουν ένα σοβαρό χτύπημα στις επαναστατικές ελπίδες.

Η Παρισινή Κομμούνα

Η επίσημη προπαγάνδα των Βερσαλλιέρων πάσχιζε να περιγράψει την Κομμούνα ως μια συνομωσία υποθαλπόμενη στο εξωτερικό από τυχοδιώκτες εγκατεστημένους στο Λονδίνο. Και όμως, στις 4 Σεπτεμβρίου 1870, η Κεντρική Επιτροπή της Διεθνούς απευθύνει στους Γάλλους εργάτες μία προειδοποίηση εναντίον κάθε πρόωρης εξέγερσης.

Η Κομμούνα διήρκεσε μόνο 73 ημέρες, από τις 18 Μαρτίου έως τις 28 Μαΐου 1871. Χάραζε ωστόσο στην πραγματικότητα, μία σειρά διοικητικών, οικονομικών πολιτικών μέτρων… την ουσία των προυντονικών θεωριών. Στις 23 Μαρτίου 1871, η Κεντρική Επιτροπή ορίζει τους σκοπούς της: κοινοτική αυτονομία, τέλος της αρχής της εξουσίας, ελευθερία, αλληλεγγύη, πίστωση, συνεταιρισμός […] εν συντομία την κοινοτική επανάσταση, βάση της κοινωνικής επανάστασης. Την επομένη των εκλογών (νομίμων, καθώς η κλήση για καθολική ψηφοφορία προσυπογράφτηκε από τους δημάρχους των παρισινών διαμερισμάτων και εγκρίθηκε από τον Thiers αρχηγό της εκτελεστικής εξουσίας) η Κομμούνα εγκαθίσταται στις 28 Μαρτίου 1871. Ο Μπαρλαί, φίλος του Προυντόν, εκφώνησε το λόγο των εγκαινίων.

Στις 19 και 20 Απριλίου, η Διακήρυξη προς τον Γαλλικό Λαό εκθέτει το πρόγραμμα της Κομμούνας. Αυτή η διακήρυξη συντάχθηκε από τον Pierre Denis και τον Delescluse, και οι δύο προυντονιστές. Διεκδικεί την απόλυτη αυτονομία της εξαπλωμένης κομμούνας σε όλους τους τόπους της Γαλλίας […] και έχοντας για όρια μόνο το δικαίωμα ίσης παρέμβασης για όλες τις άλλες κομμούνες, μέλη του συμβολαίου (σύμβασης), των οποίων ο συνεταιρισμός πρέπει να διασφαλίσει την γαλλική ενότητα. Να ο ολοκληρωτικός ομοσπονδισμός, απ’ όπου το όνομα ομοσπονδιακοί που δόθηκε σε όλους τους οπαδούς της Κομμούνας.

Απαιτεί, επίσης, την επιλογή με εκλογή ή διαγωνισμό, με υπευθυνότητα, και το σταθερό δικαίωμα ελέγχου και ανάκλησης των διοικούντων ή των κοινοτικών υπαλλήλων όλων των τάξεων. Την απόλυτη εγγύηση της ατομικής ελευθερίας, της ελευθερίας της συνείδησης και της ελευθερίας της εργασίας. Τη σταθερή παρέμβαση των πολιτών στις κοινοτικές υποθέσεις με την ελεύθερη εκδήλωση των ιδεών τους. Την οργάνωση της αστικής άμυνας και της Εθνοφρουράς που εκλέγει τους αρχηγούς της και φροντίζει μόνη για την διατήρηση της τάξης στην πολιτεία.

Στις 11 Μαρτίου 1870, ο Ευγένιος Βαρλέν δημοσιεύει στην εφημερίδα του «Η Μασσαλιώτιδα», ένα μακροσκελές άρθρο που παρακάμπτει τον κομμουνισμό του Μαρξ και εκθειάζει μια μορφή ελευθεριακού κολεκτιβισμού. Ποιος, με μια λέξη, θα οργανώσει την παραγωγή και την κατανομή (διανομή) των προϊόντων; Εκτός αν θέλουμε να τα οδηγήσουμε όλα σε ένα συγκεντρωτικό και εξουσιαστικό Κράτος που θα διόριζε τους διευθυντές εργοστασίων, βιοτεχνιών, των πρακτορείων της κατανομής οι οποίοι διευθυντές θα διόριζαν με την σειρά τους, τους υποδιευθυντές, τους επιστάτες, τους πρωτομάστορες κ.τ.λ. και να φτάσουμε έτσι σε μια ιεραρχική οργάνωση της εργασίας από τα ψηλά στα χαμηλά, στην οποία ο εργάτης δεν θα ήταν πια παρά ένα ασυνείδητο γρανάζι χωρίς ελευθερία ούτε πρωτοβουλία, εκτός από αυτό εδώ, είμαστε αναγκασμένοι να παραδεχτούμε ότι οι ίδιοι οι εργάτες πρέπει να έχουν την ελεύθερη διάθεση, την κατοχή των εργαλείων τους, με τον όρο να φέρνουν σε ανταλλαγή τα προϊόντα τους στο κόστος παραγωγής, για να υπάρχει αμοιβαιότητα υπηρεσιών ανάμεσα στους εργάτες διαφορετικών ειδικοτήτων.

Για τους αναρχικούς, τα διδάγματα της εμπειρίας των κομμουνάρων μένουν πάντα επίκαιρα.

● Αντικληρική πάλη. Η Κομμούνα επιβεβαιώνει τα αντικληρικά της αισθήματα, εκλαϊκεύει την εκπαίδευση, χωρίζει την Εκκλησία από το Κράτος, καταργεί τον προϋπολογισμό (κονδύλι) για τις λατρείες, διακηρύσσει εθνικές ιδιοκτησίες, τα αγαθά της Εκκλησίας.

● Αντιμιλιταρισμός. Κατάργηση του στρατού. Αυτή η σταθερή στρατιά που παίρνει τους ανθρώπους και τους κάνει σκλάβους, έλεγε ο Ευγένιος Βαρλέν, αντικαθίσταται από τον ένοπλο λαό.

● Διεθνισμός. Αδελφοποίηση με όλους τους λαούς που σημαδεύτηκε από τον ενθουσιασμό για την Διεθνή και την πτώση της στήλης της πλατείας Βαντόμ σύμβολο του μοναρχικού εξευτελισμού και της πολεμικής κατάκτησης.

● Αυτονομία και ομοσπονδιοποίηση των κοινοτήτων (κομμούνων).

● Άμεση δημοκρατία, από τα κάτω στα πάνω. H κυριαρχία του λαού επιβεβαιώνεται χωρίς μεσάζοντα (ενδιάμεσο). Το Συμβούλιο της Κομμούνας, τα Κλαμπ, η Ομοσπονδία της Εθνοφρουράς αντανακλούν τον θρίαμβο της βάσης.

Είναι λοιπόν το τέλος του παραδοσιακού Κράτους. Το αναρχικό ιδεώδες αντιτίθεται έτσι στον δικτατορικό χαρακτήρα της ιακωβιτικής κομμούνας. Είναι το τέλος του παλιού κυβερνητικού και κληρικαλιστικού κόσμου, του μιλιταρισμού, του υπαλληλισμού, της εκμετάλλευσης, των μονοπωλίων, των προνομίων, στα οποία το προλεταριάτο οφείλει την δουλεία του, η Πατρίδα τις δυστυχίες της και τις συμφορές της.

Η διάσπαση της Διεθνούς

Τη στιγμή που η Κομμούνα αισθάνεται τον κλοιό των Βερσαλλιέρων να στενεύει, οι διευθυντές της απευθύνουν ένα τελευταίο κάλεσμα στις μεγάλες πόλεις. Αλλά αυτό εδώ δεν συνάντησε ανταπόκριση. Βέβαια, σε πόλεις και περιφέρειες όπως Saint-Etiune, Narbonne, Toulouse, Limoges, Le Creusot ή Marseille, βλέπουν να αναφύονται εφήμερες Κομμούνες. Όμως τα τακτικά στρατεύματα έχουν γρήγορα λόγο γι’ αυτά τα ομοσπονδιακά κινήματα. Τον Σεπτέμβριο του 1870, ο Μπακούνιν μπόρεσε να υπολογίσει προσωπικά στην Lyon τις δυσκολίες του εγχειρήματος. Καθοδηγούμενη από την Κεντρική Επιτροπή για τη Σωτηρίας της Γαλλίας, η Κομμούνα της Λυών δεν μπόρεσε να επιζήσει και, στα τέλη Οκτωβρίου 1870, ο Μπακούνιν, γερασμένος και απογοητευμένος, ξαναπαίρνει τον δρόμο για την Ελβετία, αφού έχει διαπιστώσει: Ο λαός της Γαλλίας δεν είναι πια καθόλου επαναστάτης. Η εποχή των αυθόρμητων εξεγέρσεων φαίνεται ότι έχει λήξει.

Μπορεί η Διεθνής όντας ήδη διαιρεμένη, να επιζήσει σε μια παρόμοια αποτυχία; Στη Χάγη, στις 7 Σεπτεμβρίου 1872, ο Μπακούνιν αποκλείεται από τη Διεθνή. Ποιος μπορεί, λοιπόν, να προβλέψει ότι οι φίλοι του (από τον Ιούρα), μέσα σε κάποια χρόνια, θα αναδιοργανώσουν όλες τις εθνικές ομοσπονδίες της εχθρικά προσκείμενες στο μαρξιστικό γενικό συμβούλιο που μεταφέρθηκε στη Νέα Υόρκη; Στις 15 Σεπτεμβρίου 1872, ένα καταπληκτικό Συνέδριο ανασυντάσσει στο Saint-Imier (Ελβετία) τους αντιπροσώπους των αποσχισθέντων ομοσπονδιών: Ισπανική, Ιταλική, Jurassienne, στις οποίες προστίθενται Αμερικάνοι και Γάλλοι αντιπρόσωποι, μεταξύ των οποίων και ο Pindy, παλαιός κυβερνήτης του παρισινού δημαρχείου κατά τη διάρκεια της Κομμούνας. Αφού θεωρήθηκε ως η ληξιαρχική πράξη γέννησης του αναρχισμού, το Συνέδριο του Saint-Imier θέτει τις ουσιαστικές αρχές της φύσεως της πολιτικής πράξεως του προλεταριάτου.

Θεωρώντας:

Ότι το να θέλουμε να επιβάλλουμε στο προλεταριάτο μια γραμμή συμπεριφοράς ή ένα ομοιόμορφο πολιτικό πρόγραμμα, ως την μοναδική οδό που μπορεί να το οδηγήσει στην κοινωνική του χειραφέτηση, είναι μια αξίωση επίσης παράλογη παρά αντιδραστική.

Ότι κανείς δεν έχει το δικαίωμα να αφήσει τις οργανώσεις και τις αυτόνομες ομοσπονδίες από το αναμφισβήτητο δικαίωμα να αυτοπροσδιοριστούν και να ακολουθήσουν την πολιτική γραμμή που θα νομίσουν ως την καλύτερη, και ότι κάθε παρόμοια προσπάθεια θα μας οδηγούσε μοιραία στον πιο επαναστατικό δογματισμό.

Ότι οι προσδοκίες του προλεταριάτου δεν μπορούν να έχουν άλλο αποτέλεσμα από την ίδρυση μιας οργάνωσης και μιας ομοσπονδίας οικονομικών απόλυτα ελεύθερων, βασισμένων στην εργασία και την ισότητα όλων και απόλυτα ανεξάρτητων από κάθε πολιτική κυβέρνηση, και ότι αυτή η οργάνωση και αυτή η ομοσπονδία δεν μπορούν να είναι παρά το αποτέλεσμα της αυθόρμητης δράσης του ίδιου του προλεταριάτου, των επαγγελματικών σωματείων και των αυτόνομων κοινοτήτων (κομμούνων).

Θεωρώντας ότι κάθε πολιτική οργάνωση δεν μπορεί να είναι παρά η οργάνωση της κυριαρχίας σε όφελος μιας τάξης και σε βάρος των μαζών, και ότι το προλεταριάτο, αν ήθελε να αρπάξει την εξουσία, θα γινόταν το ίδιο μια τάξη κυριαρχική και εκμεταλλεύτρια.
Το Συνέδριο που έγινε στο Saint-Imier διακηρύσσει:

● ότι η καταστροφή κάθε πολιτικής εξουσίας είναι το πρώτο καθήκον του προλεταριάτου.

● ότι κάθε οργάνωση που θα κατέχει μια πολιτική εξουσία δήθεν προσωρινή και επαναστατική με σκοπό να προκαλέσει αυτή τη καταστροφή δεν μπορεί παρά να είναι μια απάτη παραπάνω και θα ήταν επίσης επικίνδυνη για το προλεταριάτο όσο και όλες οι κυβερνήσεις που υπάρχουν σήμερα.

● ότι, απορρίπτοντας κάθε συμβιβασμό για να φθάσουν στην πραγματοποίηση της κοινωνικής επανάστασης, οι προλετάριοι όλων των χωρών οφείλουν να καθιερώσουν, έξω από κάθε πολιτική μπουρζουαζία, την αλληλεγγύη της επαναστατικής δράσης.

Έτσι, τη στιγμή που το γενικό συμβούλιο της Νέας Υόρκης δεν εκπροσωπεί πλέον παρά τον εαυτό του, η ανασύνταξη των μελών της Διεθνούς γίνεται στους κόλπους της Αντιεξουσιαστικής Διεθνούς. Από την 1η έως τις 6 Σεπτεμβρίου 1873, ένα Συνέδριο συγκεντρώνει τις αντιεξουσιαστικές Ομοσπονδίες στη Γενεύη. Έκτο Γενικό Συνέδριο της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών, ψηφίζει την κατάργηση του γενικού συμβουλίου και την πλήρη αυτονομία των ομοσπονδιών και των οργανώσεων. Ένα έβδομο Συνέδριο, στις Βρυξέλες τον Σεπτέμβριο του 1874, και ένα όγδοο, στη Βέρνη τον Οκτώβριο του 1876, εγκρίνουν την αποκέντρωση της οργάνωσης την ίδια στιγμή που καλούν σε ενότητα τις διάφορες σοσιαλιστικές τάσεις, ενώ ο Ιταλός Μαλατέστα μιλά για μόνιμη επανάσταση και για προπαγάνδα μέσω της πράξης.

Τον Οκτώβριο του 1873, ο Μπακούνιν, εξαντλημένος, παραιτείται από την Ιουρασσιανή Ομοσπονδία. Δεν είμαι παρά ένας αστός, γράφει στους φίλους του, και ως τέτοιος, δεν θα ήξερα να κάνω τίποτα άλλο ανάμεσά σας παρά προπαγάνδα […] Έχω αυτή την πεποίθηση ότι ο καιρός των μεγάλων θεωρητικών διαλόγων πέρασε. Στα τελευταία εννέα χρόνια αναπτύξαμε στους κόλπους της Διεθνούς περισσότερες ιδέες που δεν θα έπρεπε για να σώσουμε τον κόσμο, αν μόνες οι ιδέες μπορούσαν να τον σώσουν, και προκαλώ τον οποιοδήποτε να βρει μια νέα. Ο καιρός δεν είναι πια στις ιδέες, είναι στα γεγονότα και στις πράξεις.

Ο παλιός αγωνιστής αποσύρεται στο κτήμα (εξοχικό) που ο φίλος του Καφιέρο μόλις απέκτησε στις όχθες της λίμνης Majeur. Η αμεριμνησία και η απερισκεψία του Μπακούνιν διασκορπίζουν αυτή την περιουσία. Στην Βέρνη την 1η Ιουλίου 1876, μια κρίση ουραιμίας νικά αυτόν τον αιώνιο επαναστατημένο τον οποίο ένας ανώνυμος δημόσιος υπάλληλος εγγράφει στο μητρώο θανάτων με την ένδειξη: Michel de Bakounine, rentier (Μισέλ ντε Μπακούνιν, εισοδηματίας).

Comments Off on Ο Μπακούνιν και η Α’ Διεθνής

Εναλασσόμενες τάσεις του αναρχισμού: Υπάρχουν δύο κύριες “σχολές” σκέψης στον αναρχισμό, οι οποίες συμφωνούν μεταξύ τους στον αντικρατισμό, τον αντικαπιταλισμό και την αντίσταση σε κάθε καταπίεση, αλλά διαφωνούν στην επανάσταση, τη δημοκρατία, την προσχεδιασμένη πολιτική και την ταξική πάλη.

Uri Gordon (2008). Anarchy Alive!

Michael Schmidt & Lucien van der Walt (2009). Black Flame.

Έχει ειπωθεί από διάφορους θεωρητικούς ότι υπάρχουν δύο κύριες τάσεις στον σύγχρονο αναρχισμό. Εδώ θα παραθέσω το πώς βλέπω τις δύο αυτές τάσεις στο αναρχικό κίνημα, χρησιμοποιώντας τα δύο βιβλία που παρέθεσα πριν για να δείξω τις δύο αυτές τάσεις (αν και το κείμενο αυτό δεν αποτελεί παρουσίαση του βιβλίου Black Flame). Θα τις περιγράψω ως διαφωνούσες σε ζητήματα όπως αυτό της επανάστασης ή του ρεφορμισμού ή της δημοκρατίας, τι ακριβώς σημαίνει “προσχεδιασμένη πολιτική” καθώς και τη στάση απέναντι στην εργατική τάξη.

Σχεδόν στην αρχή του πρόσφατα (2008) δοσμένου στην κυκλοφορία βιβλίου του Uri Gordon (Ισραηλινού αναρχικού) για τον αναρχισμό, ο συγγραφέας περιγράφει την “πιο κύρια διαίρεση” ανάμεσα στους αναρχικούς. Αρχίζει με τον τρόπο που την περιέγραψε ο David Graeber (από τις ΗΠΑ) ως ανάμεσα διαφορά σε “μια μειοψηφική τάση “σεχταριστικών” ή αναρχικών ομάδων “με κεφαλαίο άλφα” η οποία έχει αναπτύξει δογματικά πολιτικά προγράμματα και μια “πλειοψηφούσα τάση αναρχικών με μικρό άλφα”… οι οποίοι αποτελούν “το πραγματικό κέντρο ιστορικής δυναμικής αυτή τη στιγμή” και που από προγραμματικής άποψης είναι πιο χαλαροί (Gordon 2008; p.23-24 – για τις απόψεις μου για τον αναρχισμό του Graeber δες Price 2007). Αλλά μόνη ομάδα στην οποία αναφέρεται ο Graeber και την οποία χαρακτηρίζει σεχταριστική, δογματική, “αναρχικούς με κεφαλαίο άλφα” είναι η Northeastern Federation of Anarchist-Communists (NEFAC) της οποίας είμαι μέλος αλλά όχι ο “επίσημος” εκπρόσωπός της.

Ο Gordon νομίζει ότι υπάρχει “κάτι” στη διάκριση του Graeber, αλλά το οποίο πρέπει να ερμηνευτεί πιο “λεπτά”. Πρώτα απ’ όλα, “οι αναρχικές ομάδες με κεφαλαίο άλφα δε είναι καν μια μειονότητα… (έχουν) αρκετές χιλιάδες μέλη” (σελ. 24). Αυτό είναι αλήθεια, εάν στις χιλιάδες αυτές μελών συμπεριλάβουμε και τις αναρχοσυνδικαλιστικές οργανώσεις της Ευρώπης κ.λπ. Αντίθετα, στις κατηγορίες περί “σεχταρισμού” και “δογματισμού”, ο Gordon σημειώνει ότι οι πιο πολλοί “πλατφορμιστές” δεν θεωρούν την Οργανωτική Πλατφόρμα του Μάχνο και των λοιπών του 1926 ως ιερό κείμενο, αλλά τη χρησιμοποιούν ως έναυσμα για διάλογο. (Συχνά, αποκαλώντας κάποιον “δογματικό” συνιστά τον τρόπο του συγγραφέα μέσω του οποίου θέλει να δηλώσει ότι αυτός ο κάποιος διαφωνεί με τον συγγραφέα και αρνείται πεισματικά να δεχτεί τη γνώμη του – του συγγραφέα).

Αντίθετα, ο Gordon βλέπει τη διαφορά μεταξύ των δύο τάσεων ως διαφορά “πολιτικής κουλτούρας” (που αποτελεί έναν μη ιδεολογικό τρόπο για να περιγράψει κανείς τις διαφορές). Η μια τάση (οι αναρχικοί με το άλφα κεφαλαίο) χαρακτηρίζεται με την “παραδοσιακή πολιτική κουλτούρα του αναρχικού κινήματος που διαμορφώθηκε πριν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο” (σελ. 25). Λέει ότι έχει επίσημες δομές, με εκλεγμένα στελέχη και ότι οι αποφάσεις παίρνονται συχνά μέσω ψηφοφοριών. Ότι δίνουν έμφαση στην οργάνωση στους χώρους εργασίας, στο αντιπολεμικό κίνημα και δημοσιεύουν τις απόψεις τους. Η άλλη τάση (με το μικρό άλφα) δεν ενδιαφέρεται καν για την αναρχική παράδοση, συγκροτεί μόνο άτυπες ομάδες, παίρνει αποφάσεις με συναίνεση και, γράφει ο ίδιος, δίνει έμφαση στην οικολογία, στην πολιτική ταυτότητας, τις πειραματικές κοινότητες και τον ανατολικό μυστικισμό.

“Η διαφορά ανάμεσα στους δύο αναρχισμούς είναι γενεσιουργός – μια ‘Παλαιά Σχολή’ και μια ‘Νέα Σχολή’ (στο ίδιο). Χωρίς να θέλει να καταγγείλει τους αναρχικούς της Παλαιάς Σχολής, ο Gordon (όπως και ο Graeber) τάσσεται απλώς με τη Νέα Σχολή του αναρχισμού. (Δεν είναι πάντα τόσο σεχταριστής. Αργότερα, στο βιβλίο του, αντιτίθεται οργισμένα στις απόψεις μου για το Ισραήλ και την Παλαιστίνη – οι οποίες δεν σχετίζονται κατευθείαν με το θέμα μου εδώ. Δες σελ. 149-151, απάντηση στον Price, 2009).

Ενώ πιστεύω ότι ο Gordon έχει παραθέσει επακριβώς τις δύο κύριες τάσεις του σημερινού αναρχισμού, δεν νομίζω ότι το Παλαιό εναντίον του Νέου αποτελεί ενδεδειγμένο τρόπο για να καταλάβει κάποιος αυτή τη διαίρεση. Αρκετές από τις επονομαζόμενες απόψεις της Νέας Σχολής που παραθέτει μπορούν να ανιχνευθούν στην αναρχική ιστορία, αρχίζοντας από τον Προυντόν, τον Στίρνερ και άλλους. Ο Gordon παραθέτει ειδικά τις απόψεις του Gustav Landauer του 1911 για να δικαιολογήσει τις δικές του απόψεις. Αρκετές από τις απόψεις αυτές αναδείχθηκν από τον Paul Goodman και τον Colin Ward – ανάμεσα σε άλλος αναρχικούς – στις δεκαετίες 1960 και 1970. Ελάχιστες από τις απόψεις της Νέας Σχολής είναι πράγματι νέες.

Η ευρύτερη αναρχική παράδοση

Ωστόσο, η διάκριση αυτή καθεαυτή ισχύει. Αυτό που ο Gordon αποκαλεί Νέα Σχολή και ο Graeber αναρχισμό με το άλφα κεφαλαίο, ονομάζεται “ευρύτερη αναρχική παράδοση” από τους Schmidt και van der Walt από το το Zabalaza Anarchist Communist Front της Νότιας Αφρικής. Αυτή είναι η παράδοση από τον Μιχαήλ Μπακούνιν στον Πέτρο Κροπότκιν στην Έμμα Γκόλνταν και τον Νέστορα Μάχνο, συμπεριλαμβανομένων όλων αυτών που χαρακτηρίζονται αναρχικοί κομμουνιστές και αναρχικοί συνδικαλιστές. Οι περισσότεροι άνθρωποι που αποκαλούν τους εαυτούς τους αναρχικούς ιστορικά ανήκουν σ’ αυτήν την παράδοση.

Το μόνο με το οποίο διαφωνώ σχεδόν στο βιβλίο “Black Flame” είναι ότι οποιοσδήποτε είναι έξω από την ευρύτερη αναρχική παράδοση χαρακτηρίζεται ως “μη αναρχικός”, αν και είναι “ελευθεριακός”. “Ο αναρχισμός της ‘ταξικής πάλης’, μερικές φορές ονομαζόμενος και επαναστατικός ή κομμουνιστικός αναρχισμός, δεν είναι ένας τύπος αναρχισμού. Κατά τη γνώμη μας, είναι ο μόνος αναρχισμός” (Schmidt και van der Walt 2009; σελ. 19). Από τη στιγμή που ο Προυντόν δεν υποστήριξε την ταξική πάλη ούτε την επανάσταση ούτε τον κομμουνισμό, απλώς “επηρέασε” τον αναρχισμό, όπως και ο Μαρξ. Η προσέγγιση αυτή είναι άστοχη. Υπήρξαν και υπάρχουν αρκετοί άνθρωποι που αποκαλούσαν τους εαυτούς τους “αναρχικούς” και οι οποίοι δεν χωρούν στο σύνηθες ρεύμα του αναρχισμού. Ωστόσο, είναι αντικρατιστές και αντικαπιταλιστές, ενώ συχνά θεωρούν τους εαυτούς τους “επαναστάτες”. Είναι, πράγματι, σημαντικό να σημειώσουμε ότι δεν είναι μέρος της κύριας παράδοσης, αλλά είναι χρήσιμο να επιχειρηματολογήσουμε για το εάν είναι “αναρχικοί” ή όχι; Αυτό μας κάνει να φαινόμαστε σεχταριστές και δογματικοί. Πρέπει να δούμε το περιεχόμενο των απόψεών τους (ότι λανθάνουν στην πολιτική τους) παρά την ετικέτα που έχουν διαλέξει.

Όπως σημείωσα, ο Gordon δεν αρνείται ότι η επονομαζόμενη Νέα Σχολή δεν ακολουθεί την “παραδοσιακή πολιτική κουλτούρα του αναρχικού κινήματος”. Απλώς δεν ενδιαφέρεται και ίσως το βρίσκει αυτό προτέρημα.

Πολιτικές διαφορές μεταξύ των δύο τάσεων: Για την Επανάσταση

Για να δούμε τις πραγματικές διαφορές ανάμεσα στις δύο αυτές τάσεις του αναρχισμού είναι απαραίτητο να ρίξουμε μια ματιά στις σοβαρές πολιτικές διαφορές μεταξύ τους – όχι σε μια αντι-ιδεολογική “κουλτούρα” αλλά στις πραγματικές πολιτικές απόψεις.

Η ευρύτερη αναρχική παράδοση (αναρχισμός της ταξικής πάλης ή αναρχισμός της Παλαιάς Σχολής ή οτιδήποτε άλλο) ήταν πάντα επαναστατική. Δηλαδή, τα μέλη της πίστευαν ότι η αστική τάξη δεν πρόκειται να παραδώσει την εξουσία χωρίς αντίσταση, μια αντίσταση που θα επικεντρωθεί στο κράτος. Ένα τεράστιο κίνημα των καταπιεσμένων και εκεμταλλευόμενων πρέπει να εγερθεί για να συντρίψει το κράτος και να παραλύσει την καπιταλιστική οικονομία και κάθε άλλη μορφή καταπίεσης. Όλα αυτά πρέπει να αντικατασταθούν από νέες μορφές λαϊκής αυτο-οργάνωσης και αυτοδιεύθυνσης. Αυτό δεν έρχεται σε αντίθεση με τον αγώνα των ημερών μας για βελτιώσεις και μεταρρυθμίσεις, αλλά θέτει μια στρατηγική στόχων.

Ο Gordon είναι τυπικό παράδειγμα της Νέας Σχολής αναρχικών (ή οτιδήποτε άλλο) στο ότι αρνείται μια τέτοια επαναστατική προσέγγιση. Οι παραδοσιακοί αναρχικοί, γράφει, χρησιμοποίησαν το επιχείρημα του πώς θα οργανωθεί η κοινωνία μετά την επανάσταση. “Σήμερα, αντίθετα, απουσιάζει από τον αναρχικό λόγο και η προσδοκία για μια τέτοια επαναστατική διαδικασία…” ή το ενδιαφέρον για οράματα στη μετεπαναστατική κοινωνία (Gordon 2008, σελ. 40). Και παραπέρα, “οι αναρχικοί σήμερα δεν ρέπουν στο να σκέφτονται για την επανάσταση – αν και συχνά κάνουν χρήση του όρου – ως ενός μελλοντικού γεγονότος, αλλά μάλλον ως μιας διαδικασίας του σήμερα…” (σελ. 41). Αντί να αλλάξουν όλη την κοινωνία, κάτι που μπορεί να είναι δυνατό ή όχι, γράφει, οι αναρχικοί πρέπει να προωθούν την “αναρχία ως κουλτούρα” στην οποία συμπεριλαμβάνονται μεγάλα γεγονότα, αλλά ακόμα και “εφήμερες στιγμές μη κομφορμισμού και ισότητας χωρίς φροντίδα” (στο ίδιο). Παρατίθενται οι Προσωρινές Αυτόνομες Ζώνες του Hakim Bey, οι οποίες, λέει ο συγγραφέας, ίσως περιλαμβάνουν μια “κυψέλη ντυσίματος” (quilting bee) ή ένα πάρτι.

Δεν έχουμε πρόβλημα με τους μη κομφορμισμούς και τα πάρτι, το αντίθετο μάλιστα. Αλλά δεν αποτελούν στρατηγική για τη λαϊκή ανατροπή του καπιταλιστικού κράτους. Ούτε ο Gordon στεναχωρείται γι’ αυτό. “Η ανάπτυξη μη ιεραρχικών δομών.. είναι, για τους περισσότερους αναρχικούς, αυτοσκοπός”. (σελ. 35) Ο Gordon δεν λέει ποτέ και μάλιστα δυνατά, ότι η τάση του έχει παραιτηθεί από την επανάσταση, αλλά δεν μπορώ να το ερμηνεύσω αυτό αλλιώς.

Για να ακουστεί ριζοσπάστης, ο Gordon και άλλοι αναρχικοί επιμένουν ότι είναι αντιαναρχικό να ασχολούμαστε με αιτήματα από το κράτος, το να προσπαθούμε να κερδίσουμε οφέλη απειλώντας το κράτος ή την καπιταλιστική τάξη. “Μια ‘πολιτική αιτημάτων’… επεκτείνει αδικαιολόγητα την αναγνώριση και νομιμοποίηση της κρατικής εξουσίας… μια στρατηγική που είναι μακριά από τον αναρχισμό” (σελ. 151). Αντίθετα, οι αναρχικοί υποτίθεται ότι πρέπει να δημιουργήσουν έναν καλύτερο κόσμο μέσω της διαφορετικής του ενός από τον άλλον δράσης.

Αλλά οι αναρχικοί έχουν πάντα αρθρώσει αιτήματα από το κράτος, όπως τον τερματισμό της προώθησης των πολέμων ή την απελευθέρωση κρατουμένων ή την προώθηση κοινωνικών ωφελημάτων. Είναι ένας τρόπος του να δειχθεί στους μη αναρχικούς ότι δεν μπορούμε να βασιζόμαστε στο κράτος για να κερδίσουμε κάτι. Και έχουμε αιτήματα και από τους καπιταλιστές, όπως ο αγώνας για τη αναγνώριση των συνδικάτων μας ή για καλύτερες συνθήκες εργασίας. Αρνούμενοι να υποβάλλουμε αιτήματα στο κράτος ή τους καπιταλιστές, ίσως φαίνεται αρκετά ριζοσπαστικό (λες και ενδιαφέρονται για το εάν ή όχι οι αναρχικοί παρέχουν “αναγνώριση και νομιμοποίηση”) αλλά είναι μια ρεφορμιστική οπισθοχώρηση, μια παραίτηση από τον αγώνα.

Ο Gordon δίνει έμφαση στην “προαποφασισμένη πολιτική”. Και οι δύο “σχολές” του αναρχισμού θα μπορούσαν να συμφωνήσουν στη σπουδαιότητα της οικοδόμησης μη ιεραρχικών θεσμών εδώ και τώρα. Αλλά για τον Gordon και την τάση του αυτό που έχει σημασία είναι οι διαπροσωπικές δυναμικές των άτυπων αναρχικών δικτύων ανεξάρτητα από το εάν αυτά είναι αποτελεσματικά ή όχι για περαιτέρω σκοπούς.

Για την ευρύτερη αναρχική παράδοση αυτό που έχει σημασία είναι η οικοδόμηση μιας δημοκρατικής, λαϊκής κουλτούρας αντίστασης. Αναφερόμενοι στις “απεργίες ενοικίων και την κοινοτική οργάνωση”, οι Schmidt και van der Walt λένε ότι “ως μέρος του σχεδίου οικοδόμησης μιας λαϊκής εξουσίας, οι μαζικοί αναρχικοί οικοδομούν πυκνά και αλληλοκαλυπτόμενα δίκτυα λαϊκής και συνδεόμενης ζωής. Αυτά περιλαμβάνουν θεατρικές ομάδες, επιτροπές γειτονιάς, εργατικά νυχτερινά σχολεία…” (σελ. 181).

Ο Gordon δεν δέχεται αυτή την αντίληψη, εν μέρει επειδή δεν πιστεύει στη δημοκρατία, ακόμα και την πιο ριζοσπαστική, συμμετοχική, έκφραση μιας άμεσης δημοκρατίας. Ελάχιστοι αναρχικοί της τάσης του είναι ειλικρινείς όταν αρνούνται τη δημοκρατία. (Ο Graeber, 2002) για παράδειγμα, είναι υπέρ μιας δημοκρατίας η οποία χαρακτηρίζεται με τη συναίνεση). “Ο αναρχισμός… αντιπροσωπεύει όχι τη πιο ριζοσπαστική μορφή δημοκρατίας…” αλλά κάτι άλλο (σελ. 70). Με αυτό ο Gordon φαίνεται ότι εννοεί τη συναίνεση, αλλά αμέσως μετά εξηγεί ότι εννοεί την ηγεσία μιας κρυφής ελίτ όταν οργανώνει ένα κίνημα.
Οι αναρχικοί είναι υποχρεωμένοι να παραδεχτούν ότι αυτή η αόρατη, υπόγεια, πράγματι ανεξήγητη χρήση εξουσίας δεν είναι αναπόφευκτη,,, αλλά ακόμα χρειάζεται να αγκαλιαστεί, από τη στιγμή που συγκλίνει με την κοσμοθεωρία τους για σπουδαίες υποθέσεις“ (σελ. 75). Αυτό είναι σύμφωνο με τις χειρότερες, αντιδημοκρατικές πλευρές της σκέψης των Προυντόν και Μπακούνιν, που το περισσότερο μέρος του αναρχισμού έχει προ πολλού εγκαταλείψει.

Αντίθετα, η άποψη για τους επαναστάτες αναρχικούς της ταξικής πάλης είναι ότι “ο αναρχισμός δεν θα ήταν τίποτα περισσότερο από μια ολοκληρωμένη πραγματοποίηση της δημοκρατίας – δημοκρατίας στα χωράφια, τα εργοστάσια και τις γειτονιές, που συντονίζεται διαμέσου ομοσπονδιακών δομών και συμβουλίων από κάτω προς τα πάνω…” (Schmidt και van der Walt 2009; σελ. 70). Τείνει να εκλάβει τη χρήση της συναίνεσης ή της ψηφοφορίας ως ένα πρακτικό ζήτημα και όχι ως ζήτημα αρχής.

Πολιτικές διαφορές: Για την τάξη

Για την ευρύτερη αναρχική παράδοση το κέτρο της πολιτικής της βασίζεται στην τάξη: υποστηρίζοντας και αποκτώντας ρίζες στην εργατική τάξη καθώς και την αγροτιά. Σε αυτό περιλαμβάνεται και υποστήριξη στη μη ταξική πάλη που βασίζεται σε ζητήματα φύλλου, ράτσας, εθνικότητας, σεξουαλικής κατεύθυνσης, πολέμου και οικολογίας – κάθε ζήτημα που συμπίπτει με ‘ένα άλλο και έχει τον αντίκτυπό του στην εργατική τάξη. Αλλά έχουμε δει ότι η εργατική τάξη έχει μια συγκεκριμένη δύναμη, τουλάχιστον δυνητικά, να σταματήσει τη μηχανή του συστήματος και να την αρχίσει διαφορετικά. (Μια πολύ καλή υπεράσπιση της προοπτικής της βασισμένης στην εργατική τάξη ίσως μπορεί να βρεθεί στο Meiksins Wood (1998). Γι’ αυτό το λόγο, η ευρύτερη αναρχική παράδοση του αναρχισμού της ταξικής πάλης συμπίπτει με τις ελευθεριακές απόψεις του Μαρξ.

Ο Gordon δεν προχωρά με κανέναν τρόπο σε μια ταξική ανάλυση της αναρχικής τάσης που μάς περιγράφει, ούτε ενός άλλου παρόμοιου ζητήματος. Όπως περιγράφει ο ίδιος, το κίνημα της “απελευθέρωσης των ζώων” ανάμεσα στα άλλα, είναι “σημαντικό όσο και οι εργατικοί αγώνες. Στους δεύτερους ο βιομηχανικός τομέας και ο παραδοσιακός συνδικαλισμός έχουν αντικατασταθεί από τις McJobs και τα αυτό-οργανωμένα συνδικάτα των επισφαλώς εργαζόμενων” (σελ. 5) Αυτή η δόση άγνοιας είναι σχεδόν όλη η πλευρά του αναρχισμού που έχει να προσφέρει σε εκατομμύρια εργαζόμενους σε όλο τον κόσμο.

Ο Bookchin και οι άλλας διαφορές

Μερικοί αναγνώστες θα αναρωτηθούν αν και πώς η άποψή μου αυτή περί των δύο τάσεων του αναρχισμού σχετίζεται με τη διάκριση που έκανε ο Murray Bookchin (1995) μεταξύ “κοινωνικού αναρχισμού” και “αναρχισμού ως τρόπου ζωής”. Αφήνοντας κατά μέρος το βιτριολικό στυλ αντιπαράθεσης του Bookchin, υπάρχουν μερικές ομοιότητες. Ο κοινωνικός αναρχισμός του Bookchin έχει ρίζες επίσης στον αναρχικό κομμουνισμό και προωθεί επίσης τη ριζοσπαστική δημοκρατία. Μεγάλο μέρος των κριτικών του τι ονομάζει ο ίδιος αναρχισμό ως τρόπο ζωής έχει σχέση με αυτό που ονομάσει ο Gordon Νέα Σχολή αναρχισμού.

Αλλά αυτά αποτελούν προβλήματα. Θα ήταν ίσως άδικο να κολλήσουμε ετικέτες στον Gordon σαν να τάσσεται υπέρ του “τρόπου ζωής”.. Αυτός, όπως και άλλοι, πιστεύει ότι είναι μέρος ενός λαϊκού κινήματος ενάντια στο κεφάλαιο και το κράτος. Αρχίζει το βιβλίο του με τη συμμετοχή στις αντικυβερνητικές διαδηλώσεις του G5 το 2005. Ο Bookchin, από την άλλη πλευρά, συμμερίζεται αρκετές από τις θεωρίες εκείνες των ρεφορμιστών αναρχικών. “Ο Bookchin επιζητά να εκπονήσει μια νέα “αναρχική” στρατηγική – απελευθερωμένης από ταξική πάλη και εχθρικής προς την οργανωμένη εργατική τάξη…” (Schmidt και van der Walt 2009; p. 79).. Η στρατηγική του (ελευθεριακός δημοτισμός) βασίστηκε στα εκλεγμένα δημοτικά συμβούλια. Αυτό είναι πιο ρεφορμιστικό από αυτό το “αναρχικοί με μικρό άλφα”. Ως αποτέλεσμα, ο Bookchin έπαψε να αυτοαποκαλείται αναρχικός.

Υπάρχει, τότε, μια τάση του επαναστατικού αναρχισμού η οποία οικοδομεί στο ευρύτερο ιστορικό αναρχικό κίνημα, το οποίο είναι επαναστατικό στις μεθόδους και τους στόχους του, που είναι ριζοσπαστικά δημοκρατικό στα μέσα του και στους προκαθορισμένους στόχους του, που επικεντρώνεται στην εργατική τάξη, αλλά το οποίο υποστηρίζει ακόμα και κάθε άλλο αγώνα ενάντια στην καταπίεση, στοχεύοντας σε μια ελευθεριακή σοσιαλιστική (κομμουνιστική) κοινωνία.

Αντίθετα, ο Gordon υποστηρίζει μια μεγάλη τάση μοντέρνου αναρχισμού που θα μπορούσα να την αποκαλέσω “ρεφορμιστικό αναρχισμό” από τη στιγμή που δεν είναι επαναστατική στις μεθόδους της και τη στρατηγική της (ωστόσο, αγωνίζεται, κατά κάποιο τρόπο, για μια ελεύθερη κοινωνία). Δεν οικοδομεί πάνω στις κύριες απόψεις του παραδοσιακού αναρχισμού. Συχνά είναι αντιδημοκρατική, τουλάχιστον στη θεωρία. Παίζει με ταξικά παιχνίδια ή τα αγνοεί στην πράξη. Είναι φανερά αντικαπιταλιστική και πιθανά σοσιαλιστική ή κομμουνιστική, αλλά χωρίς μια στρατηγική για επανάσταση για να δημιουργηθεί μια τέτοια κοινωνία αυτό δεν σημαίνει και πολλά πράγματα στην πράξη.

Υπάρχουν άλλα ζητήματα ανάμεσα στις δύο αυτές τάσεις καθώς και στο εσωτερικό της καθεμιάς από αυτές με τα οποία δεν ασχολήθηκα εδώ. Ο Gordon, για παράδειγμα, συμπαθεί αρκετά τον αναρχοπρωτογονισμό και τον αναρχοειρηνισμό, αλλά δεν συμφωνεί πλήρως με την κάθε τάση από αυτές. Και όπως οι Schmidt και van der Walt σημειώνουν, η ευρύτερη αναρχική παράδοση περιλαμβάνει μια διάσπαση μεταξύ των εξεγερτικών αναρχικών και των αναρχικών της μαζικής ταξικής πάλης (δες το κεφάλαιο 3) καθώς και ανάμεσα σε ανθρώπους με όλων των ειδών τις απόψεις για το εάν ή όχι οι αναρχικοί πρέπει να οργανώνονται ξεχωριστά (κεφάλαιο 8 για τον “πλατφορμισμό”) για το εάν ή όχι πρέπει να γίνονται μέλη συνδικάτων (κεφάλαια 6 και 7) για το εάν πρέπει να υποστηρίξουν το κίνημα αυτοκαθορισμού των καταπιεσμένων εθνών (κεφάλαιο 10) κ.λπ. Και γι’ αυτό ονομάζεται ΕΥΡΥΤΕΡΗ αναρχική παράδοση! Αλλά οι βασικές ιδέες είναι ξεκάθαρες.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ – ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
– Bookchin, Murray (1995). Social Anarchism or Lifestyle Anarchism: An Unbridgeable Chasm. San Francisco: AK Press. – Gordon, Uri (2008). Anarchy Alive! Anti-authoritarian Politics from Practice to Theory. London/Anne Arbor MI: Pluto Press. – Graeber, David (2002). “The New Anarchists,” New Left Review 13. http:// newleftreview.org/A2368 – Meiksins Wood, Ellen (1998). The Retreat from Class: A New “True” Socialism. London/NY: Verso. – Price, Wayne (2009). “The Palestinian Struggle and the Anarchist Dilemma; Comments on Gordon’s Anarchy Alive!” http://www.anarkismo.net/article/12856 – Price, Wayne (2007). “Fragments of a Reformist Anarchism: A Review of David Graeber’s (2004) Fragments of an Anarchist Anthropology.” http://www.anarkismo.net/article/4979 – Schmidt, Michael, & van der Walt, Lucien (2009). Black Flame: The Revolutionary Class Politics of Anarchism and Syndicalism. Vol. 1. Oakland CA: AK Press.

*Κείμενο που γράφτηκε και δημοσιεύτηκε στο http://www.anarkismo.net Ελληνική μετάφραση “Ούτε Θεός-Ούτε Αφέντης”, Ιούλης 2009.

www.anarkismo.net/article/13713

Comments Off on Οι δύο κύριες σκέψεις στον αναρχισμό
By agrioskylo | - 12:08 am - Posted in Uncategorized

Η Μέενα ήταν η ιδρύτρια της RAWA, της Επαναστατικής Ένωσης Γυναικών του Αφγανιστάν. Η RAWA εναντιώνεται και στους Ταλιμπάν και στους Αμερικανούς. Είναι η παλιότερη φεμινιστική οργάνωση της χώρας, από το 1977. Η Μέενα δολοφονήθηκε για τη πολιτική της δράση το 1987.

Image scaled down
(η φωτογραφία είναι από ομιλία του 1982)

Η ΜΕΕΝΑ (1956-1987) γεννήθηκε στις 27 Φεβρουαρίου 1956 στην Καμπούλ. Κατά τα μαθητικά της χρόνια, οι φοιτητές στην Καμπούλ συμμετείχαν ενεργά στα κοινωνικά δρώμενα και στα ανερχόμενα μαζικά κινήματα. Η Μέενα εγκατέλειψε τις πανεπιστημιακές της σπουδές για να αφιερωθεί αποκλειστικά στην κοινωνική δράση αγωνιζόμενη για τη συνειδητοποίηση και τη μόρφωση των γυναικών. Στα πλαίσια του αγώνα της για την κατάκτηση της ελευθερίας έκφρασης και του δικαιώματος για πολιτική δράση, η Μέενα ίδρυσε τη RAWA το 1977. Αυτή η οργάνωση είχε σκοπό να δώσει φωνή στις καταπιεσμένες γυναίκες του Αφγανιστάν. Ξεκίνησε μία εκστρατεία κατά των ρωσικών εισβολέων και του αχυρένιου καθεστώτος που εγκατέστησαν το 1979 και οργάνωσε πολυάριθμες εκδηλώσεις διαμαρτυρίας και συναντήσεις σε σχολεία, κολέγια και το Πανεπιστήμιο της Καμπούλ προκειμένου να κινητοποιήσει την κοινή γνώμη. Μία άλλη σημαντική υπηρεσία που προσέφερε στις γυναίκες του Αφγανιστάν,στάθηκε η έκδοση ενός δίγλωσσου περιοδικού, του Payam-e-Zan (Γυναικείο Μήνυμα) το 1981. Μέσω αυτού του περιοδικού, η RAWA μπόρεσε να προβάλει αποτελεσματικά και με έμφαση την υπόθεση των γυναικών του Αφγανιστάν. Το Payam-e-Zan εκθέτει από πάντα την εγκληματική φύση των φονταμενταλιστικών ομάδων. Η Μέενα ίδρυσε επίσης τα σχολεία Watan Schools για τα παιδιά των προσφύγων, ένα νοσοκομείο και εργαστήρια χειροτεχνίας για γυναίκες πρόσφυγες στο Πακιστάν, συμβάλλοντας έτσι στην οικονομική υποστήριξη των προσφύγων από το Αφγανιστάν. Κατά το τέλος του 1981, κατόπιν πρόσκλησης της γαλλικής κυβέρνησης, η Μέενα εκπροσώπησε το αφγανικό αντιστασιακό κίνημα στο συνέδριο του γαλλικού σοσιαλιστικού κόμματος. Η ομάδα των σοβιετικών απεσταλμένων στο συνέδριο, με επικεφαλής τον Μπόρις Ποναμάριεφ, εγκατέλειψε προκλητικά την αίθουσα όταν οι συμμετέχοντες αντέδρασαν επιδοκιμαστικά στο σήμα της νίκης που πρόβαλε η Μέενα. Εκτός από τη Γαλλία, επισκέφθηκε διάφορες άλλες ευρωπαϊκές χώρες και συναντήθηκε με εξέχουσες προσωπικότητές τους. Η ακούραστη κοινωνική της δράση και η εναντίωσή της στις ομάδες των φονταμενταλιστών και το καθεστώς-ανδρείκελο προκάλεσαν την οργή των φονταμενταλιστών και των ρώσων. Δολοφονήθηκε από πράκτορες της KHAD (αφγανικό παράρτημα της KGB) και τους φονταμενταλιστές συνενόχους τους στην Κουέττα του Πακιστάν στις 4 Φεβρουαρίου του 1987.

Αυτή είναι η μετάφραση ενός ποιήματος της Meena που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Payam-e-Zan No. 1,1981

Δεν θα γυρίσω πίσω ποτέ

Είμαι η γυναίκα που ξύπνησε
Σηκώθηκα και έγινα θύελα μέσα από τις στάχτες του καμένου παιδιού μου
Σηκώθηκα μέσα από τα αυλάκια του αίματος του αδελφού μου
Η οργή του λαού μου μου έδωσε δύναμη
Τα κατεστραμένα και καμένα χωριά μου με γέμισαν μίσος για τον εχθρό,
Είμαι η γυναίκα που ξύπνησε,
Βρήκα το δρόμο μου και δεν θα γυρίσω πίσω ποτέ.
Ανοιξα τις κλειστές πόρτες της αμάθειας
Αποχαιρέτησα όλα τα χρυσά βραχιόλια.
Ω συμπατριώτη, δεν είμαι πιά αυτή που ήμουν
Είμαι η γυναίκα που ξύπνησε
Βρήκα το δρόμο μου και δεν θα γυρίσω πίσω ποτέ.
Είδα ξυπόλητα, άστεγα παιδιά να περιπλανιώνται
Είδα νύφες με τα χέρια βαμμένα με χέννα να φοράνε τα ρούχα του πένθους
Είδα γιγάντιους τοίχους φυλακών να καταπίνουν την ελευθερία στα αχόρταγα στομάχια τους
Ξαναγεννήθηκα μέσα στην εποποιϊα της αντίστασης και του κουράγιου
Εμαθα το τραγούδι της ελευθερίας με τις τελευταίες ανάσες, με τα κύματα του αίματος και της νίκης
Ω συμπατριώτη, ώ αδερφέ, πάψε να με βλέπεις αδύναμη και ανάξια
Με όλη μου τη δύναμη πορεύομαι μαζί σου στο μονοπάτι που οδηγεί στην ελευθερία της γης μας.
Η φωνή μου μπερδεύεται με τη φωνή χιλιάδων ξεσηκωμένων γυναικών
Οι γροθιές μου σφίγγονται με τις γροθιές χιλιάδων συμπατριωτών
Μαζί σου πορεύτηκα στο μονοπάτι του έθνους μου,
Για να σπάσω όλες τις οδύνες και τα δεσμά της σκλαβιάς,
Ω συμπατριώτη, ώ αδελφέ, δεν είμαι αυτή που ήμουν
Είμαι η γυναίκα που ξύπνησε
Βρήκα το δρόμο μου και δεν θα γυρίσω πίσω ποτέ.

www.rawa.org/meena_gr.htm

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

συζήτηση πάνω σε αυτό το αρθρο
1056740
Υπερσύνδεσμοι
από !1977! 0:59πμ, Σάββατο 11 Ιουλίου 2009
Άλλες βιογραφικές πληροφορίες για τη Μέενα:

στα Γαλλικά: http://fr.wikipedia.org/wiki/Meena_Keshwar_Kamal

στα Αγγλικά: http://en.wikipedia.org/wiki/Meena_Keshwar_Kamal

στα Ισπανικά: http://es.wikipedia.org/wiki/Meena_Keshwar_Kamal

Και για την οργάνωση που ίδρυσε:

στα Γαλλικά: http://fr.wikipedia.org/wiki/Revolutionary_Association_of_the_Women_of_Afghanistan

στα Αγγλικά: http://en.wikipedia.org/wiki/Revolutionary_Association_of_the_Women_of_Afghanistan

στα Ισπανικά: http://es.wikipedia.org/wiki/RAWA

στα Γερμανικά: http://de.wikipedia.org/wiki/RAWA

Comments Off on ΜΕΕΝΑ
By agrioskylo | - 12:03 am - Posted in Uncategorized

Οι “Βιομηχανικοί Εργάτες του Κόσμου” έγιναν πολύ επικίνδυνοι για την κυβέρνηση. Καμία άλλη οργάνωση εργατών στην Αμερική δεν ήταν λιγότερο πατριωτική και περισσότερο διεθνιστική.

Στα τέλη του 19ου αιώνα οι ΗΠΑ άρχισαν να κερδίζουν έδαφος απέναντι στην Βρετανία σαν ανερχόμενη βιομηχανική δύναμη. Αλλά το τίμημα το πλήρωσαν οι αμερικανοί εργάτες. Ηρθαν αντιμέτωποι με άθλιες εργασιακές συνθήκες και μισθούς πείνας. Τα αφεντικά χρησιμοποιούσαν ακόμη και το στρατό για να χτυπήσουν τις απεργίες των εργατών. Παρά την άγρια καταστολή στο τέλος του αιώνα ήρθαν αντιμέτωποι με ένα μεγάλο απεργιακό κύμα.

Οι μεγαλύτερες απεργίες έγιναν στο σιδηρόδρομο, στην υφαντουργία, στις αυτοκινητοβιομηχανίες. Η πιο μεγάλη και δυναμική απεργία που ξέσπασε στα 1894 ήταν αυτή των σιδηροδρομικών. 260.000 εργάτες κατέβηκαν σε απεργία. Μέχρι τότε το μόνο τριτοβάθμιο συνδικάτο που υπήρχε στις ΗΠΑ ήταν η Ενωση Αμερικανών Εργατών (AFL). Ηταν μια Ομοσπονδία που η ηγεσία της ξεπουλούσε τους εργάτες. Μέλη της γίνονταν μόνο ειδικευμένοι, λευκοί και ντόπιοι εργάτες. Ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας, Γκόμπερς χρησιμοποιούσε ρατσιστικούς χαρακτηρισμούς εναντίον των μαύρων εργατών και υποστήριζε τις απαγορεύσεις απέναντι στους μετανάστες από την Κίνα και την Ευρώπη. Σαν αποτέλεσμα η AFL αντιπροσώπευε μόνο το 10% της εργατικής τάξης.

Τον Ιούνιο του 1905 ιδρύθηκαν οι IWW οι “Βιομηχανικοί Εργάτες του Κόσμου”, εμπνευσμένοι από το επαναστατικό κύμα που ξέσπασε την ίδια περίοδο στη Ρωσία. Ο πρόεδρός τους Μπιλ Χέιγουντ, δήλωσε στο ιδρυτικό συνέδριο “αυτό είναι το συνέδριο της εργατικής τάξης. Είμαστε εδώ για να συμμαχήσουμε με τους εργάτες αυτής της χώρας και να δημιουργήσουμε ένα εργατικό κίνημα που θα έχει σαν στόχο την απελευθέρωση της εργατικής τάξης από τη δουλεία του καπιταλισμού”.

Στο ιδρυτικό συνέδριο η Λούση Πάρσονς, ζήτησε από τους αντιπροσώπους να “γυρίσουν το βλέμμα στη Ρωσία και να πάρουν κουράγιο από αυτούς που παλεύουν εκεί και από το γεγονός ότι αυτή η μάχη είναι ο μεγαλύτερος φόβος για τους καπιταλιστές σε όλο τον κόσμο”.

Αλληλεγγύη

Οταν η σοσιαλιστική Διεθνής κάλεσε σε διεθνή δράση για συμπαράσταση των Ρώσων εργατών στις 22 Ιανουαρίου του 1906 οι IWW οργάνωσαν μεγάλες συγκεντρώσεις στις οποίες έκανε περιοδεία ο Μαξίμ Γκόργκι. Στο ιδρυτικό συνέδριο συμμετείχαν η Ενωση Μεταλλωρύχων, αντιπρόσωποι των Ανθρακωρύχων, οι ράφτες από το Σαν Φραντσίσκο, τυπογράφοι, θυρωροί, φορτοεκφορτωτές, σιδηρουργοί, ζυθοποιοί, ρολογάδες από διάφορες πόλεις της Αμερικής.

“Το κάλεσμα του συνεδρίου έγινε από την Ενωση Μεταλλωρύχων. Σε αντίθεση με την Ενωση Αμερικανών Εργατών δεν τα είχε καλά με τα αφεντικά, δεν υποστήριζε τον ιμπεριαλισμό της Αμερικής και δεν παρακαλούσε τον πρόεδρο της Αμερικής Ρούσβελτ να μεσολαβήσει για να λύνει τις κόντρες των εργατών”, αναφέρει ο συγγραφέας Μάικ Ντέιβις. Ο Χέιγουντ έλεγε ότι “οι καπιταλιστές φοβούνταν πολύ περισσότερο την Ενωση Μεταλλωρύχων από όλα τα άλλα συνδικάτα”.

Η Ενωση Αμερικανών Εργατών δεν ήταν ένα κίνημα της εργατικής τάξης αλλά ένα καρτέλ που απέκλειε και εκπροσωπούσε την ελίτ των λευκών, ντόπιων εργατών “Θέλουμε να χτίσουμε μία εργατική οργάνωση που θα ανοίξει διάπλατα τις πόρτες της σε κάθε άνθρωπο που κερδίζει το ψωμί του είτε χρησιμοποιώντας το μυαλό του είτε τους μύες του”, δήλωνε ο Χέιγουντ. Οι Γουόμπλις όπως ονομάζονταν αλλιώς οι IWW, άνοιξαν τις πόρτες τους στα πιο καταπιεσμένα κομμάτια της εργατικής τάξης της Αμερικής, τους μαύρους, τους μετανάστες και τις γυναίκες. Την ίδια στιγμή τάσσονταν κατά των καπιταλιστών και ενάντια στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ δήλωναν ανοιχτά την αλληλεγγύη τους στους Ρώσους εργάτες, που την ίδια χρονιά ξεσηκώθηκαν ενάντια στον Τσάρο και έχτισαν το πρώτο σοβιέτ. “Με ρωτάτε γιατί οι IWW δεν είναι πατριώτες των ΗΠΑ”, δήλωνε ένα μέλος τους στο ξεκίνημα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

“Αν ήσασταν ένας άστεγος χωρίς καν μία κουβέρτα, αν είχες αφήσει σύζυγο και παιδιά για να βρεις δουλειά στα δυτικά και δεν μπόρεσες ποτέ να τους ξαναβρείς, αν η δουλειά σου δεν σου επέτρεπε ποτέ να μείνεις τόσο σε ένα μέρος ώστε να αποκτήσει δικαίωμα ψήφου, αν κοιμόσουν σε μία άθλια παράγκα, αν οι μπάτσοι έκαναν σκοποβολή πάνω σου έτσι για πλάκα, αν τα αφεντικά χαμήλωναν το μισθό σου όποτε τους περνούσε από το χέρι, αν υπάρχει ένας νόμος για τους Φορντ και τους Μούνεϊ και ένας άλλος νόμος για τους ανώνυμους, αν ο κάθε εκπρόσωπος του νόμου της τάξης και του έθνους μπορούσε να σε δείρει, να σε χώσει χωρίς πολλά πολλά στη φυλακή με τους αγαθούς Χριστιανούς πολίτες να ζητωκραυγάζουν, τότε πώς στο διάολο να είσαι πατριώτης; Είναι ένας πόλεμος των επιχειρήσεων και δεν βλέπω το λόγο να πάω και να σκοτώσω για να σώσω αυτό το θαυμάσιο καθεστώς που ζούμε”.

Οι Γουόμπλις άρχισαν να εκδίδουν εφημερίδες σε όλες τις γλώσσες για να μπορούν να επικοινωνούν με τους μετανάστες. Στα τέλη του 1912 εξέδιδαν 13 εφημερίδες σε διαφορετικές γλώσσες. Εδωσαν τη μάχη να οργανώσουν τους μαύρους εργάτες και τις γυναίκες που μέχρι τότε δεν είχαν δικαίωμα να ενταχθούν στα συνδικάτα. Το σύνθημά τους ήταν “Δεν υπάρχει φυλή, θρησκεία, χρώμα”. Στις εφημερίδες τους υπήρχαν ανταποκρίσεις από τις απεργίες των εργοστασίων που δεν ήταν δυνατόν να τις μάθει κανείς από τον επίσημο τύπο.

Ηταν το πρώτο συνδικάτο στην ιστορία που προσπάθησε να οργανώσει τις εκδιδόμενες γυναίκες.

Τον Απρίλη του 1907 στην Νέα Ορλεάνη έγινε μία απεργία των εκδιδομένων γυναικών. Ο ιστορικός Φίλιπ Φόνερ αναφέρει: “Ενας μεγάλος αριθμός εκδιδομένων εμπνεύστηκαν από τη δράση των Γουόμπλις, βγήκαν έξω από τους οίκους ανοχής και διεκδίκησαν καλύτερες συνθήκες. Οι ιδιοκτήτες διπλασίασαν το νοίκι που πλήρωναν για τα δωμάτια των οίκων ανοχής. Οι γυναίκες συζήτησαν με μέλη των Γουόμπλις οργανώθηκαν, εξέλεξαν εκπροσώπους και οργάνωσαν συγκεντρώσεις.

Οι Γουόμπλις οργάνωσαν τη συμπαράσταση και τελικά οι απεργία τους νίκησε”. Ενα από τα πιο μαχητικά ηγετικά μέλη των Γουόμπλις η Ελίζαμπεθ Γκέρλεϊ Φλιν, εντάχθηκε στις γραμμές τους σε ηλικία 16 χρονών και προσπάθησε να οργανώσει τις γυναίκες στις γραμμές του συνδικάτου, δίνοντας την κόντρα με τις αστές φεμινίστριες που έφτιαχναν γυναικείες οργανώσεις, διεκδικώντας το δικαίωμα ψήφου για τις ίδιες, αδιαφορώντας για τα προβλήματα των γυναικών της εργατικής τάξης.

“Η βασίλισσα του σαλονιού δεν έχει τίποτα κοινό με την υπηρέτρια της κουζίνας”, έλεγε. “Η σύζυγος του ιδιοκτήτη του πολυκαταστήματος δεν έχει κανένα γυναικείο – αδελφικό ενδιαφέρον για το 17χρονο κορίτσι που έχει μόνο την πορνεία σαν εναλλακτική διέξοδο απέναντι στη θέση της πωλήτριας με μισθό 5 δολάρια τη βδομάδα. Η αδελφότητα των γυναικών όπως και η αδελφότητα των αντρών είναι μία κούφια απάτη για την εργατική τάξη. Πίσω από όλη αυτή την ανόητη υποκρισία και τον αρρωστημένο συναισθηματισμό κρύβονται τα σκοτεινά πλαίσια του ταξικού πολέμου”.

Κατά τη διάρκεια μίας απεργίας το 1909 στη φημισμένη Εταιρεία Αυτοκινήτων στην Πενσιλβάνια οι IWW έδειξαν στην πράξη ποιος ήταν ο ρόλος τους και κέρδισαν μαζικά τους εργάτες. Στη συγκεκριμένη αυτοκινητοβιομηχανία, κατά μέσο όρο ένας εργάτης σκοτωνόταν κάθε μέρα από εργατικό ατύχημα. 16 διαφορετικές εθνικότητες δούλευαν σκληρά στο εργοστάσιο και οι διευθυντές καλλιεργούσαν τις προκαταλήψεις απέναντι στους μετανάστες για να κρατάνε πίσω το συνδικαλισμό.

Νίκες

Οταν τον Ιούλιο ξέσπασε μία αυθόρμητη απεργία, οι υπεύθυνοι του εργοστασίου και της Ενωσης Αμερικανών Εργατών περίμεναν ότι θα κατέρρεε σε μία ή δύο μέρες. Αντίθετα οι μετανάστες εργάτες κάτω από την καθοδήγηση των IWW πάλεψαν τους απεργοσπάστες και την αστυνομία για 45 μέρες. 13 απεργοί σκοτώθηκαν αλλά τελικά οι εργάτες νίκησαν. Ηταν μία μεγάλη νίκη από τους εργάτες που θεωρούνταν αδύναμοι. Η απεργιακή επιτροπή που φτιάχτηκε, όπως αναφέρει άρθρο του περιοδικού των Διεθνών Σοσιαλιστών “ήταν μία μικρογραφία της σοσιαλιστικής διεθνούς”. Τα μέλη της περιελάμβαναν Ιταλούς αναρχικούς, Ρώσους σοσιαλδημοκράτες, επιζώντες της Ματωμένης Κυριακής στην Πετρούπολη, συνδικαλιστές από την Ουγγαρία και την Ελβετία, καθώς επίσης και βετεράνους Γερμανούς μεταλλεργάτες”. Από το Γενάρη ως το Μάρτη του 1912 έγινε μία μεγάλη απεργία διαρκείας στο εργοστάσιο υφαντουργίας Λόρενς. Συμμετείχαν 23.000 απεργοί κυρίως γυναίκες, που προέρχονταν από 25 διαφορετικές εθνικότητες και μιλούσαν 45 διαφορετικές γλώσσες.

Ο Φίλιπ Φόνερ αναφέρει ότι: “Η αλήθεια είναι ότι ποτέ πριν στην ιστορία του αμερικάνικου εργατικού κινήματος τόσες πολλές διαφορετικές εθνότητες απεργών ενώθηκαν τόσο αποτελεσματικά σε μία απεργία”. Οι IWW βρήκαν καινούργιες τακτικές για να οργανώσουν την απεργία. “Για να ξεπεράσουν τις απαγορεύσεις που δεν άφηναν τους απεργούς να συγκεντρώνονται μπροστά στα εργοστάσια, η απεργιακή επιτροπή εφηύρε τις κινούμενες απεργιακές φρουρές. Κάθε μέρα, σχημάτιζαν αλυσίδες γύρω από ολόκληρες γειτονιές για να αποτρέψουν τους απεργοσπάστες. Συμμετείχαν 3.000 με 10.000 άνθρωποι που διαδήλωναν με μουσική τύμπανα και τραγούδια”. Οι γυναίκες είτε σαν απεργοί είτε σαν σύζυγοι των απεργών κατέβαιναν με πανώ που έγραφαν “Θέλουμε ψωμί και τριαντάφυλλα”. Η απεργία ήταν μία τεράστια νίκη για τους απεργούς. Πριν από την απεργία οι Γουόμπλις είχαν περίπου 300 μέλη και το Σεπτέμβρη του 1912 είχαν ενταχθεί 16.000.

Οι “Βιομηχανικοί Εργάτες του Κόσμου” έγιναν πολύ επικίνδυνοι για την κυβέρνηση. Καμία άλλη οργάνωση εργατών στην Αμερική δεν ήταν λιγότερο πατριωτική και περισσότερο διεθνιστική. Στις αρχές της δεκαετίας του ’20 η κρατική καταστολή κατάφερε να τους διαλύσει. Τα περισσότερα ηγετικά στελέχη τους φυλακίστηκαν. Αφησαν όμως πίσω τους όμως μία γνήσια διεθνιστική παράδοση μαχητικού συνδικαλισμού, που σφράγισε την ιστορία του παγκόσμιου εργατικού κινήματος.
http://giatosyndikalismo.blogspot.com

wikipedia:

αγγλικα:

http://en.wikipedia.org/wiki/IWW

γαλλικα:

http://fr.wikipedia.org/wiki/Industrial_Workers_of_the_World

ισπανικα:

http://es.wikipedia.org/wiki/Industrial_Workers_of_the_World

γερμανικα:

http://de.wikipedia.org/wiki/Industrial_Workers_of_the_World

ιταλικα:

http://it.wikipedia.org/wiki/Industrial_Workers_of_the_World

www.anarkismo.net/article/13770

το άρθρο είναι της Κατερίνα Θωίδου
από την εργατική αλληλεγγύη

Comments Off on Το κίνημα των IWW

ΑΝΑΡΧΙΚΟΙ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΕΣ ΚΑΙ ΜΑΖΙΚΕΣ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ

Ομοσπονδία Κομμουνιστών Αναρχικών Ιταλίας (FDCA)

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Oι μαζικές οργανώσεις διαφέρουν από τις αναρχικές κομμουνιστικές πολιτικές οργανώσεις στο ότι έχουν διαφορετικές βάσεις και σκοπούς. Δεν έχουν εκείνη την σαφήνεια σχετικά με τον τελικό στόχο που μπορεί να έχει η πολιτική οργάνωση, αν και, ενδεχομένως, έχουν τον ίδιο στόχο με μια πολιτική οργάνωση. Η ιστορία καταδεικνύει ότι αυτός ο στόχος (ο αναρχικός κομμουνισμός) αποτελεί παράγοντα που προέρχεται από έναν ορισμένο τύπο πρακτικής και συνείδησης στο εσωτερικό των μαζικών οργανώσεων. Ο παράγοντας αυτός βασίζεται σε δύο αρχές, αυτή της κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης που οικοδομείται μέσα στον αγώνα, και αυτή της εξισωτικής και αδιάλλακτης υπεράσπισης εκείνων που αγωνίζονται για το καλό της κοινωνίας.

Και οι δύο αυτές αρχές είναι λογικές, τόσο ώστε να φαίνονται αυτόματες, αλλά η ιστορία έχει δείξει ότι οι κυρίαρχες τάξεις έχουν ενεργήσει πάντα με τέτοιο τρόπο ώστε η λογική αυτή να καταστεί αποσπασματική και εύκολη σε οποιαδήποτε καταστολή. Η απώτερη πολιτική σαφήνεια είναι, επομένως, απαραίτητη και πρέπει να εφαρμοστεί για την ικανοποίηση των πραγματικών αναγκών των προλετάριων που είναι μέλη μαζικών οργανώσεων.

Από την άλλη πλευρά, η ιστορία έχει, επίσης, δείξει ότι η επανάσταση δεν θα πραγματοποιηθεί, εκτός αν μπει σε εφαρμογή από τις ίδιες τις προλεταριακές μάζες, των οποίων τα μέλη, ως προλετάριοι οι ίδιοι, ανακαλύπτουν την επαναστατική δυνατότητά τους μέσω των πρακτικών των μαζικών οργανώσεων και αποφασίζουν να θέσουν σε κίνηση τις επαναστατικές πρακτικές.

Κατά συνέπεια, η αναρχική κομμουνιστική επανάσταση θα είναι επιτυχής καθ� όσον οι μαζικές οργανώσεις εφαρμόζουν αυτή την επαναστατική λογική, η οποία δεν αποτελεί απαραίτητο προνόμιό τους, αλλά το οποίο είναι, συγχρόνως, εγγενές σ� αυτές.

ΟΧΙ ΣΤΟΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΣΜΟ

Το πρώτο εμπόδιο που πρέπει να εκλείψει είναι εκείνοι οι τύποι ιδεών και πρακτικών που χρησιμεύουν στο να μειώσουν τις μαζικές οργανώσεις σε έναν a priori ρόλο, προβάλλοντας μόνο κάποια αιτήματα. Αυτό το εμπόδιο μπορεί να πάρει τη μορφή της διαταξικότητας (inter-classism) ή του λενινισμού.

Η διαταξικότητα είναι η πεποίθηση ότι οι μαζικές οργανώσεις αναγνωρίζουν το κράτος ως αμερόληπτο και αντιπρόσωπο όλων των ανθρώπων, η ουσία των (καθαρώς οικονομικών) τάξεων με τις οποίες μπορεί να διακριθεί ένας πολίτης από ένα άλλο. Αυτό σημαίνει ότι οι μαζικές οργανώσεις υπάρχουν για την οικονομική υπεράσπιση οποιασδήποτε κατηγορίας πολιτών και, επομένως, μπορούν να συμμετάσχουν στον οικονομικό προγραμματισμό της κοινωνίας, αλλά χωρίς να μπορούν να υποβάλλουν επερωτήσεις στο Κράτος ή να αντιτίθενται στις αποφάσεις του – οι εργαζόμενοι και το προλεταριάτο μπορούν μόνο να υπερασπίσουν τον εαυτό τους, δεν μπορούν να αλλάξουν την τρέχουσα οικονομική κατάσταση ή να συμμετέχουν στην πολιτική εκείνη πρακτική με την οποία μπορεί να μεταβληθεί η πολιτική του κράτους.

Συνεπώς, αυτός ο τύπος ένωσης αποκλείεται από τη διαδικασία ανάληψης πολιτικών αποφάσεων και, κατ� αυτόν τον τρόπο, συνεπάγεται την αποδοχή του συστήματος.

Τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα γι� αυτό είναι οι ενώσεις που εμπνέονται από τις πολιτικές εκείνες δυνάμεις που βρίσκονται κοντά στις κυρίαρχες κατηγορίες στις χώρες με κλασσικά κεφαλαιοκρατικά συστήματα.

Οι λενινιστικής έμπνευσης πολιτικές θεωρίες, αφ’ ετέρου, δεν μπορούν να συλλάβουν την ύπαρξη μαζικών οργανώσεων που δεν είναι ρητώς πολιτικές � άρα και φαινομενικά αντίθετες στη διαταξικότητα. Στην πραγματικότητα, οι θεωρίες αυτές, δεν επιβάλλουν μόνο την πολιτική της κυρίαρχης τάξης ή του κόμματος στις μαζικές οργανώσεις. Επιζητείται, επίσης, μέσω αυτών των θεωριών η συμμετοχή των μαζών στην πολιτική δραστηριότητα μόνο μέσα από την πολιτική οργάνωση και το ότι η μαζική αυτή οργάνωση πρέπει να ακολουθήσει την πολιτική γραμμή. Αυτό το χαρακτηριστικό είναι, επίσης, γνωστό ως «συνδικαλισμός» (trade-unionism).

Η διαταξικότητα και ο λενινισμός συγκλίνουν σε ένα σημείο: η μοίρα της μαζικής οργάνωσης έχει προαποφασιστεί και, εάν είναι απαραίτητο, επιβάλλεται.

Το αποτέλεσμα είναι ο οικονομισμός (economicism): το προλεταριάτο με τα ιστορικά του συμφέροντα επιτρέπεται να ασχοληθεί μόνο με τα οικονομικά ζητήματα. Αλλά δεδομένου ότι είναι, προφανώς, παράλογο για κάποιον να ενδιαφέρεται μόνο για τα χρήματα που παίρνει χωρίς, επίσης, να ενδιαφέρεται για το λόγο ύπαρξης του χρήματος και πώς αυτό διανέμεται στην κοινωνία, τότε πίσω από τον οικονομισμό υπάρχει μια ρητή ή υπονοούμενη πολιτική επιβολή. Με τη χρησιμοποίηση αυτού του γεγονότος διακωμωδείται οποιαδήποτε αυτονομία των καθαρώς οικονομικών συμφερόντων με το να περιορίζεται πολιτικά (αυτονομία). Ο κύκλος έχει κλείσει με τον αναγκαστικό διαχωρισμό του προλεταριάτου από την πολιτική. Ο οικονομικός αγώνας σημαίνει απλώς πολιτική δουλοπρέπεια και έχει ως αποτέλεσμα την οικονομική δουλοπρέπεια.

Η ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΜΑΣ

Οι μαζικές οργανώσεις του προλεταριάτου είναι και θα συνεχίσουν να είναι σημαντικές ιστορικές οντότητες που δεν μπορούν να αγνοηθούν. Είναι διαφορετικές από τις πολιτικές οργανώσεις και δεν πρέπει να αρνηθούμε αυτήν τη διαφορά ούτε να τις υποβιβάζουμε σε επαναστατικές οργανώσεις δευτερεύοντος ρόλου και να επιζητούμε να τις εξουσιάσουμε. Ούτε πρέπει, επίσης, να υποβιβάζουμε σε δεύτερη θέση το δικό μας ρόλο ή να υποκύπτουμε στις μαζικές οργανώσεις. Η σχέση που έχουμε με τις μαζικές οργανώσεις πρέπει να είναι μια συνεχής διαλεκτική αντιπροσωπεύοντας μια πραγματική ανταλλαγή και να μην περιορίζεται σε μια μονόδρομη ροή. Ο πρωτίστως ουσιαστικός, αλλά όχι μοναδικός, όρος για να υπάρχει μια πραγματική ανταλλαγή είναι ότι και οι δύο οντότητες πρέπει να είναι αληθινά αυτόνομες.

Όταν πρόκειται για τις μαζικές οργανώσεις, αυτό σημαίνει ότι πρέπει να εκφράσουν αυτόνομα τα συμφέροντα και τη συνείδηση (των προλεταρίων) μελών τους. Με άλλα λόγια, πρέπει να βασιστούν στην αυτοδιεύθυνση εκείνων οι οποίοι, φυσιολογικά, ανήκουν σε αυτές. Κατά την εξέλιξη της αναρχικής κομμουνιστικής επανάστασης είναι ουσιαστική προϋπόθεση η επιχειρησιακή και πολιτική ανάπτυξη των μαζικών οργανώσεων στην κατεύθυνση της διάθεσης από μέρους τους της μέγιστης δυνατότητας έκφρασης της δύναμης και συνείδησής τους, κάτι που είναι απαραίτητο για την ίδια την ζωή της αναρχικής κομμουνιστικής επαναστατικής διαδικασίας.

Οι μαζικές οργανώσεις θα πρέπει, επίσης, να καταστούν περισσότερο ικανές στο να αξιολογούν πολιτικά τις δραστηριότητές τους και τις προοπτικές που ανοίγονται από αυτές. Εάν ικανοποιούνται αυτοί οι όροι, τότε θα είμαστε σε θέση να πραγματοποιήσουμε τα πολιτικά μας καθήκοντα, αυτά της προώθησης της πολιτικής συνείδησης μέσα στις μαζικές οργανώσεις και, σε αντάλλαγμα, της επιβεβαίωσής τους ή μη προς εμάς. Οι όροι αυτοί είναι απαραίτητοι εάν οι μάζες πρόκειται προσβλέπουν στην πιθανότητα – από την εμπειρία της προηγούμενης επαναστατικής δράσης τους – μιας πιο προηγμένης επανάστασης και της πραγματοποίησής της με όλες τις διαθέσιμες δυνάμεις. Έτσι, προκύπτει το θεμελιώδες πρόβλημα της διπλής πτυχής των μαζικών οργανώσεων: αφ’ ενός η συνολική τους αυτονομία – και στην εμπειρία τους στον αγώνα και στην αξιολόγηση αυτής της εμπειρίας � και, αφ’ ετέρου, η αντικειμενική ανάγκη να αξιολογηθεί οτιδήποτε κάτω από το φως των ιστορικών αναγκών των μαζών. Καμία από αυτές τις δύο πτυχές του ζητήματος δεν μπορεί να αγνοηθεί.

ΛΑΘΗ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΠΟΦΕΥΓΟΝΤΑΙ

Στο παρελθόν πολλοί σύντροφοι και οργανώσεις έχουν διαπράξει και συνεχίζουν να διαπράττουν λάθη, όταν πρόκειται για τις μαζικές οργανώσεις, ακόμα και αν η προοπτική τους είναι ειλικρινά ελευθεριακή και επαναστατική. Μπορούμε να χωρίσουμε τα λάθη αυτά σε δύο βασικές κατηγορίες: στον «αυθορμητισμό» και στην «ιδεοληψία» («ideologism»).

Η πρώτη περιλαμβάνει τις αντιλήψεις εκείνες σύμφωνα με τις οποίες οι μαζικές οργανώσεις διαθέτουν μια αυτόματη δυνατότητα να στηρίξουν ολοκληρωτικά την επαναστατική διαδικασία. Η βάση αυτής της αντίληψης είναι ότι οι εσωτερικές αντιφάσεις της κεφαλαιοκρατίας οποιασδήποτε δεδομένης περιόδου μπορούν να αποτελέσουν το σπινθήρα μιας διαδικασίας αγώνων με τους οποίους θα καταστεί δυνατό να δημιουργηθούν οι πολιτικές εκείνες βάσεις πάνω στις οποίες μπορεί να οικοδομηθεί μια κοινωνική επανάσταση. Είναι σαν να λέμε ότι για να φθάσουμε στην επανάσταση είναι αρκετό να διεξάγουμε τον αγώνα του προλεταριάτου για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων εργασίας του με όσο το δυνατόν πιο ακραία μορφή γίνεται. Μια δραστηριότητα εναντίον ενός εργοδότη δεν είναι το ίδιο πράγμα με ένα οργανικό, περιεκτικό πρόγραμμα εναντίον των αφεντικών. Ένας προλετάριος που υπερασπίζεται τον εαυτό του, που επιτίθεται, ή που ο θυμός του οποίου κατευθύνεται εναντίον του εκμεταλλευτή του σε μια μεμονωμένη δράση, δεν είναι απαραιτήτως συνειδητό μέρος ενός οργανικού, περιεκτικού προγράμματος δράσης. Μια τέτοια δραστηριότητα δεν βασίζεται απαραιτήτως σε ένα πρόγραμμα ούτε παράγει απαραιτήτως ένα πρόγραμμα. Ούτε και το πρόγραμμα ενός συνδικαλιστικού αγώνα αποτελεί απαραιτήτως ένα επαναστατικό ελευθεριακό πρόγραμμα. Στην πραγματικότητα, το πιο απίθανο είναι ότι μια σειρά οργανωμένων συνδικαλιστικών αγώνων αντιστοιχεί σε ένα συνειδητό πρόγραμμα με σκοπό την έναρξη μιας ελευθεριακής σοσιαλιστικής επανάστασης. Η ιστορία έχει καταδείξει σαφώς αυτά τα σημεία και ο καθένας που σκέφτεται ότι τα συνδικάτα έχουν φυσιολογικές αναρχικές και επαναστατικές τάσεις απατάται οικτρά.

Ιστορικά μιλώντας, ακόμη και το συνεχές κήρυγμα για άμεση δράση και αυτοδιεύθυνση στους κόλπους των συνδικάτων έχει αποτύχει όσον αφορά τους επαναστατικούς στόχους του όταν, περιορισμένο σε μια στείρα συνδικαλιστική μέθοδο και έχοντας απολέσει το εναλλακτικό, δηλαδή το ελευθεριακό περιεχόμενό του, ήρθε σε σύγκρουση με προτάσεις αγώνα που υποστηρίχθηκαν μέσω οργανικών πολιτικών προγραμμάτων ή όταν ήρθε σε σύγκρουση με το ξεκάθαρο και απλό γεγονός ότι οι κυρίαρχες τάξεις ήταν σε θέση να αναλάβουν αυτά θεωρούντο έως τότε κενές μεθοδολογίες οι οποίες συχνά περιορίζονταν στον καθαρό εξτρεμισμό. Αυτή η κατάρρευση έχει συμπαρασύρει από τότε ΄και ελευθεριακές μεθόδους μαζί της, μεθόδους οι οποίες φαίνονταν συχνά να είναι μεν θαυμάσιες, αλλά που, όμως, δεν περιείχαν έναν πρακτικό ιστορικό σύνδεσμο με την όλη κατάσταση ή γενικές προοπτικές.

Από την άλλη πλευρά, υπάρχει ο δεύτερος τύπος λάθους που είναι πραγματικά το αντίθετο του πρώτου και που δηλώνει ότι μόνο οι αναρχικοί μπορούν να παλέψουν ως επαναστάτες προλετάριοι και ότι, επομένως, η μόνη σωστή μορφή ένωσης είναι αυτή που αποτελείται από τους ανθρώπους που έχουν πλήρη επίγνωση της ελευθεριακής κοινωνικής επανάστασης.

Η σύλληψη αυτή παράγει απομονωτικές θέσεις και αποστειρωμένη πρωτοπορία. Η απομόνωση προέρχεται από το ξεκάθαρο και απλό γεγονός ότι δεν έχει συμβεί ποτέ το προλεταριάτο να γίνει πρώτα αναρχικό κομμουνιστικό προτού μπορέσει να κινηθεί ενάντια στο κεφάλαιο και να το αποδυναμώσει, να επιτεθεί σε αυτό και (κατά περιόδους) να προτείνει μια ελευθεριακή εναλλακτική λύση. Το να περιμένει αυτήν την κατάσταση, επομένως, σημαίνει ότι καταδικάζεται στην απομόνωση. Σαφώς, κατ’ αυτό τον τρόπο υπάρχει ένας μεγάλος κίνδυνος ανάπτυξης πρωτοπορίας: η λογική αντίδραση εκείνων οι οποίοι έχουν απομονωθεί από τις μάζες, αναμένοντας να αποτελέσουν γι� αυτές το μοντέλο.

Δεν είναι τυχαίο το ότι ο «αυθορμητισμός» και η «ιδεοληψία» μολονότι δείχνουν τεράστιο ενδιαφέρον για τις μαζικές οργανώσεις και οι δύο καταλήγουν στο να συντρίβουν αυτές τις ίδιες μαζικές οργανώσεις αναγκάζοντάς τις σε ρόλους που τους επιβάλλουν σ� αυτές και χωρίς αυτές. Ο αυθορμητισμός υποστηρίζει ότι όλες οι εκδηλώσεις και τα γεγονότα που είναι θεμελιώδη για την επαναστατική διαδικασία (αυτά δηλαδή που συνδέονται φυσιολογικά με το πρόβλημα της επανάστασης) είναι επαναστατικά από μόνες τους. Η ιδεοληψία, αφ’ ετέρου, προσδοκά αυτές τις εκδηλώσεις και τα γεγονότα να αυτοχρησθούν επαναστατικά πριν ακόμη εγκαθιδρυθεί η ανάγκη αυτή σταδιακά και μέσω της πρακτικής. Ο αυθορμητισμός αποτρέπει το ζήτημα της αντιμετώπισης της σταθεροποίησης της επαναστατικής συνείδησης των μαζικών οργανώσεων με ένα σοβαρό τρόπο. Η ιδεοληψία αποτρέπει τις μαζικές οργανώσεις από το να εκπληρώσουν το έργο τους που είναι η ενοποίηση του προλεταριάτου και της βαθμιαίας ανάπτυξής του μέσω του αγώνα, κάτι που είναι απαραίτητο για τη μετάβαση στον αναρχικό κομμουνισμό.

ΠΡΟΣ MIA ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ

Η βασική ιστορική ανάγκη των μαζικών οργανώσεων για μια ελευθεριακή κοινωνική επανάσταση δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Ούτε μπορούν να αμφισβητηθούν οι κίνδυνοι που συνδέονται με το μαζικό αγώνα. Η συνθήκη ότι οι μαζικές οργανώσεις είναι αυτόνομες εγγυάται τη δυνατότητα ότι θα είναι οι μάζες οι ίδιες και μόνο αυτές οι οποίες πραγματοποιούν την αναρχική κομμουνιστική επανάσταση. Εντούτοις, αυτό καθιστά πιθανό για την επανάσταση να υποστεί σοβαρές ήττες.

Η κατάσταση αυτή δεν είναι απέλπιδα: η δύναμή της είναι η αδυναμία της. Έχει γίνει ένας πλούσιος διάλογος σχετικά με το θέμα αυτό μέσα στο αναρχικό κίνημα � διάλογος ο οποίος συχνά ήταν βίαιος αλλά, πάνω απ� όλα, ήταν ανοικτός. Στην πραγματικότητα, η λύση δεν μπορεί να βρεθεί μόνο ή πάνω απ� όλα από το κίνημα των πολιτικών αγωνιστών. Πρέπει να το γνωρίζουμε πολύ καλά αυτό. Κάθε φορά που εξακριβώνεται η ανάγκη για μια μαζική ελευθεριακή οργάνωση, μια οργάνωση που να μπορεί να γεννήσει μια πρακτική επαναστατική διαδικασία που να οδηγήσει έξω από την ύπαρξη εκμετάλλευσης και εκμεταλλευόμενων, το γεγονός ότι ο συνδικαλισμός δεν είναι απαραιτήτως επαναστατικός καταδείχθηκε κατ’ επανάληψη. Πολλοί σύντροφοι έχουν προσπαθήσει να καταδείξουν ότι τα συνδικάτα είναι είτε μεταρρυθμιστικά είτε επαναστατικά. Πολλοί σύντροφοι θεωρούν ότι η σωστή λύση βρίσκεται σε κάποιο απ� αυτά τα δύο θεωρητικά συμπεράσματα.

Πιστεύουμε ότι είναι βασικά λανθασμένο να δεχτούμε αυτή τη γραμμή σκέψης – για να ξεχωρίσουμε κάποιες αυστηρές κατηγορίες κινδύνων, δυνατοτήτων και πιθανών τάσεων. Είναι μια συνταγή του πώς να οπισθοχωρήσουμε στον αυθορμητισμό και την ιδεοληψία. Προσπαθούμε να είμαστε σαφής, για να μπορέσουμε να δεχτούμε τα σύνθετα, μη κατηγορηματικά γεγονότα έτσι όπως είναι. Προσπαθούμε, με άλλα λόγια, να βασιστούμε σε βεβαιότητες και είναι πάνω στις βεβαιότητες αυτές που πρέπει να χτίσουμε, στο μέτρο που εξαρτάται από μας. Πρέπει να είμαστε έτοιμοι για να δεχτούμε νέες, πιο προηγμένες έννοιες.

ΟΙ ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΕΣ ΣΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΤΗΡΙΧΤΟΥΜΕ

Αντίθετα με τις πολιτικές οργανώσεις, οι μαζικές οργανώσεις δεν είναι βασισμένες σε μια επίκτητη συνείδηση ούτε και επιδιώκουν ρητά να προωθήσουν μια τέτοια συνείδηση. Είναι βασισμένες στις άμεσες και αντικειμενικές υλικές βάσεις που ξυπνούν τις αναμφισβήτητες φυσικές ανάγκες. Συνεπώς, τα μέλη των μαζικών οργανώσεων ζουν την κατάσταση αυτή για την οποία οργανώθηκαν σε αυτές. Ο οικονομικός ρόλος τους είναι η βάση πάνω στην οποία μπορούν να συνεργασθούν και, δεδομένου ότι η εκμετάλλευση αποκαλύπτει κάθε είδος ανικανοποίητων αναγκών (αλλοτρίωση), συνεργάζονται για να ικανοποιήσουν αυτές τις ανάγκες όσο καλύτερα μπορούν. Η βάση αυτή αποτελεί την αφετηρία, τη βάση για ταξική αυτονομία των μαζικών οργανώσεων. Αλλά προκειμένου να αναπτυχθεί, η αυτονομία αυτή πρέπει να προβληθεί μέσω της δράσης και σύμφωνα με τις πραγματικές δυνατότητες αυτών των οργανώσεων. Εάν θέλουμε, μπορούμε να χωρίσουμε την κατάσταση αυτή σε δύο κατηγορίες: στον οικονομικό αγώνα και στην πολιτική ανάπτυξη.

Ο οικονομικός αγώνας αφορά κάθε δραστηριότητα που έχει αναληφθεί με σκοπό να αποκτηθούν οι καλύτεροι υλικοί όροι για τους εργαζόμενους και να τεθούν υπό διαχείριση οι οικονομικοί μηχανισμοί μετά από την καταστροφή της κεντρικής εξουσίας. Η πολιτική ανάπτυξη απαιτείται για να καταστήσει συνειδητούς τους εργαζόμενους, μέσω του οικονομικού αγώνα, όσον αφορά την ταξική πάλη, τις δυνατότητες και ανάγκες της κοινωνικής επανάστασης και να τους επιτρέψει αργότερα να οικοδομήσουν συνειδητά τη νέα κοινωνία.

Σαφώς και ο οικονομικός αγώνας και η πολιτική ανάπτυξη είναι τόσο στενά συνδεδεμένα, ακολουθώντας τις πρώτες ενέργειες οικονομικής άμυνας που γεννιούνται από τις ανάγκες της τρέχουσας κατάστασης που ενοποιούνται ακόμα και με βάση μια μίνιμουμ θέληση για να υπερασπισθεί κάποιος, που μπορούν να αλληλοϋποστηριχθούν και να συντηρηθούν μεταξύ τους αμοιβαία. Η αυτονομία διαδραματίζει θεμελιώδη ρόλο, δεδομένου ότι οι εργαζόμενοι πρέπει να είναι σε θέση να αναπτύξουν μια σαφή επίγνωση όσον αφορά το πώς η βασική εκμετάλλευση αποτελεί μέρος της κοινωνικής κυριαρχίας και πρέπει, επίσης, να είναι σε θέση να αναπτύξουν ελεύθερα την ανάγκη για την ισότητα και τη ριζική αλλαγή που θα εμφανιστούν ως οι μόνες οριστικές λύσεις στο πρόβλημα της εκμετάλλευσης. Δεν υπάρχει κανένας λόγος για τους εκμεταλλευόμενους να συνεργάζονται εάν δεν υπάρχει καμία δυνατότητα πλήρους ανάπτυξης του αγώνα εναντίον της εκμετάλλευσης � ένας αγώνας που θα εξαφανίσει τις εκμεταλλευτικές κοινωνικές σχέσεις. Οι κυρίαρχες τάξεις ίσως δεχτούν όλα αυτά δεδομένου ότι, ναι μεν, συμβαδίζουν με την υπεράσπιση των εργατικών δικαιωμάτων, αλλά δεν θα δεχτούν την ανάπτυξη αυτού του αγώνα και την τάση του να εξαλείψει την πρωταρχική ανάγκη γι� αυτήν την υπεράσπιση.

Η αυτονομία είναι συγχρόνως μέθοδος και περιεχόμενο. Μέθοδος επειδή μπορεί να παράγει το αυτόνομο ταξικό περιεχόμενο και περιεχόμενο επειδή αποτελεί το σταθερό προϊόν των επεξεργασιών ανάμεσα στους ίδιους τους εργαζόμενους. Πρέπει να ειπωθεί ότι η αυτονομία ως βάση είναι απαραίτητη για την επαναστατική ανάπτυξη των μαζικών οργανώσεων, για την κατάργηση της εκμετάλλευσης και της ανάπτυξης των εξισωτικών κοινωνικών σχέσεων.

Πολλοί σύντροφοι και οργανώσεις έχουν προσπαθήσει να καθορίσουν την αυτονομία των μαζικών οργανώσεων από την άποψη της καθαρής μεθόδου ή του καθαρού περιεχομένου. Κάνοντας αυτό, όταν πρόκειται για την πρώτη περίπτωση, δεν μπορούν να εξηγήσουν το λόγο για τον οποίο οι μέθοδοι αυτονομίας είναι απαραίτητες και θεμελιώδεις για την επανάσταση στο μαζικό αγώνα, και εκείνοι που το ξεχνούν αυτό υποβιβάζουν συχνά αυτήν την έννοια στο επίπεδο ενός ξεκάθαρου εξτρεμισμού. Στη δεύτερη περίπτωση, από την άλλη πλευρά, το πρόβλημα της συνέπειας ανάμεσα στα μέσα και τους σκοπούς δεν λαμβάνεται υπόψη και καταλήγουμε στην ανοργανωσιά του μαζικού αγώνα από τα διάφορα εξουσιαστικά προγράμματα, και έτσι σταματούν οι αυτόνομες ενέργειες των εργαζόμενων για την οικοδόμηση ενός αυτόνομου εργατικού προγράμματος. Και αυτό το πρόγραμμα είναι ο κύριος στόχος, σύμφωνα με την αναρχική κομμουνιστική άποψη.

Η αυτονομία δεν είναι ένα περιεχόμενο που συνδέεται με ορισμένους συγκεκριμένους στόχους, αλλά είναι η ιστορική σημασία της επαναστατικής δράσης των εργαζομένων.

Η σπουδαιότητα της αυτονομίας των μαζικών οργανώσεων είναι ότι οι μάζες μπορούν να μάθουν να οικοδομήσουν ένα επαναστατικό πρόγραμμα μόνο εάν έχουν την πλήρη ελευθερία να θέσουν τους στόχους του αγώνα τους σε δράση, να τους επιλέξουν και να τους αξιολογήσουν για τον εαυτό τους και χωρίς επιβολή από εξωτερικές δυνάμεις. Στο σύστημα της κοινωνικής κυριαρχίας αυτή η ελευθερία σημαίνει ότι τα μόνα εμπόδια στη μαζική δράση πρέπει να εμφανίζονται και να προσβληθούν από τις ίδιες τις μάζες ως παράγοντες σύγκρουσης, ως όπλα του ταξικού εχθρού, ως προϊόντα της ταξικής κοινωνίας. Είναι εξαιρετικά επικίνδυνο να ριζώσει η ιδέα ότι υπάρχει κάποιος που ξέρει περισσότερα από τους άλλους, που μπορεί να αναγκάσει τον αγώνα να εγκαταλειφθεί ή να καθοδηγηθεί με έναν συγκεκριμένο τρόπο, με δικαιολογίες τις οποίες η μεγάλη πλειοψηφία των μαζών δεν μπορεί να καταλάβει. Το μονοπάτι αυτό εισάγει την «αντικειμενική» υπεροχή που πρέπει να γίνει σεβαστή, όχι επειδή δεν υπάρχει η απαιτούμενη θέληση ή η καθαρότητα που θα την καταστρέψει, αλλά για μη κατανοητούς και διαστρεφόμενους λόγους. Πρέπει πάντα να είναι σαφές ότι ο δρόμος προς την κοινωνική χειραφέτηση είναι σπαρμένος με εμπόδια και όχι σοφίσματα και ότι είτε εμείς παραμερίζουμε τα εμπόδια αυτά είτε αυτά μας σταματούν.

Μαζί με αυτή την πορεία της αυτονομίας μπορούν να γεννηθούν και τα αυτόνομα προγράμματα. Συνεπώς, οι μαζικές οργανώσεις πρέπει να είναι ικανές να διαμορφώνουν τους στόχους τους και τις απαραίτητες μεθόδους αγώνα βασιζόμενες στις ανάγκες και στη συνείδηση των φυσικών τους μελών. Επιπλέον, πρέπει να είναι σε θέση να αξιολογούν οποιαδήποτε δράση βασιζόμενες στα ίδια κριτήρια.

Ιστορικά μιλώντας, όταν διαμορφώθηκαν οι κύριες ιδέες του αναρχικού κομμουνισμού ήταν επειδή υπήρξαν μαζικές οργανώσεις που είχαν αυτές τις δυνατότητες τέτοιας δράσης. Δράση η οποία, στη συνέχεια, μπορεί να καταστήσει το προλεταριάτο συνειδητό του ότι είναι η μόνη τάξη που φέρει μέσα της τους σπόρους της κοινωνικής επανάστασης.

Η αυτονομία είναι επομένως παράγοντας της ελευθερίας των μαζών και ως τέτοιος δεν παρέχει την απαραίτητη εγγύηση ότι θα παραμείνει έτσι υπό αυτή τη μορφή ή ότι θα οδηγήσει στην κοινωνική επανάσταση. Η ελευθερία δεν γνωρίζει καμία εξωτερική επιβολή. Η άσκηση της αυτονομίας στις μαζικές οργανώσεις δεν έχει κανέναν αλάθητο εξωτερικό φύλακα άγγελο. Επομένως, στο ίδιο μέτρο στο οποίο η αυτονομία μπορεί να ανοίξει το δρόμο στην κοινωνική επανάσταση, απελευθερώνεται η ίδια από οποιαδήποτε αναπόφευκτη επαναστατική μοίρα. Για τους αναρχικούς κομμουνιστές δεν μπορεί να υπάρξει καμία εναλλακτική λύση σε αυτό. Ακριβώς όπως οι μεταρρυθμιστές δεν πρέπει να επιβάλουν αστικές συμβατότητες στις μαζικές οργανώσεις ούτε και οι επαναστάτες δεν πρέπει να επιθυμήσουν ή να είναι σε θέση να επιβάλουν τα επαναστατικά τους προγράμματά. Αλλά έχουμε ένα πλεονέκτημα σε σχέση με τους αντεπαναστάτες: το ότι η ανάπτυξη και άσκηση της αυτονομίας των μαζικών οργανώσεων έχει αποτελούσε πάντα έναν τρομερό επαναστατικό παράγοντα. Δεν το φοβόμαστε, το υποστηρίζουμε.

H ΛΕΙΤΟΥΡΓΙA ΤΩΝ ΜΑΖΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ

Εμείς οι αναρχικοί κομμουνιστές εξετάζουμε τις μαζικές οργανώσεις κάτω από ένα πολύ ευρύτερο και πιο σύνθετο επίπεδο απ� ό,τι οι δυνάμεις της διαταξικότητας και της κοινωνικής δημοκρατίας. Δεχόμαστε τέσσερις θεμελιώδεις ιστορικές λειτουργίες για τις μαζικές οργανώσεις που βασίζονται στην αυτονομία:

1.

υπεράσπιση και συντήρηση μέσα στους κόλπους της ταξικής κοινωνίας,
2.

υλικές επιθέσεις ενάντια στην εκμετάλλευση,
3.

οικοδόμηση μιας εναλλακτικής διαχείρισης της κοινωνίας,
4.

ανάπτυξη της ελευθεριακής επαναστατικής συνείδησης.

Υπεράσπιση και συντήρηση μέσα στους κόλπους της ταξικής κοινωνίας

Η πρώτιστη ανάγκη για τους εκμεταλλευόμενους είναι να υπερασπιστούν τον εαυτό τους από την εκμετάλλευση που κατατρώγει σταδιακά τα ζωτικά τους μέρη και προσπαθεί να τους δέσει πιο σφιχτά στο άρμα της ακόμα και με περισσότερο εκλεπτυσμένους τρόπους όσον αφορά τις οικονομικές ανάγκες της κυρίαρχης τάξης. Η σωστή ανάπτυξη της μαζικής οργάνωσης βασίζεται στην πρώτη αυτή λειτουργία της υπεράσπισης της εργασίας. Από αυστηρά οικονομική άποψη, είναι θέμα των υλικών όπλων που χρησιμοποιεί η κυρίαρχη τάξη ενάντια στους εργαζόμενους. Η βάση στην οποία ένας ή περισσότεροι εκμεταλλευόμενοι εργαζόμενοι καθορίζουν το δρόμο του κοινωνικού αγώνα μπορεί μόνο να είναι η υπεράσπιση από την αυξανόμενη αλλοτρίωση που προκαλείται από την εκμετάλλευση. Από την άλλη πλευρά, από τη στιγμή που μια τάξη κατέχει την εξουσία, οι μαζικές οργανώσεις πρέπει να είναι σε θέση να υπερασπίσουν επιτυχώς την εργασία τους προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι η εργατική τάξη δεν υποκύπτει από μια υλική επίθεση στη στιγμή κατά την οποία η ταξική πάλη γίνεται πιο πολιτική. Μπορούμε αληθινά να πούμε τότε, ότι μέσα στην ταξική κοινωνία η υπεράσπιση της εργασίας είναι η βάση στην οποία συγκροτήθηκαν οι μαζικές οργανώσεις. Και είναι σε αυτή τη φάση που η ανάγκη για την αυτονομία γίνεται πολύ πιο ξεκάθαρη.

Για να είμαστε σε θέση να αποφασίσουμε από τι και πώς πρέπει να υπερασπιστούμε, είναι ουσιαστικό:

*

να είμαστε αντικείμενα των ίδιων πραγμάτων από τα οποία υπερασπιζόμαστε
*

να γνωρίζουμε και να κατανοούμε τους τρόπους με τους οποίους αυτά τα πράγματα δημιουργούν την αλλοτρίωση
*

να επιλέγουμε μαζί με τον τρόπο και τις σημαντικότερες γραμμές υπεράσπισης
*

να γνωρίζουμε άμεσα τι πρέπει να υιοθετηθεί απολύτως και τι να εγκαταλειφτεί
*

να γνωρίζουμε πραγματικά τον εχθρό μας, τα όπλα του, τη δύναμή του και τις αδυναμίες του
*

να γνωρίζουμε τη δύναμή μας και να είμαστε πρόθυμοι να την χρησιμοποιήσουμε.

Τις προϋποθέσεις αυτές τις κατέχουν μόνο τα μέλη της εκμεταλλευόμενης τάξης. Αυτοί είναι οι μόνοι που μπορούν να τις αναπτύξουν και να τις χρησιμοποιήσουν σωστά. Κανείς δεν γνωρίζει για την αλλοτρίωση εκτός εάν έχει εμπειρία από αυτήν.

Το να γνωρίζει κάποιος την αλλοτρίωση από μια κάποια απόσταση δεν σημαίνει τίποτα. Η αλλοτρίωση δεν μπορεί να υπάρξει εάν το άτομο δεν είναι απαραίτητο να ζήσει μ� αυτήν και να αντιδράσει σ� αυτήν (θετικά ή αρνητικά, διανοητικά ή φυσικά) και επομένως να συμβάλει στον προσδιορισμό του.

Εκείνοι που αντιλαμβάνονται μόνο την κοινωνική αλλοτρίωση της εκμεταλλευόμενης τάξης μπορούν μόνο να έχουν μια στάση αλληλεγγύης προς αυτούς (κάτι που μπορεί να είναι χρήσιμο και ειλικρινές), αλλά δεν μπορούν ποτέ να αντικαταστήσουν το προλεταριάτο στην αλλοτρίωσή τους ούτε να αποφασίσουν πόσο καλύτερα μπορούν να το υπερασπιστούν. Ακόμα και όταν ο αγώνας γίνεται πολιτικός, δεν υπάρχει κανένας μηχανισμός από τον οποίο η αλλοτρίωση να γίνεται αισθητή από τους μη εργαζομένους � ο αγώνας πολιτικοποιείται μόνο λόγω της ποιότητάς του κατά της αλλοτρίωσης. Επομένως, η αλλοτρίωση είναι κάτι που ενδιαφέρει μόνο την εκμεταλλευόμενη τάξη και μόνο αυτή είναι που μπορεί να αντιδράσει σε αυτήν. Αυτό καταδεικνύεται επίσης από την πραγματικότητα. Για το λόγο αυτό, δεν ενεργούμε επειδή υπάρχει η ευκαιρία να γίνει κάτι τέτοιο, αλλά επειδή είναι καλύτερο για τους εργαζομένους να υπερασπίσουν οι ίδιοι τον εαυτό τους από την εκμετάλλευση και επειδή αυτή η άποψη περιέχει επίσης τη δυνατότητα ότι είναι οι ίδιοι οι εργαζόμενοι που αγωνίζονται και αποφασίζουν. Η ανάλυσή μας αυτή μας αναγκάζει να πούμε ότι οι εκμεταλλευόμενοι είναι οι μόνοι που μπορούν να παλέψουν ενάντια στην εκμετάλλευση. Πρέπει επίσης να συμπεράνουμε ότι η εκμεταλλευόμενη τάξη είναι μοναδική. Καθένας που δεν είναι αντικείμενο εκμετάλλευσης μπορεί μόνο να εκφράσει την αλληλεγγύη του.

Υλικές επιθέσεις ενάντια στην εκμετάλλευση

Η υλική επίθεση ενάντια στην εκμετάλλευση αφορά, πρώτα απ’ όλα, την ανάλυση που γίνεται στο προηγούμενο τμήμα. Ορισμένες σημαντικές εκτιμήσεις πρέπει να ακολουθήσουν. Για τους αναρχικούς κομμουνιστές η μόνη διαδικασία μέσω της οποίας το προλεταριάτο αποδυναμώνει και καταστρέφει τους μηχανισμούς της ταξικής κοινωνίας είναι αυτή που συμβαίνει εκεί όπου ασκείται η εκμετάλλευση. Οι δραστηριότητες που μπορούν να αμβλύνουν τα όπλα της εκμετάλλευσης καθώς και της δομής που την υποστηρίζει μπορούν μόνο να πραγματοποιηθούν στο χώρο εκείνο όπου η αλλοτρίωση προκαλείται από την εργασία και τη δημιουργία της υπεραξίας. Οι μόνες οργανώσεις που μπορούν να επιφέρουν αυτήν την επίθεση είναι οι μαζικές οργανώσεις.

Και υπάρχει επίσης ένας άλλος παράγοντας που παρέχει μια σταθερότητα σε αυτό που έχει ειπωθεί ήδη εδώ: εάν η επίθεση ενάντια στην εκμετάλλευση πραγματοποιείται από την ίδια την εκμεταλλευόμενη τάξη, αυτό μας δίνει μια ισχυρή εγγύηση μιας παράλληλης αύξησης της συνείδησής της (της εκμεταλλευόμενης τάξης) δεδομένου ότι μόλις καταλάβει την ανάγκη να επιτεθεί, θα έχει ήδη μια στερεά βάση στην οποία θα αναπτύξει ένα νέο επίπεδο επαναστατικής συνείδησης.

Oικοδόμηση μιας εναλλακτικής διαχείρισης της κοινωνίας

Οι μαζικές οργανώσεις πρέπει να είναι σε θέση να χτίσουν τις νέες δομές για την επαναστατική διαχείριση της κοινωνίας. Κυρίως, αυτό σημαίνει τρία πράγματα:

*

την ανάγκη για μια τριχοειδή επέκταση των μαζικών οργανώσεων
*

την ανάγκη αυτές οι οργανώσεις να είναι σε θέση να αποκτήσουν βαθμιαία τις προοπτικές και τη δυνατότητα ελέγχου και διαχείρισης όλων των κοινωνικών δομών
*

το προλεταριάτο να πάρει την ευθύνη διαχείρισης της κοινωνίας με άμεσα δημοκρατικά μέσα.

Η διαχείριση που βασίζεται στις μαζικές οργανώσεις δεν είναι το απατηλό όνειρο κάποιου μυαλού, αλλά μια πρακτική ένδειξη των μεγάλων προλεταριακών επαναστατικών αγώνων.

Αυτό που ειπώθηκε παραπάνω όσον αφορά την υπεράσπιση της εργασίας και την επίθεσης έχει τον ακριβή στόχο να καταστήσει δυνατό για τις μαζικές οργανώσεις να μετασχηματιστούν από συνδικαλιστικές οργανώσεις που αφιερώνονται στον εργατικό αγώνα σε οργανώσεις που μπορούν να αποτελέσουν την εστία της επαναστατικής διαδικασίας. Αυτή η σύνδεση καταδεικνύει για άλλη μια φορά, το γεγονός ότι δεν οδηγούμαστε από καιροσκοπικά κίνητρα όταν δηλώνουμε ότι ο εργατικός αγώνας πρέπει να βασιστεί στην άμεση δράση και τις άμεσες διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Αυτή η μέθοδος αγώνα – που είναι απαραίτητη ιδίω δικαιώματι – γίνεται επίσης ένας σκοπός και ένα εναλλακτικό περιεχόμενο σε μια στιγμή κατά την οποία το προλεταριάτο αρχίζει να χρησιμοποιεί τις μαζικές οργανώσεις για να χτίσει τη νέα κοινωνία και καθιστά δυνατό για όλους τους εργαζομένους να συμμετέχουν στη λήψη των αποφάσεων. Αυτή η προοπτική, εντούτοις, δημιουργεί μερικά μεγάλα προβλήματα στον πρακτικό τομέα. Η εγγύηση της δυνατότητας για μια αυτόνομη πολιτική ανάπτυξη συνδέεται με την ανάγκη και για την πολιτική ανάπτυξη. Εάν πάμε στην καρδιά του ζητήματος, θα ανακαλύψουμε, εντούτοις, ότι δεν αρκεί να συνεχίσουμε μόνο με τη λογική του αγώνα μέσω ενός εργατικού συνδικάτου για να φθάσουμε ομαλά στην επαναστατική διαχείριση της κοινωνίας από τις μαζικές οργανώσεις. Εφ’ όσον είμαστε σε μια φάση μιας πολύ καλά δομημένης και κυρίαρχης ταξικής κοινωνίας μπορούμε άμεσα να βεβαιώσουμε στην πράξη μόνο μια σύνδεση: αυτή μεταξύ του εκμεταλλευόμενου και του φυσικού πρωταγωνιστή του αγώνα κατά της εκμετάλλευσης. Είναι μια κατάσταση που οδηγεί από μόνη της στην άμεση παρατήρηση και την επαλήθευση σε μια φάση που προηγείται μιας μελλοντικής επαναστατικής μετάβασης. Επιπλέον, τα προβλήματα του εργατικού αγώνα απαιτούν έναν ορισμένο τύπο μαζικής οργάνωσης, προ πάντων βασισμένο σε εκμεταλλευτική. Αντί αυτού, όταν κινούμαστε από τον αγώνα ενάντια στην εκμετάλλευση προς την κατασκευή των νέων κοινωνικών δομών, πιστεύουμε ότι πρέπει να γίνει ένα τεράστιο βήμα. Ένα βήμα για το οποίο ψάχνουμε μόνο επειδή το προλεταριάτο το έχει κάνει αυτό στην ιστορία του.

Με άλλα λόγια, ξέρουμε ότι είναι απαραίτητο ότι εάν η κοινωνική επανάσταση πρόκειται να πραγματοποιηθεί, πρέπει επίσης να ξέρουμε ότι αυτό απαιτεί ένα τεράστιο άλμα στην πολιτική συνείδηση και τη λειτουργική ικανότητα των μαζικών οργανώσεων.

Υπάρχει ένας μεγάλος κίνδυνος ότι οι μαζικές οργανώσεις αποδυναμώνουν την ταξική κοινωνία στα όριά της, απογυμνώνοντάς την από την εξουσία της, αλλά θα είναι ανίκανες έπειτα να αναδημιουργήσουν την κοινωνία με την απαραίτητη σαφήνεια και δυνατότητα. Εάν αυτό επρόκειτο να συμβεί, το επαναστατικό κίνημα θα γευόταν βαριές ήττες. Είναι, επομένως, ουσιαστικό να αναλυθεί πώς μπορούν οι μαζικές οργανώσεις να φθάσουν στη στιγμή της επανάστασης και να είναι σε θέση να ασχοληθούν επιτυχώς με αυτήν. Από την άλλη πλευρά, πρέπει να σημειωθεί ότι το προλεταριάτο, στις μεγαλύτερες απόπειρές του στην επανάσταση, ήταν σε θέση να κάνει αυτό το μεγάλο άλμα. Απαίτησε μια αλλαγή από μαζικές οργανώσεις που έχουν ως στόχο παραχωρήσεις από την κυρίαρχη κεντρική εξουσία σε μαζικές οργανώσεις οι οποίες αποτέλεσαν οι ίδιες μορφές εξουσίας (ή μη-εξουσίας, εάν προτιμά κάποιος) που ήταν διαφορετικές από εκείνες των εκμεταλλευτών, όσον αφορά την καταστολή της εξουσίας (τουλάχιστον δυνητικά). ’λλες σημαντικές στιγμές παρέχουν επίσης τα πολύτιμα μαθήματα – τα «Δύο Κόκκινα Χρόνια» (1919-20) στην Ιταλία, η εμπειρία στη Χιλή στα δεκαετία του �70 και στην Πορτογαλία το 1974.

Τα «Δύο Κόκκινα Χρόνια» στην Ιταλία φόβισαν την αστική τάξη, δεδομένου ότι το προλεταριάτο οργανώθηκε άμεσα από τα κάτω και αυτορυθμίστηκε, δημιουργώντας αμέσως μια εναλλακτική δομή παραγωγής. Η κυβέρνηση είχε δεχτεί ότι το προλεταριάτο αντιπροσωπεύεται από ένα κόμμα (ή πολλά άλλα κόμματα), αλλά δεν θα μπορούσε να δεχτεί ότι αντιπροσωπεύθηκε από μόνο του. Η απάντηση που δόθηκε στις μαζικές οργανώσεις από τις δυνάμεις της αντεπανάστασης ήταν σαφής και ενδεικτική: θα αμφισβητούνταν τα όργανα της αυτονομίας και της λειτουργίας τους. Θα αμφισβητείτο οποιαδήποτε πολιτική λειτουργία και όλες οι δυνάμεις και οι πληροφορίες λήψης αποφάσεων, από το γάντζο ή από τον απατεώνα, θα μεταφέρονταν σε συνδικαλιστές ηγέτες και τους πολιτικούς. Η δραστηριότητα αυτή ήταν κατά πολύ αποτελεσματικότερη, ψαλιδίζοντας τα φτερά του προλεταριάτου.

Γιατί υποστηρίχθηκε, για παράδειγμα, η Unidad Popular (UP) στη Χιλή και γιατί απέτυχε; Έξω και πέρα από αυτό το σοσιαλδημοκρατικό κυβερνητικό συνασπισμό υπήρχαν αυτόνομες δυνάμεις που συνεργάζονταν με την UP μόνο σε ορισμένα ζητήματα. Ολόκληρο το κίνημα των μαζικών οργανώσεων των αγροτών και των εργαζομένων των πόλεων είχε ισχυρές διαφωνίες με την UP και με τις ενώσεις σε ένα κύριο σημείο: εάν η εξουσία πρέπει ή όχι να μεταβιβαστεί στο Κράτος. Αυτή η νέα δύναμη των μαζικών οργανώσεων διέθετε μορφές και περιεχόμενο που δεν θα μπορούσαν να ακολουθηθούν από τον καθένα: όχι από την αστική τάξη που γκρεμιζόταν από την εξουσία ούτε από την UP που διατηρείτο από τους ανθρώπους αλλά που δεν θα μπορούσε να περιμένει τους ανθρώπους να αυτοκυβερνηθούν. Η UP διατήρησε την εξουσία της ακόμα και όταν η αστική τάξη δεν την υποστήριζε πλέον δεδομένου ότι ήταν οι προλεταριακές δύυνάμεισ που την υποστήριζαν. Και όταν η UP έπεσε, αυτό ήταν αποτέλεσμα της προλεταριακής δραστηριότητας που ήταν υπό εξέλιξη, παρά της στρατηγικής της UP.

Η αστική τάξη αντέδρασε επειδή το προλεταριάτο έχτιζε ήδη μια επαναστατική εξουσία που δεν είχε καμία σχέση με την κεντρική εξουσία. Και η αστική τάξη κέρδισε επειδή αυτή η νέα εξουσία – και όχι η UP – δεν ήταν ακόμα αρκετά ισχυρή ώστε να υπερασπίσει τις κατακτήσεις της.

Στην Πορτογαλία, η επαναστατική διαδρομή προς το σοσιαλισμό απέτυχε προτού καν γεννηθεί, και οι λόγοι είναι απλοί: οι δυνάμεις που είχαν συμβάλει στην πτώση του φασισμού δεν είχαν αρκετή σαφήνεια και/ή έτρεφαν απλώς εκτίμηση για την προλεταριακή αυτοδιεύθυνση από τα κάτω. Το προλεταριάτο, όμως από την άλλη πλευρά, είχε αναπτύξει αυτήν την ανάγκη μόνο σε ένα εξαιρετικά πρωτόγονο και «αφελές» επίπεδο. Αφέθηκε στα αντεπαναστατικά κόμματα � θιασώτες της διαταξικότητας και της σοσιαλδημοκρατίας � να σβήνουν τις φωτιές της προλεταριακής αυτονομίας των μαζικών οργανώσεων, έτσι ώστε θα μπορούσαν να «σχιστούν» αφήνοντας κατά μέρος τον κρατικιστικό δρόμο στη «δημοκρατία».

Μπορούμε να δούμε σήμερα σε αυτά τα σαφή παραδείγματα ότι, από τον καιρό της Κομμούνας του Παρισιού μέχρι σήμερα, ο δρόμος προς την επανάσταση περνά μέσω των μαζικών προλεταριακών οργανώσεων και ότι το προλεταριάτο επιλέγει φυσιολογικά αυτόν τον τρόπο καθώς είναι πρακτικά δυνατό. Για να εξάγουμε συμπεράσματα, αποτελεί ιστορικά έγκυρο γεγονός ότι οι μαζικές οργανώσεις στο δρόμο προς την κοινωνική επανάσταση προορίζονται να κάνουν ένα άλμα, να μετακινηθούν από το ζήτημα της αποδοχής ορισμένων πραγμάτων – από τη διαπραγμάτευση, από την πάλη ενάντια στην κεντρική εξουσία, ενάντια σε μια εχθρική κυβέρνηση την οποία οι ίδιες οι οργανώσεις αναγνωρίζουν ως την απόλυτη κυρίαρχη δύναμη � στο ζήτημα της αντικατάστασης αυτής της κυβέρνησης, ώστε να γίνουν αυτές η εξουσία (ή η μη-εξουσία). Κατ’ αυτό τον τρόπο, οι μαζικές οργανώσεις πρέπει να αντιμετωπίσουν αυτήν τη μετάβαση σε όλη το συνειδησιακό πεδίο έτσι ώστε να μπορέσουν να αποκτήσουν τις απαραίτητες λειτουργικές δυνατότητες.

Οι θεμελιώδεις αντικειμενικές ανάγκες είναι:

α) η σταθερότητα των μαζικών οργανώσεων, οι οποίες δεν πρέπει να υποβάλλονται σε μερικούς στόχους, σε κομματικές ντιρεκτίβες ή τη λογική του κράτους,

β) η πλήρης εφαρμογή της άμεσης δημοκρατίας,

γ) οι ομοσπονδιακές σχέσεις μεταξύ των μαζικών οργανώσεων, όσο το δυνατόν λειτουργικές και πλήρως επιχειρησιακές εάν είναι δυνατόν.

Οι υποκειμενικοί όροι που απαιτούνται απαιτούν την προλεταριακή συνείδηση των μαζικών οργανώσεων. Από τη πλευρά μας, πρέπει να κατευθύνουμε την προσοχή μας σε αυτό το πρόβλημα όσον αφορά όλες τις στρατηγικές και την ιστορική τακτική που αναπτύσσουμε, για την πλήρη συνειδητοποίηση της πρωταρχικής ανάγκης αυτού του σημείου. Ένα άλλο ζήτημα προέρχεται από την παρατήρηση της ιστορίας: η σπουδαιότητα των μαζικών οργανώσεων που προετοιμάζονται για μια αντικατάσταση της κρατικής εξουσίας έτσι ώστε να μπορούν να προχωρήσουν παραπέρα, έχοντας ήδη προετοιμάσει τι να κάνουν και πώς να υπερασπίσουν τους εαυτούς τους. Με άλλα λόγια, να προετοιμάσουν την ικανότητά τους για μια εναλλακτική διαχείριση της κοινωνίας και τη φυσική αυτοάμυνα. Αυτό σημαίνει την προετοιμασία εκ των προτέρων (αν όχι, τουλάχιστον τη γρήγορη προετοιμασία) όλων εκείνων των λειτουργιών που απαιτούνται για να διαδραματίσουν έναν πολύ πιο σημαντικό ρόλο και να τον υπερασπίσουν από τους εχθρούς. Να γνωστοποιήσουν τα σχέδιά τους αυτά σε πιθανούς συμμάχους. Αυτό το γεγονός είναι αποτέλεσμα απλώς της ιστορίας, προπάντων από τις σημαντικότερες στιγμές των κινημάτων της δεκαετίας του ’70, τα οποία θα δούμε επίσης ότι συμφωνούν με τα θεωρητικά μας συμπεράσματα.

Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΚΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ

Ως συνέπεια των όσων είπαμε ανωτέρω καθώς και της θεωρίας μας, είμαστε υποχρεωμένοι, επίσης, να θεωρήσουμε τις μαζικές οργανώσεις, πάνω απ� όλα, ως όργανα όπου μπορεί να διευρυνθεί η πολιτική συνείδηση του προλεταριάτου.

Πώς διευρύνεται αυτή η πολιτική συνείδηση; Ξέρουμε ότι δεν υπάρχει καμία αυτόματη συσκευή για να μετακινηθούμε από την υπεράσπιση της εργασίας προς μια συνειδησιακή ανάπτυξη της ελευθεριακής κοινωνικής επανάστασης. Ξέρουμε επίσης, ότι εάν κάποιος δεν υφίσταται την εκμετάλλευση, είναι αδύνατο να αρχίσει αυτή η διαδικασία η οποία (αρχίζοντας από την υπεράσπιση της εργασίας) μπορεί να φθάσει σε αυτή του επαναστατικού αγώνα. Επομένως, πρέπει να λάβουμε υπόψη αυτά τα δύο σημεία.

Υπάρχουν τρεις επακόλουθες γραμμές δράσης: α) η δράση και οι στοιχειώδεις στόχοι των μαζικών οργανώσεων, β) ο εμπλουτισμός των αυτόνομων πολιτικών χαρακτηριστικών των μαζικών οργανώσεων και γ) η δράση των πολιτικών οργανώσεων μέσω των μελών τους που είναι τα φυσικά μέλη των μαζικών αυτών οργανώσεων και επίσης μέσω της σαφούς πολιτικής προπαγάνδας.

α) Στους στοιχειώδεις στόχους και στο στοιχειώδη ρόλο της μαζικής οργάνωσης, οι πρώτοι αντικειμενικοί παράγοντες της πολιτικής ανάπτυξης υπάρχουν ήδη στα μέλη της. Αυτό είναι ένα πρώτο πολύ σημαντικό σημείο και αυτό που χαρακτηρίζει τις ενέργειες των μελών της οργάνωσης, αρχίζοντας με τις απλούστερες αποφάσεις. Αυτό συμβαίνει με τα βασικά σημεία των ανοικτών συνελεύσεων, της άμεσης δημοκρατίας, του ομοσπονδισμού, της πρακτικής της ελεύθερης συζήτησης και της πρακτικής παρατήρησης, όσον αφορά τη λειτουργία. Αντίθετα, όταν πρόκειται για τους στόχους, είναι ένα θέμα υπεράσπισης και φυσικής επιβεβαίωσης από το μόνο ενδιαφερόμενο, την εκμεταλλευόμενης τάξης, και της συνολικής της χειραφέτησης από την επιβληθείσα εκμετάλλευση και την εξουσία.

Β) Καθώς οι μαζικές οργανώσεις αποκτούν πολιτική εμπειρία, ανακύπτουν περιπτώσεις πολιτικής αξιολόγησης κάτι που γίνεται έπειτα μέρος της κληρονομιάς των μαζικών οργανώσεων, με τα ισχυρά στοιχεία της αυτονομίας.

Αυτή η πολιτική κληρονομιά πρέπει (υπό το φως της πρακτικής) να διευκρινίσει το ρόλο των δυνάμεων της αντεπανάστασης (διαταξικότητα, σοσιαλδημοκρατία και συνδικαλισμός) και της ανάγκης για ένα αυτόνομο μέτωπο των μαζών που να έχει αυτά τα χαρακτηριστικά τα οποία είναι ουσιαστικά για να προωθήσουν την όλη διαδικασία, ενώ με βάση την εμπειρία πρέπει επίσης να διευκρινίζεται βαθμιαία η ανάγκη για μια ελευθεριακή σοσιαλιστική επανάσταση εάν πρόκειται να εξαλείψουμε οριστικά την εκμετάλλευση. Τα διδάγματα αυτά πρέπει να γίνουν μαθήματα, επίσης, για τους συντρόφους μας, τα μέλη των μαζικών οργανώσεων, που θα τα μάθουν μέσω της πρακτικής τους – όχι προσωπικά, αλλά μέσω των συλλογικών οργανωτικών προσπαθειών – έτσι ώστε να αποτελούν μέρος της επίσημης πολιτικής κληρονομιάς της οργάνωσης και, τελικά, να γίνουν το πολύτιμο υλικό για τη συνεχή πολιτική εκπαίδευση των μελών της, παλαιών και νέων.

Γ) Η πολιτική οργάνωσή μας δεν έχει καμία εξουσία, πέρα από τις αυτόνομες μαζικές οργανώσεις, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να σταματήσει να προβαίνει στις αξιολογήσεις του. Αυτό μπορεί μόνο να πραγματοποιηθεί μέσω των μαχητών μας οι οποίοι είναι, επίσης, φυσικά μέλη των μαζικών οργανώσεων, και μέσω της προπαγάνδας της ίδιας της οργάνωσης. Ούτε θα πρέπει να ξεχνάμε ότι αυτές οι μαζικές οργανώσεις είναι ιδανικός χώρος μάθησης για τους μελλοντικούς πολιτικούς αγωνιστές, για τους προφανείς λόγους της κοινωνικής θέσης των μελών και της σύνθεσης των μαζικών οργανώσεων.

Οι πολιτικοί αγωνιστές-μέλη των μαζικών οργανώσεων, πρέπει, κατά πρώτον, να ενθαρρύνουν την ανάπτυξη των σημείων Α) και Β) ανωτέρω και, κατά δεύτερον, να εκφράσουν τις πολιτικές ιδέες τους συνδέοντάς τις με συνέπεια με την εμπειρία της μαζικής οργάνωσης.

Η πολιτική οργάνωση, από την άλλη πλευρά, πρέπει να επιτελέσει αυτήν την εργασία και να επικεντρωθεί σε δύο στόχους ειδικότερα: α) τη βαθμιαία και με συνέπεια ενθάρρυνση της διάδοσης της πολιτικής συνείδησής μας μεταξύ των φυσικών μελών των μαζικών οργανώσεων, με την πειθώ και την επίδειξη και όχι με τον εξαναγκασμό ή την πονηριά και β) την ενθάρρυνση όσο το δυνατόν περισσότερων μελών να προσχωρήσουν στην πολιτική οργάνωση. Μιλήσαμε ήδη προηγουμένως για την ανταλλαγή μεταξύ των πολιτικών και των μαζικών οργανώσεων. Αλλά για να κρίνουμε από αυτά που μόλις είπαμε, φαίνεται ότι το μόνο πρόβλημα που υπάρχει πραγματικά είναι αυτό σχετικά με τη ροή της πολιτικής συνείδησης από τις αναρχικές κομμουνιστικές πολιτικές οργανώσεις στις μαζικές οργανώσεις.

Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα, για δύο λόγους: Αρχικά, ο στόχος της πολιτικής οργάνωσης είναι να παράσχει μόνο στις μαζικές οργανώσεις τους καρπούς της ιστορικής συνείδησης του επαναστατικού προλεταριάτου (οι οποίοι δεν περιλαμβάνουν οποιαδήποτε λεπτομερή γραμμή όσον αφορά τη μετάβαση στην επανάσταση). Πρέπει να είναι ελεύθερες (οι οργανώσεις αυτές) στο να χρησιμοποιήσουν την ιστορική συνείδηση που παρέχεται από την πολιτική οργάνωση και να την συγκρίνουν ελεύθερα με τη δική τους συνείδηση και τις ανάγκες τους ώστε να γίνουν οι καλύτερες δυνατές επιλογές. Οι μαζικές οργανώσεις πρέπει, στην πραγματικότητα, να απολαμβάνουν την αυτόνομη δυνατότητά τους να κάνουν τις πολιτικές τους αξιολογήσεις. Επιπλέον, είναι επίσης ελεύθερες όταν πρόκειται για λειτουργικές αποφάσεις, καθώς δεν έχουν – a priori – καμία θεσμική σύνδεση με την πολιτική οργάνωση. Ο δεύτερος λόγος αφορά το γεγονός ότι η πολιτική οργάνωση πρέπει, επίσης, να είναι σε θέση και πρόθυμη να διδαχθεί από τη μαζική οργάνωση. Κι αυτό επειδή οι πολιτικοί μαχητές δεν είναι το προλεταριάτο – είναι απλώς μέρος του. Ο στόχος τους είναι, επίσης, να συγκρίνουν συνεχώς το περιεκτικό πολιτικό όραμά τους με την τρέχουσα εμπειρία της τάξης (του προλεταριάτου). Ακόμα ένα θεμελιώδες καθήκον της πολιτικής οργάνωσης είναι να κοινοποιήσει και να βοηθήσει στη διάδοση της εμπειρίας των αυτόνομων μαζικών οργανώσεων.

Η ανταλλαγή βρίσκεται στο αξίωμα ο καθένας μαθαίνει από τον άλλο και υποστηρίζει τον άλλο – μέσω των αυτόνομων αποφάσεων – στην έκταση στην οποία κάθε οργάνωση βρίσκει μια ομοιότητα και συμπληρώνει στη συνείδηση και τη γνώση άλλη. Είναι μια ανταλλαγή που και οι δύο οργανώσεις πρέπει να αναπτύξουν με έναν συνεπή τρόπο και κάτι που μπορεί να διακοπεί ή να πάψει να υπάρχει για διάφορους λόγους. Κι αυτό επίσης, επειδή η μαζική οργάνωση οφείλει την ύπαρξή της στους ολοκληρωτικά διαφορετικούς λόγους από εκείνους της πολιτικής οργάνωσης.

Μεταφράστηκε τον Αύγουστο του 2004 και διορθώθηκε τον Οκτώβρη του ίδιου χρόνου από το «Ούτε Θεός-Ούτε Αφέντης», Μελβούρνη, Αυστραλία.

www.fdca.it/lingue/gr/mazikes.htm

Comments Off on Αναρχικοι Κομμουνιστες και Μαζικες Οργάνωσεις (FdCA 1985)

Ένα ιστορικό ντοκουμέντο: Το Ventotene είναι ένα από τα νησιά Pontine στα παράλια του νότιου Lazio της Ιταλίας και “φιλοξενούσε” μεγάλο αριθμό Ιταλών αναρχικών, που ήταν καταδικασμένοι και εκτοπισμένοι εκεί από τα ιταλικό φασιστικό καθεστώς. Η απόφαση αυτή, αρκετά αναρχική κομμουνιστική στη φύση της, πάρθηκε κατά τη διάρκεια ενός Συνεδρίου που έγινε εκεί το 1942. Στις 13 Ιούλη 2009 εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην αγγλική γλώσσα στο http://www.anarkismo.net

Image scaled down
Απόφαση του Αναρχικού Συνεδρίου του Ventotene (1942)

Οι αναρχικοί σύντροφοι που κρατούνται σε απομόνωση στο Ventotene, μετά από μια σειρά συνελεύσεων στις οποίες συμμετείχαν σύντροφοι από όλα τα μέρη της Ιταλίας, οπαδοί της οργάνωσης και μη,

έχοντας εξετάσει την τραγική κατάσταση που έχει δημιουργηθεί σε βάρος του ιταλικού λαού με την έλευση του φασιστικού καθεστώτος, το οποίο με τη δικτατορική και ιμπεριαλιστική αντιδραστική του πολιτική, έφερε τους πιο τρομερούς πολέμους που γνώρισε ποτέ η ιστορία, προκαλώντας καταστροφή, συντρίμμια, θάνατο και μιζέρια στη χώρα και το λαό,

έχοντας δει ότι η στάση συνεργασίας εκ μέρους των διαφόρων προλεταριακών πολιτικών ομάδων από την εποχή του πολέμου του 1914-1918 μέχρι την εμφάνιση του φασισμού, δεν ικανοποίησε τα ενδιαφέροντα και τις ελπίδες των εργαζόμενων μαζών ή ολόκληρου του ιταλικού λαού,

θεωρώντας ότι η αντίδραση που εκδηλώθηκε με οργή και χτύπησε κάθε αναρχικό γνωστό στις Αρχές,

αναγνωρίζοντας ότι το συμβόλαιο ανάμεσα στους συντρόφους που προέρχονται από το φιλοσοφικό και ιδεολογικό χώρο του αναρχισμού και εκείνων που συμμετέχουν στο στρατόπεδο των μαζικών οργανώσεων δημιούργησε καταστροφικές διαιρέσεις όσον αφορά την ανάπτυξη των αναρχικών αντιλήψεων και παρακώλυσε την ανάπτυξη ενός κοινού προγράμματος αγώνα και δράσης,

πιστεύοντας ότι με βάση τις εμπιρίες που αποκόμισε τα τελευταία 20 και πλέον χρόνια, το αναρχικό κίνημα πρέπει να επιζητήσει τη συμμετοχή όλων των συντρόφων στην κατεύθυνση της δημιουργίας ενός ομοιογενούς σώματος για τους σκοπούς της συντονισμένης δράσης,

προσκαλεί όλους τους συντρόφους να γίνουν μέλη των επαγγελματικών συνδικάτων ώστε να διατηρήσουν άμεση επαφή με τις εργαζόμενες μάζες, κατευθύνοντάς τις σε έναν αληθινά επαναστατικό αγώνα, για την κατάκτηση των επιθυμιών του προλεταριάτου, προπαγανδίζοντας την ελευθεριακή κατεύθυνση των κανονισμών λειτουργίας των συμβουλίων στα εργοστάσια, τις εταιρίες και τη βιομηχανία γενικά όσον αφορά την παραγωγή, καθώς και στα δημοτικά και περιφερειακά συμβούλια τα οποία θα πρέπει να έχουν ως σκοπό τους τη διευθέτηση και υποστήριξη των αναγκών των τοπικών κοινωνιών.

* Αγγλική μετάφραση Nestor McNab, από το έργο της A. Dadà, L’anarchismo in Italia: fra movimento e partito, Teti, Milano 1984. Ελληνική μετάφραση “Ούτε Θεός-Ούτε Αφέντης”, 16 Ιούλη 2009.

www.anarkismo.net/article/13792

Comments Off on Απόφαση του Αναρχικού Συνεδρίου του Ventotene (1942)
By agrioskylo | - 12:01 am - Posted in Uncategorized

Ένα κείμενο του Camillo Berneri. Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Guerra di Classe» («Ταξικός Πόλεμος») αρ. 2 ,17 Οκτώβρη 1936.

Ο Λένιν στα 1921 όρισε το κράτος της Σοβιετικής Ρωσίας σαν «εργατικό κράτος με μια γραφειοκρατική παραμόρφωση σε μια χώρα που την πλειονότητα την αποτελούν οι αγρότες». Ο ορισμός αυτός θα μπορούσε να τροποποιηθεί σήμερα με τον ακόλουθο τρόπο: το σοβιετικό κράτος είναι ένα γραφειοκρατικό κράτος όπου διαμορφώνονται μια γραφειοκρατική μεσαία μεσαία τάξη και μια εργατική κατώτερη μεσαία τάξη, ενώ εξακολουθεί να επιβιώνει η αγροτική μεσαία μεσαία τάξη.

Ο Μπόρις Σουβάριν στο βιβλίο του Στάλιν: ιστορική θεώρηση του μπολσεβικισμού (Παρίσι 1935) δίνει την παρακάτω εικόνα της κοινωνικής όψης της ΕΣΣΔ: «Η λεγόμενη σοβιετική κοινωνία βασίζεται με τον ίδιον ακριβώς τρόπο όπως κι ο καπιταλισμός όταν εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, του παραγωγού από τον γραφειοκράτη -τεχνικό της πολιτικής εξουσίας. Την ατομική ιδιοποίηση της υπεραξίας, την διαδέχτηκε η συλλογική ιδιοποίηση από το κράτος, μια παρασιτική παρακράτηση από την κατανάλωση που την εκτελεί η γραφειοκρατία… Τα επίσημα έγγραφα 6εν μας αφήνουν την παραμικρή αμφιβολία: η γραφειοκρατία παρακρατεί αδικαιολόγητα ένα μέρος από τη δουλειά των υποτακτικών τάξεων – οι οποίες αναγκάζονται να υπομένουν ένα άκαμπτο σύστημα κοπιαστικής εργασίας – που αντιστοιχεί, λίγο πολύ, στο παλιό καπιταλιστικό κέρδος.

Έτσι, γύρω απ’ το κόμμα έχει δημιουργηθεί μια καινούρια κοινωνική κατηγορία, η οποία ενδιαφέρεται για τη διατήρηση της κρατούσας τάξης πραγμάτων και για τη διαιώνιση του κράτους – του οποίου η εξολόθρευση, όπως προέβλεπε ο Λένιν, συνδεόταν στενά με την εξαφάνιση των τάξεων. Αν κι οι μπολσεβίκοι δεν είναι, νομικά, κάτοχοι των μέσων παραγωγής κι ανταλλαγής, κατέχουν τον κρατικό μηχανισμό, και τούτο τους επιτρέπει να εκτελούν όλες αυτές τις πράξεις λεηλασίας με διάφορους τρόπους. Η δυνατότητα να επιβάλλουν τιμές πώλησης πολύ ανώτερες από τις τιμές κόστους, είναι το αληθινό μυστικό της γραφειοκρατικής- τεχνικής εκμετάλλευσης, την οποία, πέρα απ’ αυτά, την χαρακτηρίζει κι η διοικητική και στρατιωτική καταπίεση».

Ο Βοναπαρτισμός δεν είναι τίποτε περισσότερο από την πολιτική αντανάκλαση της τάσης αυτής της καινούριας αστικής τάξης να διατηρήσει και ν’ ανεβάσει την κοινωνικό-οικονομική της κατάσταση. Στην έκκληση του μπολσεβίκου λενινιστή Ταμπόφ προς το παγκόσμιο προλεταριάτο στα 1935, διαβάζουμε τα ακόλουθα:«Ο στόχος της κομματικής γραφειοκρατίας είναι αποκλειστικά η απομόνωση κι η ταλαιπωρία των αντιφρονούντων, έτσι που να μη γίνουν ποτέ δημόσια γνωστές οι διαφωνίες, αλλά να μείνουν οι εργάτες άβουλα, δηλαδή, δύστυχα απολιτικά όντα.

Ο γραφειοκράτης, στην πραγματικότητα, δεν θέλει να είστε γνήσιοι κομμουνιστές. Δεν του χρειάζεται αυτό: απεναντίας, κάτι τέτοιο είναι βλαβερό και θανάσιμα επικίνδυνο. Ο γραφειοκράτης δεν θέλει ανεξάρτητους κομμουνιστές, θέλει θλιβερούς σκλάβους, εγωιστές και πολίτες του ελεεινότερου είδους…θα ήταν δυνατόν, κάτω από μια γνήσια προλεταριακή εξουσία, η πάλη ενάντια στη γραφειοκρατία, ενάντια στους κλέφτες και τους ληστές που ξεδιάντροπα κατακρατούν τα αγαθά από τα σοβιέτ και που είναι η αιτία του θανάτου, από το κρύο και την πείνα, πολλών χιλιάδων ανθρώπων, μια τέτοια πάλη ή μια απλή διαμαρτυρία να θεωρούνταν αντεπαναστατικό χτύπημα;».

Η άγρια πάλη μεταξύ «επαναστατικής» αντιπολίτευσης και «συντηρητικής» ορθοδοξίας, είναι ένα φαινόμενο απόλυτα φυσικό στα πλαίσια του κρατικού σοσιαλισμού. Η λενινιστική αντιπολίτευση έκανε καλά που έδειξε στο παγκόσμιο προλεταριάτο τις παραμορφώσεις και τον εκφυλισμό του σταλινισμού αλλά, αν και η διάγνωση της αντιπολίτευσης είναι σχεδόν πάντα σωστή, η αιτιολόγηση είναι σχεδόν πάντα ανεπαρκής. Ο σταλινισμός είναι, απλώς, επακόλουθο της λενινιστικής διευθέτησης του πολιτικού προβλήματος της κοινωνικής επανάστασης. Το, ν’ αντιπαλεύουμε τ’ αποτελέσματα χωρίς να πηγαίνουμε πίσω στις ρίζες, στο προπατορικό αμάρτημα του μπολσεβικισμού (γραφειοκρατική δικτατορία, δικτατορία του κόμματος),ισοδυναμεί με το να απλουστεύουμε αυθαίρετα την αλυσίδα της αιτιότητας που ανάγεται, χωρίς διακοπή της συνέχειάς της, στη δικτατορία του Λένιν.

Ελευθερία μέσα σ’ ένα κόμμα που αρνείται τον ελεύθερο ανταγωνισμό των προοδευτικών κομμάτων στα πλαίσια του σημερινού σοβιετικού συστήματος, θα ήταν εντυπωσιακό θαύμα. Ηγεμονία των εργατών, μπολσεβίκικος απολυταρχισμός, κρατικός σοσιαλισμός, βιομηχανικός φετιχισμός: αυτά τα σπέρματα της καταστροφής θα μπορούσαν να δώσουν μόνο δηλητηριώδεις καρπούς, όπως ο απολυταρχισμός μιας φράξιας και η ηγεμονία μιας τάξης.

Ο Τρότσκι στο ρόλο του Αη Γιώργη που πολεμά με το δράκοντα Στάλιν, δεν μπορεί να μας κάνει να ξεχάσουμε τον Τρότσκι της Κροστάνδης. Η ευθύνη για το σημερινό σταλινισμό, βαρύνει τη διαμόρφωση και την πρακτική της δικτατορίας του κόμματος των μπολσεβίκων, όπως και την πλάνη της εξολόθρευσης του κράτους σαν καρπού της εξαφάνισης των τάξεων κάτω από την επιρροή του κρατικού σοσιαλισμού. Όταν ο Τρότσκι έγραψε στις 6 του Δεκέμβρη 1935 ότι «ο ιστορικός παραλογισμός της ύπαρξης μιας αυταρχικής γραφειοκρατίας σε μια αταξική κοινωνία δεν μπορεί να κρυφτεί και δεν θα κρύβεται επ’ άπειρο», μιλούσε παράλογα για «ιστορικό παραλογισμό».

Στην ιστορία δεν υπάρχει κανένας παραλογισμός. Μια αυταρχική γραφειοκρατία είναι μια τάξη, επομένως δεν είναι και τόσο παράλογο το να υπάρχουν, σε μια κοινωνία όπου εξακολουθούν να υπάρχουν τάξεις, η γραφειοκρατική τάξη κι η προλεταριακή τάξη. Αν η ΕΣΣΔ ήταν «αταξική» κοινωνία, θα ήταν και κοινωνία χωρίς γραφειοκρατικό αυταρχισμό – ο οποίος είναι φυσικός καρπός του ότι εξακολουθεί να υπάρχει το κράτος. Το μπολσεβίκικο κόμμα έγινε πόλος έλξης των τυχοδιωκτικών μικροαστικών στοιχείων και των τεμπέληδων και καιροσκόπων εργατών, εξαιτίας του ότι ελέγχει τον κρατικό μηχανισμό. Την γραφειοκρατική πληγή δεν την άνοιξε, ούτε την μόλυνε ο σταλινισμός: δημιουργήθηκε ταυτόχρονα με την μπολσεβίκικη δικτατορία.

Να μερικές ειδήσεις που δημοσίευε ο μπολσεβίκικος τύπος στα 1918-19. Η Βετσέρτσια Ισβέστια (23 του Αύγουστου 1918), μιλώντας για τη διάλυση των ταχυδρομικών υπηρεσιών, γράφει ότι παρά την κατά 60% μείωση της αλληλογραφίας, ο αριθμός των απασχολούμενων αυξήθηκε κατά 100%, σε σύγκριση με την προεπαναστατική περίοδο.

Η Πράβντα (11 του Φλεβάρη 1919) επισημαίνει «την αδιάκοπη δημιουργία καινούριων γραφείων, καινούριων γραφειοκρατικών ιδρυμάτων, όπου τοποθετούνται και μισθοδοτούνται υπάλληλοι πριν τα ιδρύματα αρχίσουν να λειτουργούν». Και συμπληρώνει (22 του Φλεβάρη): «όλοι αυτοί οι καινούριοι υπάλληλοι, καταλαμβάνουν και κατέχουν ολόκληρα παλάτια ενώ, για τον αριθμό τους, θα ήταν αρκετά λίγα δωμάτια». Η δουλειά είναι αργή και κωλυσιεργική, ακόμη και σε γραφεία που έχουν σχέση με τη βιομηχανία.

«Ένας υπάλληλος του Κομισαριάτου του Λιπέτζκ», γράφει η Ισβέστια (29 του Νοέμβρη 1918), «για ν’ αγοράσει εννιά κουτιά καρφιά αξίας 417 ρουβλίων έπρεπε να συμπληρώσει 20 έντυπα, να μαζέψει 10 εντάλματα και 13 υπογραφές, και χρειάστηκε να κάνει δυο μέρες για να τις μαζέψει, γιατί δεν μπορούσε να βρει τους γραφειοκράτες που έπρεπε να βάλουν τις υπογραφές».

Η Πράβντα (αρ. 281) κατάγγειλε «την εισβολή μικροαστικών στοιχείων στο κόμμα μας» και παραπονιόταν για επιτάξεις «εγωιστικής φύσης». Η ίδια εφημερίδα γράφει (2 του Μάρτη 1919): «Πρέπει ν’ αναγνωρίσουμε ότι τελευταία, σύντροφοι που βρίσκονται επί ένα χρόνο στο κομμουνιστικό κόμμα έχουν αρχίσει να χρησιμοποιούν απαράδεκτες για το κόμμα μας μεθόδους.

Έχοντας κάνει συνήθειο τους το να μη συμβουλεύονται καθόλου τις τοπικές οργανώσεις, πιστεύοντας ότι οφείλουν να δρουν σαν άτομα στη βάση της μάλλον περιορισμένης τους εξουσίας, παραγγέλλουν και διατάσσουν χωρίς λόγο ή αιτία. Απ’ αυτό απορρέει η λανθάνουσα δυσαρέσκεια μεταξύ του κέντρου και της περιφέρειας, μια σειρά καταχρήσεων που προκαλούνται από την προσωπική τους δικτατορία».

Μιλώντας για την επαρχία Πένζα, ο Κομισάριος των Εσωτερικών Ναρκομβνούντελ, είπε: «Οι τοπικοί αντιπρόσωποι της κεντρικής κυβέρνησης συμπεριφέρονται όχι σαν αντιπρόσωποι του προλεταριάτου αλλά σαν γνήσιοι δικτάτορες. Σύμφωνα με μια σειρά από αποδεδειγμένα γεγονότα, αυτοί οι περίεργοι αντιπρόσωποι πηγαίνουν ένοπλοι στους πιο φτωχούς ανθρώπους, τους παίρνουν ό,τι έχουν και δεν έχουν, απειλώντας να τους σκοτώσουν και, όταν οι φτωχοί διαμαρτύρονται, τους δέρνουν με τα μπαστούνια τους. Ό,τι παίρνουν μ’ αυτό τον τρόπο, τα μεταπωλούν και, με το χρήμα που παίρνουν, οργανώνουν οινοποσίες και όργια».

Ένας άλλος μπολσεβίκος, ο Μεσέρικοφ, έγραψε: «ο καθένας μας βλέπει καθημερινά αναρίθμητες περιπτώσεις βίας, κατάχρησης εξουσίας, διαφθοράς, τεμπελιάς κλπ. Όλοι μας ξέρουμε ότι στους σοβιετικούς μας θεσμούς έχουν μπει μαζικά ηλίθιοι και ανίκανοι. Μας θλίβει η παρουσία τους στις τάξεις του κόμματος, δεν κάνουμε όμως τίποτε για να το ξεκαθαρίσουμε απ’ αυτές τις βρωμιές… Αν από ένα ίδρυμα διωχτεί ένας ανίκανος, σπεύδουν να τον αντικαταστήσουν μ’ έναν παρόμοιο, ενώ στον πρώτο εμπιστεύονται μια υπεύθυνη θέση. Συχνά, αντί να τον τιμωρήσουν, τον προάγουν» (Πράβντα, 5 Φλεβάρη 1919).

Σε μια ομιλία του στο 8ο Συνέδριο του Ρωσικού Κομμουνιστικού Κόμματος (11-12 του Μάρτη 1912) ο Λένιν παραδέχτηκε ότι: «Βρίσκουμε πού και πού καριερίστες, καιροσκόπους που έχουν κολλήσει πάνω μας. Αυτοαποκαλούνται κομμουνιστές, στην πραγματικότητα όμως, επιδιώκουν μόνο και μόνο να μας ξεγελάσουν σχετικά με τις προθέσεις τους. Προσκολλήθηκαν σ’ εμάς γιατί εμείς κατέχουμε την εξουσία, και γιατί τα πιο τίμια γραφειοκρατικά στοιχεία αρνούνται να συνεργαστούν μ’ εμάς εξαιτίας των οπισθοδρομικών τους ιδεών, ενώ αυτοί οι άλλοι δεν έχουν καν τίμιες ιδέες, είναι απλώς αναρριχώμενοι».

Η μπολσεβίκικη κυβέρνηση αποδείχτηκε ανίσχυρη απέναντι σε μια πληθωρική, παρασιτική, δεσποτική κι ανέντιμη γραφειοκρατία. Οι γραφειοκράτες, έφτασαν από 5, σε 10 εκατομμύρια. Στα 1925 υπήρχαν στη Συνεργασία 400.000 υπάλληλοι (Πράβντα, 20 Απρίλη 1926). Στα 1927 η Ρωσική Ομοσπονδία Εργατών Τροφίμων είχε γύρω στους 4287 υπάλληλους για 451 720 μέλη, ενώ το Συνδικάτο Εργατών Μετάλλου της Μόσχας γύρω στους 700 υπάλληλους για 130.000 μέλη (Τρούντα 12 Ιούνη 1928). Αυτή η πληθωρική γραφειοκρατία δεν συνεπάγεται καμιά εντατική κι αποτελεσματική διοικητική δραστηριότητα. «Ο διευθυντικός μηχανισμός του σοβιετικού συστήματος, από τον κατώτερο μέχρι τον ανώτερο βαθμό, ανακατεύει απλώς χαρτούρα. Η επαρχιακή επιτροπή εκδίδει συνήθως μια με δυο εγκυκλίους τη μέρα, πάνω σε κάθε πραγματικό ή φανταστικό ζήτημα, και κρίνει ότι μ’ αυτό τον τρόπο έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της… Ο αριθμός των εγκυκλίων που περιέχουν διαταγές προς τους τοπικούς πυρήνες κυμαίνεται μεταξύ 30 και 100 το μήνα» (Πράβντα, 7 Ιούνη 1925)

“Ένας ανώτατος αξιωματούχος, ο Ντζερτζίνσκι, έγραψε: «Ζητούν από επιχειρήσεις τις πιο αλλόκοτες πληροφορίες, αναφορές και στατιστικά στοιχεία, πράγμα που πλημμυρίζει το σύστημα μας με χαρτούρα, κι αυτό μας υποχρεώνει ν’ απασχολούμε υπερβολικά πολύ προσωπικό και εμποδίζει το πραγματικό μας έργο” δημιουργείται μια χαρτοθάλασσα μέσα στην οποία χάνονται εκατοντάδες άνθρωποι· η λογιστική και στατιστική κατάσταση είναι, απλούστατα, καταστροφική· επιχειρήσεις που με δυσκολία σηκώνουν το βάρος του να δίνουν πληροφορίες σε δεκάδες κι εκατοντάδες διαφορετικές μορφές, μετράνε τώρα τη χωρητικότητα σε πουντ! (1 πουντ είναι 16.380 κιλά)» (Πράβντα, 23 Ιούνη 1926). Αυτό το φαινόμενο της ανασυγκρότησης των τάξεων «χάρη στο κράτος», εμείς το είχαμε προβλέψει και το είχαμε καταγγείλει με πάθος.

Η λενινιστική αντιπολίτευση δεν κατόρθωσε να εμβαθύνει στην έρευνα των αιτίων του φαινομένου, και γι’ αυτό δεν έφτασε ν’ αναθεωρήσει τη λενινιστική θέση απέναντι στα προβλήματα του κράτους και της επανάστασης.

www.anarkismo.net/article/13798

Comments Off on Το κράτος κι οι τάξεις
By agrioskylo | - 12:00 am - Posted in Uncategorized

Στις 5 Νοέμβρη 1937 ο Ιούλιος Νολντενάς (Julius Nolden), ένας εργάτης αυτοκινητοβιομηχανίας απτη Ντουήζπολη (Duisburg, Ντουησβούργη) της Γερμανίας καταδικάστηκε απτο «Λαϊκό Δικαστήριο» του Βερολίνου σε δεκαετή φυλάκιση επειδή «προετοιμαζόταν να διαπράξει υψίστη προδοσία».

Στις 5 Νοέμβρη 1937 ο Ιούλιος Νολντενάς (Julius Nolden), ένας εργάτης αυτοκινητοβιομηχανίας απ’τη Ντουήζπολη (Duisburg, Ντουησβούργη) της Γερμανίας καταδικάστηκε απ’το «Λαϊκό Δικαστήριο» του Βερολίνου σε δεκαετή φυλάκιση επειδή «προετοιμαζόταν να διαπράξει υψίστη προδοσία». Ο Νολντενάς ήταν στη κεφαλή της ΦΑΟΎΝΤ (FAUD, Free Union of German Workers, Ελεύθερη Ένωση Εργατών της Γερμανίας) στη Ρηνανία, μια αναρχοσυνδικαλιστική μυστική οργάνωση που βρισκόταν στη παρανομία και είχε διαλυθεί απ’τη Γκεστάπο (Gestapo, μυστική αστυνομία της Γερμανίας) το Γενάρη του 1937. Μαζί μ’αυτόν είχαν συλληφθεί κι άλλοι 88 αναρχοσυνδικαλιστές, άντρες και γυναίκες, που πέρασαν από δίκη στη Ρηνανία στις αρχές του 1938.

Το 1921 η ΦΑΟΎΝΤ στη Ντουήζπολη είχε κάπου 5.000 μέλη. Η οργάνωση έχανε μέλη και όταν ο Αδόλφος Χίτλερ πήρε την εξουσία το 1933, μόνο μερικοί μικροπυρήνες είχαν παραμείνει. Για παράδειγμα, υπήρχαν μόνο 25 μαχητές στη Ντουήζπολη ενώ το παράρτημα Ρηνανίας είχε μόλις 180 με 200 μέλη που πλήρωναν οφειλές για την εγγραφή τους.

Στο τελευταίο της συνέδριο, που έγινε στην Ερφούρτη (Erfurt) το Μάρτη του 1932, η ΦΑΟΎΝΤ αποφάσισε οτι στη περίπτωση που οι Ναζιστές έπαιρναν την εξουσία τότε το ομοσπονδιακό της γραφείο στο Βερολίνο θα έκλεινε και θα αντικαθιστούνταν από ένα παράνομο διευθυντήριο (με βάση την Ερφούρτη) και πως μετά θα οργανωνόταν γενική απεργία. Η τελευταία αυτή απόφαση δεν μπόρεσε να πραγματοποιηθεί: η ΦΑΟΎΝΤ έχασε πολλά μέλη σ’ολόκληρη τη Γερμανία λόγω συλλήψεων.

Τον Απρίλη με Μάη του 1933 ο Δρ. Γηχάρδος Βατούργος (Dr. Gerhardt Wartenburg), πριν αναγκαστεί να εγκαταλείψει τη χώρα, κατάφερε να βρει αντικαταστάτη γραμματέα για τη ΦΑΟΎΝΤ: τον Εμίλιο Τσενέρο (Emil Zehner), έναν σιδηρουργό από την Ερφούρτη. Ο Βατούργος έφυγε για Ολλανδία και πήγε στο Άμστερνταμ, όπου τον υποδέχτηκε ο Ολλανδός αναρχοσυνδικαλιστής Αλβέρτος Γόγκας (Albert de Jong) μαζί με άλλους Γερμανούς μετανάστες. Επίσης, ο γραμματέας της Διεθνής Ένωσης Εργατών (IWA, International Workers’ Association, στην οποία συμμετείχαν επαναστατικές και ελευθεριακές εργατικές ενώσεις) επίσης κατέφυγε στην Ολλανδία, αλλά αυτό δυστυχώς δεν εμπόδισε τους Ναζιστές να κατασχέσουν τα αρχεία της οργάνωσης.

Το Φθινόπωρο του 1933 ο Εμίλιος Τσενέρος αντικαταστάθηκε από τον Φερδινάνδο Γκότσιο (Ferdinand Gotze), ένα μέλος του Εργατικού Επιμελητηρίου της Σαξονίας, που τότε το διεύθυνε ο Ριχάρδος Θειήδος (Richard Thiede) από τη Λειψία (Leipzig). Στο μεταξύ το φθινόπωρο του 1934 ο Γκότσιος, που τον κυνηγούσε η Γκεστάπο, ξαναπήγε στη δυτική Γερμανία όπου είχε οργανωθεί ένας παράνομος πυρήνας της ΦΑΟΎΝΤ χάρις την υποστήριξη της Ολλανδικής ομοσπονδίας της Διεθνούς Ένωσης Εργατών (IWA), της ΝΣΒ (NSV). Τον ίδιο καιρό και με πολύ βιασύνη είχε εγκατασταθεί ένας γραμματέας της ΦΑΟΎΝΤ στο Άμστερνταμ (σε αναγκαστική εξορία λόγω της καταστολής.

Η Ντουήζπολη, ο σύνδεσμος και το κέντρο αναταραχών της γερμανικής δύσης:

Μέχρι οι Ναζιστές να πάρουν την εξουσία, ο εργάτης Φρατζίστος Μπούγκης (Franz Bunged) διεύθυνε την ομοσπονδία στη Ντουήζπολη. Τον έκλεισαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Μπογερμούρη (Bogermoor) χωρίς δίκη το 1933. Τον ελευθέρωσαν μέσα σ’ένα χρόνο, αλλά ο Μπούγκης δεν μπόρεσε να ξαναβγεί στη παρανομία, έστω και για τις πιο παραμικρές δουλειές, επειδή ήταν συνέχεια κάτω από συστηματική παρακολούθηση. Τον αντικατάστησε ο Ιούλιος Νολντενάς, ένας χαλυβουργοεργάτης που τότε ήταν άνεργος. Μέχρι τότε, ο Νολντενάς ήταν θησαυροφύλακας στο Εργατικό Επιμελητήριο της Ρηνανίας. Ο Νολντενάς επίσης τον συνέλαβε η Γκεστάπο που υποψιαζόταν πως ο πραγματικός λόγος που’χε πιάσει δουλειά σ’ένα αποτεφρωτήρα ήταν για να μπορεί μ’αυτή ως πρόσχημα να επικοινωνεί με άλλα παράνομα μέλη της ΦΑΟΎΝΤ.

Τον Ιούνη του 1933, λίγο αφότου είχε απελευθερωθεί, ο Νολντενάς γνωρίζει τον Κάρολο Χέβρο (Karolus Heber), ένα μέλος του παράνομου διευθυντηρίου στην Ερφούρτη· ο σκοπός της συνάντησής τους ήταν να οργανώσουν μια μυστική επιχείρηση για τη διάσωση και δραπέτευση στην Ολλανδία των άλλων συντρόφων που ήταν υπό γνωστοί στις αρχές, αλλά και να οργανώσουν αντίσταση στη Ρηνανία και το Ρουρ. Ο Νολντενάς και οι σύντροφοί του οργάνωσαν το δίκτυο για να φυγαδεύουν συντρόφους στο Άμστερνταμ και επίσης κυκλοφορούσαν αντιφασιστική προπαγάνδα [ΣτΜ: προπαγάνδα με την έννοια της αναγγελίας και ενημέρωσης· η λέξη απόχτησε κακή σημασία σε μερικούς κύκλους μόνο μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, μα χρησιμοποιείται ακόμη και με την πρωταρχική της έννοια). Φαίνεται από τα έγγραφα των δικαστηρίων πως τα αντιναζιστικά φυλλάδια κυκλοφορούσαν τότε υπό τη κάλυψη του τίτλου «Τρώγε Γερμανικά φρούτα και μένε υγιής», και ήταν τόσο δημοφιλή ανάμεσα στους εργάτες ορυχείων που αλληλοχαιρετιόντουσαν με τη φράση: «Έχεις φάει κι’εσύ Γερμανικά φρούτα;».

Μετά το 1935, με τη πρόοδο της οικονομικής κατάστασης μέσ’τη χώρα, είχε γίνει πολύ δύσκολο να χρηματοδοτείται όσο χρειαζόταν μια παράνομη αναρχοσυνδικαλιστική οργάνωση.

Πολλοί σύντροφοι είχαν ξαναβρεί δουλειά μετά από ανεργία ετών και δουλειών του ποδαριού, και δεν ήταν διατεθειμένοι να ασχοληθούν με την ενεργό αντίσταση. Η τρομοκρατία της Γκεστάπο έκανε τα υπόλοιπα. Επίσης, η υποστήριξη απ’το Άμστερνταμ είχε σταματήσει το 1935 [ΣτΜ: dried up, ίσως να εννοεί λόγω έλλειψης πόρων].

Το ξεκίνημα της Ισπανικής επανάστασης το 1935 έδωσε νέα ζωή στον αναρχοσυνδικαλισμό μέσα στη Γερμανία. Ο Νολντενάς είχε επαφές στη Ντουήζπολη, το Ντιζελοχώρι (Dusseldorf. ΣτΜ: dorf σημαίνει χωριό αλλά ήταν από παλιά και είναι και σήμερα μεγάλη πόλη) και τη Κολωνία (Cologne), είχε οργανώσει συναντήσεις και είχε εγγράψει νέα μέλη που πλήρωναν για την οικονομική ενίσχυση των Ισπανών συντρόφων. Τον ίδιο καιρό, ο Σίμος Βέχρος (Simon Wehre) απ’την Αχένη (Aix-la-Chapelle, Aachen) χρησιμοποίησε το δίκτυο του Εργατικού Επιμελητηρίου της Ρηνανίας για να στρατολογήσει εθελοντές τεχνικούς για να πάνε στην Ισπανία. Το Δεκέμβρη του 1936 η Γκεστάπο, με τη βοήθεια ενός κατασκόπου που είχε εισχωρήσει στους συντρόφους, κατάφερε να ξεσκεπάσει πολλές ομάδες στις πόλεις Μουχαγλαβάσκη (Munchengladbach), Ντουλκίνη (Dulken), και Βυρσίνη (Viersen). Στις αρχές του 1937 η πολιτική αστυνομία έπιασε 50 αναρχοσυνδικαλιστές απ’τη Ντουήζπολη, το Ντιζελοχώρι, και τη Κολωνία. Μεταξύ τους ήταν και ο Νολντενάς. Λίγο αργότερα έγιναν κι’άλλες συλλήψεις, μέχρι που 89 σύντροφοι της παράνομης ΦΑΟΎΝΤ είχαν πιαστεί απ’τη Γκεστάπο. Χρειάστηκαν ένα χρόνο για να τους δικάσουν. Αυτοί οι σύντροφοι, άντρες και γυναίκες, κατηγορήθηκαν οτι «προετοιμάζονταν για υψίστη προδοσία» και πέρασαν από δίκες το Γενάρη και το Φλεβάρη του 1938.

Μόνο έξι συντρόφους δεν κατάφεραν να κατηγορήσουν, λόγω έλλειψης στοιχείων. Στους υπόλοιπους βάλαν από αρκετούς μήνες έως έξι χρόνια φυλακή. Ο Ιούλιος Νολντενάς κλείστηκε στη φυλακή της Λουτρηχάσης (Luttringhausen) και έμεινε εκεί μέχρι που έφτασαν οι Σύμμαχοι στις 19 Απρίλη του 1945. Τη Κυριακή της Πεντηκοστής του 1947 συναντήθηκε με άλλους συντρόφους στη Νταρμστάδη (Darmstadt) για να ιδρύσουν την Ομοσπονδία Ελευθεριακών Σοσιαλιστών (αναρχοσυνδικαλιστές) [Federation of Libertarian Socialists (anarcho-syndicalists)].

Οι δολοφονίες των μαχητών:

Πολλοί σύντροφοι δολοφονήθηκαν μέσ’τη φυλακή. Ο χειριστής του τόρνου στη Ντουήζπολη, Ο Εμίλιος Μαχνήρτης (Emil Mahnert), σύμφωνα με τις μαρτυρίες τεσσάρων άλλων φυλακισμένων, εκσφεντονίστηκε στο κενό από ύψος δύο ορόφων από έναν βασανιστή της αστυνομίας. Ο τουβλάς Ουλιέλμος Σχμιτζής (Wilhelm Schmitz) πέθανε στη φυλακή στις 29 Γενάρη του 1944 και ο λόγος του θανάτου του ποτέ δεν βρέθηκε με σιγουριά. Ο Ερνέστος Χοτζανάγλης (Ernst Holtznagel) είχε σταλεί στο κακόφημο τάγμα βασανιστηρίων 999, όπου δολοφονήθηκε. Ο Μιχάλης Ντελίζης (Michael Delissen) απ’τη Μουχαγλαβάσκη υπέκυψε απ’το άγριο ξύλο της Γκεστάπο το Δεκέμβρη του 1936. Ο Αντώνης Ροζίκης (Anton Rosinke) απ’το Ντιζελοχώρι δολοφονήθηκε το Φλεβάρη του 1937.

Τον Αύγουστο του 1946, ο αναρχοσυνδικαλιστής Ερνέστος Μπιντεράς (Ernst Binder) απ’το Ντιζελοχώρι έγραψε: «Καθώς η μαζική αντίσταση δεν ήταν δυνατή το 1933, οι ικανότεροι σύντροφοι του κινήματος αναγκάστηκαν να διασπαθίσουν (σπαταλήσουν) τη δύναμή τους σε μια άτακτη μάχη δίχως ελπίδα. Αλλά εάν οι εργάτες πάρουν απ’αυτό το πολύπονο πείραμα το μάθημα πως μονάχα μια ενωμένη άμυνα στη σωστή στιγμή μπορεί να κερδίσει ενάντια στο φασισμό, τότε οι θυσίες των συντρόφων μας δεν θα έχουν γίνει τζάμπα».

[Μεταφράστηκε στα Εγγλέζικα από: PS]

[Μεταφράστηκε απ’τα Εγγλέζικα στα Ελληνικά από: «¿»]

Από μουσείο ειρήνης έγινε στρατώνας του Χίτλερ:

Ο Ερνέστος Φρειδερίκος [Ernst Friedrich] (1894-1967), ένας Αναρχικός, ίδρυσε το πρώτο διεθνές αντιπολεμικό μουσείο στο Βερολίνο το 1923 ως φόρο τιμής στο αντιστρατοκρατικό (αντιμιλιταριστικό) κίνημα. Γνώριζε καλά πως διεθνώς οι άνθρωποι σκεφτόντουσαν τη Γερμανία σαν αδιόρθωτα στρατοκρατική, παρόλο την αναίρεση του παλιού Πρωσικού στρατοαριστοκρατικού κράτους, και ήθελε να δείξει πως πολλοί Γερμανοί εργάτες είχαν παλέψει ενάντια στο στρατιωτικό κράτος. Ήθελε, επίσης, να δείξει και στους υπόλοιπους Γερμανούς εργάτες πόσο σημαντικός ήταν ο αγώνας, και να γκρεμίσει τα εθνικιστικά ψέμματα. Οι θηριωδίες του πολέμου, στο μέτωπο και την ενδοχώρα, εκφράστηκαν με τρόπο που τσακίζει τη συνείδηση στο Διεθνές Αντιπολεμικό Μουσείο του, στον αριθμό 29 της οδού Παροχιαλστράσε (Parochialstrasse) στο Βερολίνο.

Όταν οι Ναζιστές πήραν την εξουσία, κατέλαβαν το μουσείο, έκαψαν τα εκθέματα μαζί με ο,τι βιβλία βρήκαν εκεί και το μετέτρεψαν σε στρατώνες για τις μηχανοκίνητες μονάδες εφόδου (ΣτΜ: ΛΟΚ, λοκατζήδες, SA-Heim). Δεν μπορούσαν να περιμένουν μέχρι να γίνουν οι απαραίτητες αλλαγές και κατά τη διάρκεια της νύχτας έβαψαν από πάνω τη λέξη «αντί» στα κουφώματα και έβαλαν ένα φύλακα στη πόρτα.

Μεταφράστηκε στα Εγγλέζικα από: Paul Sharkey.

Μεταφράστηκε απ’τα Εγγλέζικα στα Ελληνικά από: «¿»

English at http://www.anarkismo.net/article/13800

http://www.anarkismo.net/article/13804

http://www.katesharpleylibrary.net/hx3g6n

www.katesharpleylibrary.net/hx3g6n

Comments Off on Αναρχικοί εναντίων Χίτλερ
By agrioskylo | August 28, 2009 - 11:59 pm - Posted in Uncategorized

Ένα άρθρο του Gerardo Gatti, επαναστάτη της FAU, γραμμένο το 1975, το οποίο συζητά περί του ελευθεριακού σοσιαλισμού.

Ορισμός του συντρόφου

του Gerardo Gatti

Η δύναμη των αστών ενώνεται με το κράτος. Δεν υπάρχει καμιά πιθανότητα να αλλάξεις τη κοινωνία άμα δεν καταστρέψεις το αστικό κράτος, και καθώς παλεύουμε για μιά κοινωνία δίχως κοινωνικές τάξεις, θέλουμε να εξοντώσουμε κάθε γραφειοκρατική δομή του κράτους, κάθε χωρισμό μεταξύ εξουσιαστών και καταπιεσμένων. Οι προνομιούχοι κάθε ηλικίας και είδους, τρομαγμένοι με τη πιθανότητα να χάσουν τα προνόμιά τους, ανέκαθεν έλεγαν πως αυτό είναι κάτι το αδύνατο. Με τον ίδιο τρόπο που παλιότερα έλεγαν οτι ο κόσμος ήταν τετράγωνος ή επίπεδος.

Εμείς πιστεύουμε ότι όσον αφορά τη πολιτική οργάνωση της κοινωνίας, πρέπει να καταργήσουμε και την ατομική ιδιοκτησία και αυτή τη κατάσταση όπου ένας διοικεί και άλλοι υπακούν. Τα συμβούλια και οι ομοσπονδίες εργατών, στις γειτονιές, οι κομμούνες ή συμβούλια αγροτών είναι μερικοί τρόποι με τους οποίες οι εργάτες έχουν οργανωθεί για να προστατέψουν τις επαναστατικές διεργασίες ενάντια στην εσωτερική αντεπανάσταση ή την εξωτερική επίθεση, και να διαχειριστούν ολόκληρη τη κοινωνική ζωή. Ξεκινώντας με αυτές τις βάσεις, καταλαβαίνουμε πως θα πρέπει να οργανώσουν τους κοινωνικούς οργανισμούς. Πραγματική εργατική δύναμη, περισσότερη άμεση διαχείριση, λιγότερη έμμεση αντιπροσώπευση, καμία διαφοροποίηση ημερομίσθιων, κανένα είδος προνομίων. Αυτό καταλαβαίνουμε εμείς όταν μιλάμε για λαϊκή εξουσία.

Αυτά δεν είναι καινούργια. Είναι για αυτά τα ιδανικά που οι εργάτες σε πολλά μέρη του κόσμου έκαναν επαναστάσεις, γιόρτασαν νίκες και υπέκυψαν σε ήττες. Και για πάνω από έναν αιώνα άνθρωποι από την εργατική τάξη, και άλλοι, όχι τέτοιας προέλευσης, πραγματικά έδωσαν όλο τους το είναι προς την υπηρεσία αυτών των επαναστάσεων· οργάνωσαν συνωμοσίες, έγραψαν μανιφέστα, μάζεψαν χρήματα για τους εργατικούς αγώνες και ανέπτυξαν αλληλεγγύη. Ένας συνέτεθε την εμπειρία και οι εργάτες μπορούσαν να βρουν μιά εξήγηση για την ατίμωσή τους.

Δίχως να γνωρίζουν αυτή την ιστορία, χωρίς να έχουν διαβάσει ποτέ αυτά τα βιβλία, μα ούτε ακόμη γνωρίζοντας αυτές τις εξηγήσεις, σε όλο το κόσμο, κάθε μέρα, εκατομμύρια κι εκατομμύρια ανθρώπινα πλάσματα υποφέρουν υπό την ανώτερη δύναμη άλλων, και θέλουν ισότητα· οι πεινασμένοι θέλουν να φάνε· οι άστεγοι που κρυώνουν θέλουν ένα σπίτι· οι ταπεινωμένοι θέλουν αδελφοσύνη· οι αγράμματοι θέλουν να πάνε σχολείο, τουλάχιστον τα παιδιά τους.

Με ένα τρόπο τόσο συχνά ασαφή, που συχνά του δίνουν διαφορετικές ονομασίες, οι περισσότεροι άνθρωποι που γνωρίζουν από βάσανα, δικτατορίες, δυστυχίες, δεσποτισμό και φτώχεια φιλοδοξούν την ευημερία, την αλληλεγγύη και την αλληλοκατανόηση.

Η πρωταρχική προέλευση και ο λόγος του αγώνα μας δεν έχει σχέση με τη πολιτική του κράτους ή της κυβέρνησης, των κομμάτων ή των οργανώσεων, των ομάδων ή των κινημάτων. Αυτή η προέλευση εντοπίζεται στο πόνο και την επιθυμία για τη μεγάλη ανθρωπότητα, της οποίας εμείς είμαστε μέρος.

Επειδή γνωρίζουμε πως ο άνθρωπος είναι ένα κοινωνικό ων, θέλουμε να αναπτύξουμε την ικανότητά του/της και να την θέσουμε στην υπηρεσία της κοινωνίας· επειδή θέλουμε όλες οι αποφάσεις που αφορούν τη κοινωνία να παίρνωνται με ένα κοινωνικό τρόπο· επειδή πιστεύουμε πως ο πλούτος δεν μπορεί να είναι ατομικός ή να τον κατέχουν οι λίγοι, αλλά πρέπει να είναι κοινωνικός, για όλους, και γι’ αυτό τον λόγο ονομαζόμαστε σοσιαλιστές.

Επειδή εμπιστευόμαστε περισσότερο τη κοινή συμφωνία ανθρώπων παρά την επιβολή, περισσότερο τη γνώση παρά τον καταναγκασμό, περισσότερο την ελευθερία παρά την εξουσία, γι’ αυτό είμαστε ελευθεριακοί.

Όμως έχουμε ήδη μάθει πως, μερικές φορές, οι ονομασίες ξεγελούν. Έτσι δεν ασχολούμαστε τόσο με τις ονομασίες στη μάχη των καταπιεσμένων. Ίσως υπάρχουν άνθρωποι που δίνοντας στον εαυτό τους μιά παρόμοια ονομασία, δεν ξέρουν πολύ καλά τι θέλουν, και ίσως υπάρχουν και κάποιοι που, με άλλη ονομασία, ή μερικές φορές δίχως να ξέρουν να δώσουν ονομασίες, αναζητούν το ίδιο πράγμα.

Όλους αυτούς που αγωνίζονται για αυτά τα ιδανικά, δίχως κακία, με το δικό τους τρόπο και στα δικά τους μέτρα, τους θεωρούμε συντρόφους.

Buenos Aires, Ιούνης/Ιούλης 1975

*Πρωτότυπο στην Ισπανική: http://www.nodo50.org/auca/textos/definiciones.html

*Μετάφραση στη Πορτογαλική: Daniel Augusto A. Alves, http://www.anarkismo.net/article/13369

*Μετάφραση από τη Πορτογαλική στην Αγγλική: Jonathan P. (ZACF), http://www.anarkismo.net/article/13386

*Μετάφραση από την Αγγλική στην Ελληνική, Ιούνης 2009: «Η κατάκτηση του ψωμιού», αφιερωμένο στο Νίκο Μαζιώτη, http://www.anarkismo.net/article/13389

Σημείωση του μεταφραστή: Σύντομη ενημέρωση για τον Gerardo Gatti (βασισμένο σε απόδωση από την Ισπανική):

Ο Gerardo Gatti Antuna ήταν ένας εκ των ιδρυτών της CNT. Επίσης ήταν και στις οργανώσεις Resistencia Obrero Estudiantil (ROE: Εργατική φοιτητική αντίσταση), Federación Anarquista Uruguyaya (FAU: Αναρχική ομοσπονδία Ουρουγουάης), και το Partido por la Victoria del Pueblo (Κόμμα λαϊκής νίκης). Το 1973 η οικογένειά του πήγε στην Αργεντινή. Εξαφανίστηκε στις 9 Ιούνη 1976 σε ηλικία 45 ετών όταν απήχθη από στρατιωτικές δυνάμεις της Αργεντινής και της Ουρουγουάης. Πιστεύεται πως πέθανε λόγω των βασανιστηρίων…

Σχετικές πληροφορίες, στην Ισπανική: http://www.desaparecidos.org/arg/victimas/g/gattig/

(Η έμφαση είναι του μεταφραστή στην Ελληνική.)

Comments Off on Ορισμός του συντρόφου

Αυστραλιανή εργατική-κοινωνική ιστορία Νο1. Μια συνοπτική ιστορία των βίαιων συγκρούσεων ανάμεσα στους ναύτες του Σίδνεϊ και την αστυνομία μετά την απόπειρα των αστυνομικών να συλλάβουν έναν άνδρα που ήταν ντυμένος σαν γυναίκα.

Από http://www.anarkismo.net/article/13862 με μερικές προσθήκες.

Την Κυριακή, 23 Αυγούστου 1851 ξέσπασε μια άγρια συμπλοκή στο Σίδνεϊ. Ενώ τέτοιες ταραχές ήταν σύνηθες φαινόμενο εκείνη τη εποχή, η συγκεκριμένη αυτή εξέγερση είναι ενδιαφέρουσα γιατί προκλήθηκε από την απόπειρα των αστυνομικών να συλλάβουν έναν ναύτη που φορούσε γυναικεία ρούχα και είχε ως αποτέλεσμα σειρά επιθέσεων σε αστυνομικούς σταθμούς.

Αν και η αστυνομία και οι αναφορές των εφημερίδων στα γεγονότα είναι μπερδεμένα και συχνά αντιφατικά, η εξέγερση αυτή μάς λέει αρκετά για τη στάση μέρους του πληθυσμού του Σίδνεϊ σχετικά με τη λεγόμενη ετεροφυλενδυσία (cross dressing), την αστυνομία και τους νόμους. Ίσως αρκετοί διακατέχονταν από αντικληρικαλιστικές και γενικά ελευθεριακές απόψεις.

Στις 8 το βράδυ αυτής της ημέρας ο αστυνομικός McEvan καλείται στο Church Hill όπου δύο άντρες προκαλούν αναταραχές. Ο ένας ήταν ντυμένος με γυναικεία ρούχα κάτι που ήταν τότε παράνομο. Φτάνοντας εκεί, τού είπαν ότι οι δυο ταραχοποιοί έχουν πάει στην μπυραρία Black Boy. Ο αστυνομικός πήγε εκεί και προσπάθησε να συλλάβει τον ντυμένο με τα γυναικεία, αλλά αυτός τον έσπρωξε, τον έριξε κάτω και το έβαλε στα πόδια.

Ο McEvan έτρεξε για βοήθεια και σε λίγο επέστρεψε με άλλους 6 αστυνομικούς. Την ώρα αυτή ο κυνηγημένος, που ονομαζόταν Michael Knight, είχε καταφύγει στην εκκλησία St. Philip (Σημείωση του ποστερ στο ιντι (οχι του συγγραφεα): παλιά το Μεσαίωνα υπήρχαν νόμοι που έλεγαν οτι όποιος πήγαινε σε μια εκκλησία δε μπορούσε να συλληφθεί και οτι η μπατσαρία δε μπορούσε να μπει εκεί, δηλαδή παλιότερα οι εκκλησίες ήταν άσυλο όπως είναι σήμερα τα πανεπιστήμια στην Ελλάδα, αν και μάλλον αυτό δεν έχει σχέση με την ιστορία αυτή, το αναφέρω ως αξιοπερίεργο), όπου μάλλον δημιούργησε και εκεί κάποιο επεισόδιο. Τελικά συνελήφθη και οδηγήθηκε στο αστυνομικό τμήμα της οδού Cumberland απ’ όπου στάλθηκε στοι κεντρικό τμήμα στην οδό Druitt.

Όταν οι συνάδελφοί του από τα πολεμικά πλοία “Caliope” και “Pandora” έμαθαν τα γεγονότα, συγκρότησαν διαδήλωση μερικών εκατοντάδων ατόμων έξω από το πρώτο τμήμα, όπου επιτέθηκαν στους αστυνομικούς. Το πλήθος εισέβαλε στο τμήμα, οπλίστηκε με καδρόνια και σίδερα και απαίτησε την απελευθέρωση του Knight και όλων των κρατουμένων. Αλλά μόνο ένας ναύτης, ο Anderson, κρατείτο εκεί και απελευθερώθηκε.
Εμφανίστηκαν αστυνομικές ενισχύσεις αλλά δεν κατάφεραν και πολλά πράγματα καθώς μερικοί από το πλήθος τους επιτέθηκαν. Ο ίδιος ο McEvan τραυματίστηκε στο κεφάλι από σιδερένια βέργα.

Το πλήθος έκανε τότε νέα διαδήλωση προς τα γυναικεία κρατητήρια στην οδό Clarence. Στο δρόμο η διαδήλωση μεγάλωσε και ο αριθμός των συμμετεχόντων έφτασε περίπου τους 600. Φτάνοντας εκεί, το πλήθος απαίτησε την απελευθέρωση όλων των κρατουμένων, αλλά οι εκεί αστυνομικοί κράτησαν άμυνα και στο μεταξύ έφτασαν νέες αστυνομικές ενισχύσεις, οι οποίες όμως υπέστησαν άγρια επίθεση από το πλήθος με πέτρες και άλλα αντικείμενα για αρκετή ώρα.

Μετά το πλήθος κατέβηκε στο κεντρικό αστυνομικό τμήμα και κρατητήριο της οδού Druitt. Εκεί οι διαδηλωτές επιτέθηκαν στο κτίριο, μπήκαν μέσα και απελευθέρωσαν αμέσως τον Knight και όλους τους κρατούμενους. Ένας μικρός αριθμός αστυνομικών γλύτωσε την επίθεση και κράτησε κάποιες πύλες κλειστές και ασφαλείς. Ωστόσο, ένας κρατούμενος, ο Kidney, δεν μπόρεσε να διαφύγει και χτυπήθηκε άσχημα από τους αστυνομικούς. Μετά οδηγήθηκε σε δίκη για απόπειρα απόδρασης με το κεφάλι δεμένο με επιδέσμους, ματωμένα ρούχα και το ένα μπράτσο μπαταρισμένο.

Οι αστυνομικές δυνάμεις ενισχύθηκαν αρκετά στο μεταξύ και συνάντησαν το πλήθος που το διέταξαν να διαλυθεί στο όνομα της βασίλισσς. Οι διαδηλωτές αρνήθηκαν να διαλυθούν και τότε η αστυνομία επιτέθηκε και κατάφερε αυτή τη φορά να τους απωθήσει. Αρκετοί διαδηλωτές απείλησαν ότι θα συγκροτήσουν νέα διαδήλωση αλλά δεν το έκαναν.

Με τη διάλυση του πλήθους άρχισαν και οι συλλήψεις, αν και οι πιο πολλές τυχαίες και μεμονωμένες. Επίσης, υπήρξαν αρκετοί τραυματισμοί και από τις δύο πλευρές. Αρκετοί από τους συλληφθέντες οδηγήθηκαν στο δικαστήριο, ενώ σε πολλούς κρατούμενους αποφασίστηκε να τοποθετηθεί αλυσίσα στο ένα πόδι.

Τη επόμενη μέρα ο ναύτης John Down με μερικούς άλλους συγκεντρώθηκαν εκ νέου και αποπειράθηκαν να απελευθερώσουν κάποιους κρατούμενους με επίθεση στο τμήμα. Οπλισμένοι με ρόπαλα απελευθέρωσαν έναν, αλλά δεν κατάφεραν να επιτύχουν περισσότερα. Τότε κατέφυγαν σε κάποια αγκυροβολημένα πλοία στο Circular Quay, από όπου, πορευόμενοι μέσα από τους βράχους, συγκεντρώθηκαν στο τμήμα της οδού Clarence όπου αποπειράθηκαν να μπουν μέσα. Απαίτησαν την απελευθέρωση των κρατουμένων εκεί και έκαναν απόπειρα επίθεσης στους αστυνομικούς, οι οποίοι όμως ασφάλισαν την είσοδο και ταμπουρώθηκαν στο εσωτερικό. Σε λίγο έφτασαν ενισχύσεις και απώθησαν τους επιτιθέμενους πριν συλλάβουν τον Down και μερικούς άλλους.

Την ίδια ημέρα, αλλά και την επόμενη, 22 άνδρες, οδηγήθηκαν στο κεντρικό δικαστήριο. Όλοι σχεδόν παραπονέθηκαν ότι χτυπήθηκαν και ότι συνελήφθησαν χωρίς λόγο. Παρά την απουσία επαρκών στοιχείων κηρύχθηκαν όλοι ένοχοι για κατηγορίες όπως μέθη, απρεπή συμπεριφορά, επιθέσεις και άλλα. Οι περισσότερες ποινές ήταν χρηματικά πρόστιμα και οι πιο σοβαρές ήταν καταβολή 5 πάουντς (βρεταννικό νόμισμα) ή ένα μήνα φυλάκιση. Ο δε επικεφαλής του δικαστηρίου παραπονέθηκε ότι κανείς από τους ανωτέρους των ναυτών δεν παραβρέθηκε στη δίκη.

* Για το κείμενο αυτό πάρθηκαν στοιχεία κυρίως από το διαδίκτυο.

www.anarkismo.net/article/13862

Comments Off on Η εξέγερση των ναυτών του Σίδνεϊ το 1851
By agrioskylo | - 11:57 pm - Posted in Uncategorized

Αναρχισμός σημαίνει ελευθερία· αναπόσπαστο μέρος της ανθρώπινης φύσης, ένας κομμουνισμός στη λογική του επέκταση: μια ελεύθερη—χωρίς κυβέρνηση—κοινωνία. Το θεμελιώδες χαρακτηριστικό του είναι η άρνηση κάθε σκλαβιάς. Οι κρατιστές σοσιαλιστές μιλούν για την κοινωνική απελευθέρωση—αλλά ούτε μια λέξη για το πώς θα γίνει αυτό.

Υπάρχει ένας ιστοτόπος που σίγουρα οι παλιοί τον γνωρίζουν:

http://www.nestormakhno.info/

Είναι το Αρχείο του Μάχνο (Nestor Makhno Archive), το οποίο ίσως πολλοί καινούργιοι να μην το ξέρουν. Υπάρχει και σε Ελληνική έκδοση, στη διεύθυνση:

http://www.nestormakhno.info/greek/index.htm

Το Αρχείο αυτό περιλαμβάνει τα συγγράματα του Μάχνο, ενός αναρχικού επαναστάτη από την Ουκρανία την εποχή που λίγο βορειότερα—στη Μόσχα—την εξουσία έπαιρναν οι Μπολσεβίκοι. Πολέμησε τόσο εναντίων των Κόκκινων, όσο και εναντίων των Λευκών (η ονομασία των αντικομμουνιστών και τσαρικών της εποχής, σήμερα θα λέγαμε καπιταλιστές). Το αρχείο με τα γραπτά του είναι ένας σημαντικός ιστοτόπος που θα πρέπει να έχετε στους σελιδοδείχτες σας και να διαβάζετε.

Γενικές πληροφορίες για τον σημαντικότατο αυτό επαναστάτη του αναρχοκομμουνιστικού κινήματος μπορείτε να βρείτε στην εγκυκλοπαίδεια:

http://en.wikipedia.org/wiki/Makhno

αλλά κι εδώ:

http://recollectionbooks.com/bleed/Encyclopedia/MakhnoNestor.htm

Παρακάτω θα βρείτε ένα κείμενο του Μάχνο, την Αναρχική Επανάσταση, καθώς και ένα τραγούδι (Μπαλάντα στη λευτεριά). Πολλά περισσότερα θα βρείτε στο Αρχείο του Μάχνο.

«Οι σημαίες σας μαύρες στον άνεμο. Μαύρες για τη δυστηχιά μας. Κόκκινες για το αίμα μας!» (από ένα άλλο τραγούδι με όνομα Makhnovchtchina)

www.nestormakhno.info/index.htm

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

ανοίξτε συζήτηση για αυτό το άρθρο
1062587
Attachment
από @ 9:36πμ, Σάββατο 25 Ιουλίου 2009

MP3 audio: listen

1062588
Attachment
από @ 9:36πμ, Σάββατο 25 Ιουλίου 2009
Nestor Makhno: I anarkhiki epanastasi

Η αναρχική επανάσταση

Νέστωρ Μάχνο

Ο αναρχισμός είναι μια ζωή ελευθερίας και δημιουργικής ανεξαρτησίας για τον άνθρωπο, μια κατάσταση δηλαδή που δεν εξαρτάται από θεωρίες ή από προγράμματα που προσπαθούν να ελέγξουν τη ζωή του ανθρώπου στο σύνολό της. Είναι μια «διδασκαλία» που βασιζόμενη στην πραγματική καθημερινή ζωή, ξεπερνά όλους τους τεχνητούς περιορισμούς και δεν μπορεί να συνθλιφτεί από κανένα σύστημα.

Η εξωτερική μορφή του αναρχισμού είναι μια ελεύθερη, χωρίς κυβέρνηση, κοινωνία, που προσφέρει στα μέλη της ελευθερία, ισότητα και αλληλεγγύη. Οι διάφοροι οργανισμοί μπορούν να δημιουργούνται πλέον, με βάση το ανθρώπινο αίσθημα της αμοιβαίας υπευθυνότητας που έχει παραμείνει αναλλοίωτο σε όλους τους τόπους και όλες τις εποχές.

Το αίσθημα αυτό της αμοιβαίας υπευθυνότητας είναι ικανό να εξασφαλίσει την ελευθερία και την κοινωνική δικαιοσύνη για όλους τους ανθρώπους. Είναι η ολοκλήρωση εντέλει του αληθινού κομμουνισμού. Γι� αυτό, ο αναρχισμός αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ανθρώπινης φύσης, έναν κομμουνισμό στη λογική του επέκταση.

Αυτό μας οδηγεί στην αναγκαιότητα να διατυπώσουμε τις βασικές θεωρητικές συνιστώσες του αναρχισμού, με το να χρησιμοποιήσουμε χειροπιαστά υλικά καθώς και με τη συστηματική επιστημονική ανάλυση.

Μερικοί άνθρωποι, εχθροί της ελευθερίας και της αλληλεγγύης, προσπάθησαν να αποκρύψουν τις αλήθειες του αναρχισμού και να συκοφαντήσουν τα ιδανικά του. Διάφοροι άλλοι, μαχητές για τα δικαιώματα του ανθρώπου, προσπαθώντας να δημιουργήσουν μια άλλη μορφή ζωής, ανέπτυξαν και εκλαΐκευσαν πλατιά αυτές τις ιδέες.

Πιστεύω ότι ο Γκόντγουϊν, ο Προυντόν, ο Μπακούνιν, ο Μοστ, ο Κροπότκιν, ο Μαλατέστα, ο Φορ και άλλοι, ποτέ δεν έκρυψαν από τους ανθρώπους τις αναρχικές ιδέες και ποτέ δεν έδωσαν στις ιδέες αυτές την όψη ενός αμετάβλητου και άκαμπτου δόγματος. Αντίθετα, οι αναρχικές ιδέες αντιπροσωπεύουν μια συμφωνημένη προσπάθεια ώστε να αναδειχτούν οι αναρχικές ρίζες της ανθρώπινης φύσης καθώς και να αποδειχτεί ότι τα δημιουργικά επιτεύγματα του ανθρώπου ποτέ δεν είναι δυνατόν να εκτραπούν από τις αναρχικές ιδέες.

Το θεμελιώδες χαρακτηριστικό του αναρχισμού, που είναι η άρνηση κάθε δουλείας και κάθε σκλαβιάς, βρίσκεται μέσα στην ίδια την ανθρώπινη φύση. Αναρχισμός σημαίνει ελευθερία. Ο σοσιαλισμός από μόνος του δεν μπορεί να καταστρέψει τις αλυσίδες της σκλαβιάς.

Είμαι ένας αναρχικός, ένας επαναστάτης και πήρα μέρος σε ανάλογες δραστηριότητες στην Ουκρανία. Οι Ουκρανοί είναι άνθρωποι που συλλαμβάνουν, με το ένστικτό τους, τη βαθύτερη έννοια των αναρχικών ιδεών και που δραστηριοποιούνται σύμφωνα μ� αυτές. Υπέφεραν από μια απίστευτη σκληρότητα από πλευράς των κρατούντων σε βάρος τους, αλλά ποτέ δεν σταμάτησαν να μιλούν και να δρουν για την ελευθερία.

Αρκετές φορές έκανα τραγικά λάθη πάνω σ� αυτά τα δύσκολα και κακοτράχαλα μονοπάτια, γιατί ήμουν πάντα ανίσχυρος και ανίκανος να παίρνω δικαστικές αποφάσεις. Αλλά επειδή κατανοούσα τους στόχους που τα αδέλφια μου και εγώ είχαμε θέσει, προσπάθησα να παρατηρήσω την επίδραση του ζώντος αναρχισμού κατά τη διάρκεια του αγώνα μας για ελευθερία και ανεξαρτησία.

Έμεινα με την πεποίθηση, μέσα από την ερμηνεία αυτής της πρακτικής μας πάλης, ότι ο αναρχισμός είναι επαναστατικός, ποικίλλοντας και υπερέχοντας σε κάθε πλευρά της ανθρώπινης ζωής αυτής καθεαυτής. Ακόμα κι αν αισθανόμουν ότι βρισκόμουν σε ένα απόμερο τοπίο, με λιγοστές και αμυδρές συμπάθειες προς την αναρχική επαναστατική δραστηριότητα εκ μέρους της τοπικής κοινωνίας, ακόμα και τότε θα μπορούσα να σε καλέσω, αναγνώστη και αδελφέ, ν� αρχίσεις τον αγώνα για τις αναρχικές ιδέες, γιατί μόνο εάν αγωνίζεσαι γι� αυτές μπορείς και να τις κατανοήσεις πληρέστερα.

Ο αναρχισμός είναι γέννημα-θρέμμα της ανθρώπινης φύσης και τρέφεται οργανικά απ’ αυτήν, ελευθερώνοντας τον άνθρωπο από τη ψυχολογική δουλεία, δείχνοντάς του το δρόμο του αγώνα ενάντια στη σκλαβιά. Όσο περισσότερο αφυπνισμένος είναι ένας άνθρωπος τόσο περισσότερο μπορεί ν� αναγνωρίσει και να κατανοήσει τις αιτίες και τις συνθήκες της σκλαβιάς του, να δει το αναρχικό και επαναστατικό πνεύμα που ζητά να ξυπνήσει μέσα του., φανερώνοντας τις σκέψεις και τις δραστηριότητές του. Και αυτό το πνεύμα ενυπάρχει μέσα σε κάθε άντρα και γυναίκα, ακόμα κι αν αυτοί δεν ξέρουν τίποτα απ� τον κόσμο του αναρχισμού, ακόμα κι αν ποτέ δεν είχαν ακούσει κάτι γι� αυτόν.

Ο αναρχισμός παίζει καθοριστικό ρόλο στον εμπλουτισμό της ανθρώπινης ζωής, είναι ένας παράγοντας που έχει αναγνωρισθεί, τόσο από καταπιεστές όσο κι από καταπιεζόμενους. Οι καταπιεστές ικανοποιούν τα γούστα τους, με το να διαστρεβλώνουν συστηματικά τις αναρχικές ιδέες, ενώ οι καταπιεσμένοι τις μεταφέρουν στα σπλάχνα της κοινωνίας. Μπορεί ο σύγχρονος πολιτισμός να έχει επιτύχει να καταστήσει τον αναρχισμό προσπελάσιμο και για τ� αφεντικά και για τους δούλους, αλλά ποτέ δεν στάθηκε ικανός να εξαλείψει αυτή τη θεμελιώδη διαμαρτυρία της ανθρώπινης φύσης, καθώς και τη θέση της ανθρώπινης ανεξάρτητης διάνοιας στο ότι δεν υπάρχει θεός.

Έχει αποδειχθεί η μειονεκτικότητα του τεχνητού των ιδεών του ιερατείου και της ιεραρχίας του. Αλλά υπάρχουν διάφορες άλλες ιδέες που έχουν προβληθεί στην κοινωνία διαμέσου του αναρχισμού, όπως ο φιλελευθερισμός, ο σοσιαλισμός και ο μπολσεβικισμός. Αυτά τα δόγματα, αν και έχουν μεγάλη επίδραση στη σημερινή κοινωνία, αν και ο θρίαμβός τους βρίσκεται σ� ένα ήδη κλονισμένο στάδιο, εξαιτίας του τεχνητού τους, έχουν απαρνηθεί την οργανική ανάπτυξη και σύνδεση με την κοινωνία κι έχουν την τάση να την παραλύουν. Ο ελεύθερος άνθρωπος από την άλλη πλευρά, έχει πετάξει μακριά το παρελθόν, με τα εμπόδια, τα ψέματα και την κτηνωδία του. Έχει θάψει το σάπιο κουφάρι, το σαθρό πτώμα της σκλαβιάς, καθώς και την αντίληψη εκείνη ότι, το παρελθόν είναι καλύτερο. Ο άνθρωπος αυτός έχει ήδη απελευθερωθεί εν μέρει από την ομίχλη των ψεμάτων και της κτηνωδίας που τον σκλάβωνε, από τη μέρα που γεννήθηκε, στη λατρεία του χρήματος, της νομιμότητας και της υποκριτικής επιστήμης.

Απελευθερώνοντας τον εαυτό του ο άνθρωπος από τη σκλαβιά αυτή, καταλαβαίνει καλύτερα την κατάσταση στην οποία βρίσκεται και τώρα το βιβλίο της ζωής του είναι ορθάνοιχτο μπροστά του. Βλέπει ότι η προηγούμενη ζωή του δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μια σκληρή κι αφόρητη σκλαβιά που κατέπνιγε όλες τις έμφυτες κλίσεις του. Βλέπει ότι, η προηγούμενη ζωή του ήταν ένα βάρος, ότι ήταν ο ίδιος ο σκλάβος για μερικούς ή αφεντικό πάνω σε άλλους, ότι κολυμπούσε μέσα σ� έναν ποταμό δακρύων ή ότι ποδοπατούσε ο ίδιος άλλους ανθρώπους.

Όταν το αίσθημα της ελευθερίας ξυπνάει στην ανθρωπότητα, τότε αυτή ξεπερνάει κάθε τεχνητό μέσο και κινείται προς την κατεύθυνση της ανεξάρτητης δημιουργικότητας. Στις παλιότερες εποχές αυτή η διαδικασία συνέβαινε σε κάθε μια γενιά αλλά τώρα η εξέλιξη αυτή προχωρεί χρόνο με το χρόνο, επειδή ο άνθρωπος δεν επιθυμεί πια να είναι άβουλο όργανο του νόμου σε βάρος άλλων ή να ανέχεται το νόμο των άλλων πάνω του. Από τη στιγμή που ο άνθρωπος ελευθερωθεί από γήινους κι επουράνιους «θεούς», ελευθερωθεί από τους λεγόμενους «καλούς τρόπους» και την «ηθικότητα» που απορρέουν απ� όλα αυτά, τότε ανυψώνει τη φωνή του και παλεύει ενάντια στη σκλαβιά που πνίγει την ανθρωπότητα και αλλοιώνει τη φύση της.

Αυτός ο άνθρωπος που διαμαρτύρεται, που έχει ολοκληρωτικά κατανοήσει την πραγματική του ταυτότητα και που τώρα βλέπει με τα ίδια του τα μάτια την πραγματικότητα, δημιουργεί τώρα ομάδες ελεύθερων ανθρώπων, συνεργαζόμενων μεταξύ τους, μέσω της ιδέας και της δράσης. Οποιοσδήποτε έρχεται σε επαφή με τις ομάδες αυτές σταματά να είναι υπηρέτης και απελευθερώνεται από την κυριαρχία των άλλων πάνω του. Κάθε άνθρωπος που προέρχεται από το χωράφι, το εργοστάσιο, το θρανίο του Πανεπιστημίου ή αυτό της Ακαδημίας, θα αναγνωρίσει τον εξευτελισμό που φέρνει η σκλαβιά.

Καθώς ο άνθρωπος ανακαλύπτει την αληθινή του προσωπικότητα, πετάει μακριά όλες τις τεχνητά δημιουργημένες ιδέες που αναπτύσσονται ενάντια στα ίδια του τα δικαιώματα και συντηρούν τη σχέση αφεντικού-σκλάβου στη σύγχρονη κοινωνία. Όσο πιο γρήγορα αναδεικνύει ο άνθρωπος τα αγνά στοιχεία της προσωπικότητάς του τόσο πιο κοντά έρχεται η γέννηση μιας νέας, ελεύθερης κοινωνίας, τόσο πιο γρήγορα ο ίδιος γίνεται συνειδητός αναρχικός κι επαναστάτης. Αυτό σημαίνει ότι οι αναρχικές ιδέες είναι, ήδη, ριζωμένες μέσα στην ανθρωπότητα, ότι ο ελεύθερος άνθρωπος αναγνωρίζει τις βαθιές τους αλήθειες, τη διαύγεια και την αγνότητά τους, το μήνυμα της ελευθερίας και της δημιουργίας, το ιδανικό του αναρχισμού, τη διδασκαλία μιας ανανεωμένης ζωής για τον άνθρωπο, ως άτομο και ως κοινωνική ύπαρξη.

Στο σύγχρονο κόσμο η κοινωνία δεν ζει για τον εαυτό της αλλά για τη συντήρηση και διαιώνιση της σχέσης αφεντικού-σκλάβου. Η κοινωνία έχει ολοκληρωτικά απανθρωποποιηθεί. Με ανθρώπινους όρους μιλώντας, δεν μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει σήμερα κοινωνία. Από την άλλη, είναι αρκετά διαδεδομένη και πιστευτή από πολλούς η άποψη ότι το κράτος είναι η κοινωνία. Αλλά μπορεί να ονομάζεται «κοινωνία» μια ομάδα ανθρώπων που ζει σε βάρος όλης της ανθρωπότητας; Και γιατί θα πρέπει ο άνθρωπος, είτε ως άτομο είτε ως ομάδα, να είναι ένα τίποτα μπροστά στη νωθρή αυτή ομάδα των ηγετών;

Αυτές οι ύαινες της δεξιάς και της αριστεράς, οι πολιτικοί αρχηγοί, έχουν στεναχωρηθεί αρκετά με τις αναρχικές ιδέες. Οι μπουρζουάδες τουλάχιστον, είναι ειλικρινείς σ’ αυτό. Αλλά οι κρατιστές σοσιαλιστές όλων των αποχρώσεων, συμπεριλαμβανομένων και των μπολσεβίκων, είναι τόσο απασχολημένοι στο να εξασφαλίσουν τη διαιώνιση των υπαρχόντων νόμων, αφήνοντας τη δομή της εξουσιαστικής κοινωνίας ανέπαφη. Προσπαθούν να διασώσουν τη σχέση αφεντικού-σκλάβου με όλες τους τις δυνάμεις. Και μολονότι ξέρουν πολύ καλά ότι οι αντιφάσεις τους είναι αυτό που τους χαρακτηρίζει, ότι προσποιούνται, αγωνίζονται για να προλάβουν την έλευση του αναρχικού κομμουνισμού.

Στα προγράμματά τους, οι κρατιστές σοσιαλιστές μιλούν για την κοινωνική απελευθέρωση του ανθρώπου. Αλλά δεν υπάρχει ούτε μια λέξη για το πώς θα γίνει αυτό. Και από την άλλη, οι ίδιοι βεβαιώνουν ότι η απελευθέρωση αυτή δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί έξω από τη δική τους κηδεμονία. Η «απελευθέρωση» κάτω από τη διεύθυνση οποιασδήποτε κυβέρνησης ή πολιτικής οργάνωσης δεν μπορεί να έχει καμιά σχέση με την ελευθερία. Η αστική τάξη, που ποτέ δεν προσέφερε κάτι το όμορφο και το χρήσιμο στην κοινωνία, λέει στους καταπιεσμένους: «Αν υπάρχει τώρα σκλαβιά, θα υπάρχει πάντα. Δεν μπορούμε να μετασχηματίσουμε την κοινωνική ζωή, γιατί έχουμε επενδύσει αρκετά κεφάλαια στη βιομηχανία και τη γεωργία. Εκτός αυτού, η σύγχρονη ζωή είναι ευχάριστη για μας όλους – βασιλιάδες, προέδρους, κυβερνήσεις – και ικανοποιεί τις επιθυμίες μας». Ή λέει: «Η ζωή στη σύγχρονη μας κοινωνία είναι γεμάτη από υποσχέσεις και προκλήσεις».

«Όχι, όχι», λένε οι κρατιστές σοσιαλιστές και κομμουνιστές, «διαφωνούμε». Τότε κι αυτοί με τη σειρά τους, ορμούν κατά πάνω στους καταπιεσμένους, τους μαντρώνουν μέσα σε κόμματα και τους καλούν να εξεγερθούν σύμφωνα με τα ακόλουθα: «Πετάξτε τους αστούς από τις θέσεις που κατέχουν και πιάστε τις εσείς. Θα δουλέψουμε για σας. Θα σας απελευθερώσουμε»!

Έτσι, οι καταπιεσμένοι, που το μίσος τους για την κυβέρνηση είναι μεγάλο, αρχίζουν να τρέφουν μεγαλύτερο μίσος που, κατά τη διάρκεια της επανάστασης, καταστρέφει το μηχανισμό της εξουσίας και των αντιπροσώπων της. Αλλά, είτε από αδεξιότητα είτε από αφέλεια, επιτρέπουν στους κρατιστές σοσιαλιστές να έρθουν στην εξουσία. Με τον τρόπο αυτό, οι κομμουνιστές πήραν την εξουσία στη Ρωσία. Αυτοί οι κομμουνιστές, τα πραγματικά κατακάθια της κοινωνίας, που προκαλούν το κλάμα του κόσμου, που σκοτώνουν αθώους και κρεμούν την ελευθερία, που πυροβολούν και σκοτώνουν ανθρώπους όπως ακριβώς έκαναν και ενάντια στους αστούς. Σκοτώνουν ανθρώπους που σκέφτονται και δρουν διαφορετικά απ’ αυτούς, στην κατεύθυνση να υποδουλώσουν τους πάντες κάτω από την εξουσία τους, να κλείσουν το δρόμο στη διάχυση του πνεύματος της ελευθερίας και της ανθρώπινης δημιουργικότητας, στην κατεύθυνση να σκλαβώσουν εκ νέου τον άνθρωπο στο θρόνο της κυβέρνησης, που μόλις κατέκτησαν. Προσλαμβάνουν φρουρούς για να τους φυλάνε και δολοφόνους για να σκοτώνουν ελεύθερους ανθρώπους.

Κάτω από το βάρος των αλυσίδων, έφτιαξαν την «Εργατική Δημοκρατία» στη Ρωσία, με τα βογκητά και τους στεναγμούς των ανθρώπων, όπως ακριβώς έκαναν και οι αστοί.

Έτσι λοιπόν, ο άνθρωπος τώρα στενάζει κάτω από το ζυγό των κρατιστών σοσιαλιστών. Οι δύο δήμιοι – ο παλιός και ο νέος – είναι δυνατοί. Οι μέθοδοί τους είναι εξίσου δυνατοί για να διατηρούνται στην εξουσία. Έχουν γίνει αληθινοί κάτοχοι της τέχνης της καταστολής κάθε αντιπολίτευσης που οργανώνεται από τον άνθρωπο κάτω από το δυσβάστακτο βάρος της εξουσίας και της απελπισίας που αυτή γεννά. Αλλιώς, κατεβάζει τα χέρια και σκύβει το κεφάλι, όπως κάνει ένας καταδικασμένος σκλάβος πριν την χαρακτηριστική κίνηση του δήμιου. Εξαπλώνεται μ’ αυτό τον τρόπο, η ανθρώπινη δυστυχία και η αθλιότητα, απ� όπου ο άνθρωπος θα πρέπει να πλάσει και να σφυρηλατήσει τις πεποιθήσεις του, να κάνει τους άλλους ανθρώπους αδέλφια του και να αγωνιστεί για την ελευθερία.

Ο άνθρωπος νιώθει ελεύθερος, μόνον όταν προετοιμαστεί να σκοτώσει τον κάθε δήμιο και τον κάθε εξουσιαστή μεγιστάνα, εάν αυτοί δεν επιθυμούν να σταματήσουν τα αίσχη τους σε βάρος της ανθρωπότητας. Είναι ελεύθερος μόνον εάν δεν αντιμετωπίζει ως θέμα προτεραιότητας την αλλαγή της κυβέρνησης και δεν παραπλανάται από την «Εργατική Δημοκρατία» των μπολσεβίκων. Είναι ελεύθερος όταν υποστηρίζει τη δημιουργία μιας αληθινά ελεύθερης κοινωνίας, βασισμένης στην αμοιβαία υπευθυνότητα, μιας μοναδικά ελεύθερης κοινωνίας. Η άποψή του για το κράτος πρέπει να είναι η άποψη της συνολικής του καταστροφής.

Εξεγερθείτε αδέλφια, ενάντια σε όλες τις κυβερνήσεις! Καταστρέψτε την εξουσιαστική κοινωνία των αστών και μην επιτρέψετε στους κρατιστές σοσιαλιστές και στην κυβέρνηση των μπολσεβίκων να έρθουν στη ζωή! Καταστρέψτε όλες τις εξουσίες και διώξτε μακριά τους αντιπροσώπους τους!

Υπάρχουν, όπως είπαμε, στιγμές που η εξουσία των κρατιστών σοσιαλιστών και κομμουνιστών είναι χειρότερη απ� αυτή των αστών. Μετά την εγκαθίδρυσή τους στην εξουσία, ο κομμουνιστές έγιναν ύπουλοι και ένοχοι για πολλά. Δεν θέλουν να δουν πώς ο λαός διαβιεί. Λένε ψέματα, κλέβουν και εξαπατούν διαρκώς το λαό. Αλλά εάν ο λαός το καταλάβει αυτό, τότε θα αρχίσει να βράζει με αγανάκτηση. Τότε η κυβέρνηση θα πέσει πάνω του, θα τον καταστείλει και θα τον σφάζει στο όνομα του «σοσιαλισμού» ή του «κομμουνισμού».

Αλλά οι νέοι κρατούντες έχουν ρίξει προ πολλού τις λέξεις αυτές και τις ιδέες στο καλάθι των αχρήστων. Και είναι κάτι τέτοιες στιγμές, που ο νόμος των κρατιστών σοσιαλιστών και των μπολσεβίκων γίνεται περισσότερο εξευτελιστικός σε βάρος των καταπιεσμένων απ� ό,τι αυτός των αστών. Ενώ οι αστοί κρεμούσαν έναν επαναστάτη, οι «σοσιαλιστές» ή οι μπολσεβίκοι τον στραγγαλίζουν στον ύπνο του, ή τον σκοτώνουν με δολιότητα και τεχνάσματα. Και οι δύο περιπτώσεις συνιστούν την ίδια εξαχρείωση αλλά οι «σοσιαλιστές» είναι περισσότερο εξαχρειωτικοί και χωμένοι στη διαφθορά, εξαιτίας αυτών των άθλιων μεθόδων τους.

Κάθε πολιτική επανάσταση, είτε προέρχεται από την αστική τάξη είτε από τους «σοσιαλιστές» ή τους «κομμουνιστές», είναι καταδικασμένη να επιδείξει τα ίδια χαρακτηριστικά που περιγράψαμε πριν. Ένα παράδειγμα γι� αυτό είναι οι Ρωσικές Επαναστάσεις του Φλεβάρη και του Οκτώβρη 1917.

Οι καταπιεσμένοι ένιωσαν εν μέρει ελεύθεροι και άρχισαν να αγωνίζονται για μια συνολική ελευθερία. Αυτό το εξέφρασαν έμπρακτα, με το να διώχνουν ιδιοκτήτες γης και να οικειοποιούνται τις εκτάσεις των μοναστηριών, με το να μοιράζουν τη γη σ’ αυτούς που επιθυμούσαν να την καλλιεργήσουν, χωρίς νοικιασμένη εργασία. Εργοστάσια, τυπογραφεία και άλλοι τόποι εργασίας ελέγχονταν από τους άμεσα ενδιαφερόμενους, τους εργαζόμενους σ� αυτά. Έγιναν, επίσης, προσπάθειες να δημιουργηθούν ελεύθεροι σύνδεσμοι μεταξύ των πόλεων και των χωριών. Και, φυσικά, όλος αυτός ο κόσμος που ήταν απασχολημένος με τις διαδικασίες αυτές, ήταν απληροφόρητος για το ότι υπήρχαν τοπικές κυβερνήσεις στο Κίεβο, το Χάρκοβο, την Αγία Πετρούπολη και αλλού. Όλος αυτός ο κόσμος ήταν διατεθειμένος να ιδρύσει μια νέα, ελεύθερη κοινωνία, χωρίς κυβερνήσεις, παράσιτα και εξουσιαστικές ηλιθιότητες.

Αυτή η υγιής δραστηριότητα ήταν αξιοσημείωτη στα Ουράλια, στη Σιβηρία και στην Ουκρανία. Ήταν επίσης αξιοσημείωτη και σε μερικές πόλεις, όπως το Πέτρογκραντ, η Μόσχα, το Κίεβο και η Τιφλίδα. Αλλά οι κρατιστές σοσιαλιστές και οι μπολσεβίκοι διέθεταν ένα εκτεταμένο δίκτυο μελών και επαγγελματιών δολοφόνων. Με τη βοήθεια όλων αυτών, κατάφεραν να ποδηγετήσουν τις λαϊκές ελευθερίες στη γένεσή τους. Και πρέπει να παραδεχθούμε ότι πράγματι, έκαναν μια θαυμάσια δουλειά. Η ισπανική Ιερά Εξέταση θα μπορούσε να είχε πρασινίσει από τη ζήλια της, μπροστά στα εγκλήματα των κρατιστών σοσιαλιστών και των μπολσεβίκων.

Τώρα ξέρουμε όλες τις πραγματικές αλήθειες που κρύβονται πίσω από την κυβέρνηση. Στους μπολσεβίκους και στους «σοσιαλιστές» λέμε: Αίσχος! Ατιμία! Μιλάτε για την αστική τρομοκρατία, αλλά κι εσείς κάνετε τα ίδια. Έχετε την εξουσία και είσαστε οι ίδιοι υπηρέτες των αστών και σκλάβοι των μεθόδων τους. Έχετε γίνει οι ίδιοι αστοί!

Ρίχνοντας μια ματιά στις εμπειρίες που συνάγονται από τη διακυβέρνηση του μπολσεβίκικου κομμουνισμού, κατά τη διάρκεια των πρόσφατων χρόνων, καταλαβαίνουμε ότι αυτό το συγκεκριμένο είδος σοσιαλισμού δεν μπορεί να υλοποιηθεί ποτέ, χωρίς να χρειαστούν οι μέθοδοί τους. Η εκμετάλλευση και η καταπίεση σε βάρος της πλειοψηφίας, είναι καταστάσεις έμφυτες στο σύστημα αυτό. Ο διαχωρισμός της κοινωνίας δεν συμβαδίζει με το σοσιαλισμό, ενώ οι μπολσεβίκικες μέθοδοι είναι απλά και μόνο μεταμφιέσεις που χρησιμοποιούν οι εξουσιαστές με άλλο όνομα, για να απλώσουν ξανά ρίζες στην κοινωνία.

Αυτή είναι η αλήθεια. Ρίξτε μόνο μια ματιά στους βάνδαλους μπολσεβίκους και την εξουσία τους πάνω στις λαϊκές κατακτήσεις. Κοιτάξτε τους κατάσκοπους, την αστυνομία, τους νόμους, τις φυλακές, τους δεσμοφύλακες και τους κλητήρες τους. Ο Κόκκινος Στρατός είναι ο παλιός στρατός με νέο όνομα.

Φιλελευθερισμός, σοσιαλισμός, μπολσεβικισμός είναι τρεις διαφορετικοί τρόποι, που όμως συνενώνονται για να αρπάξουν την εξουσία σε βάρος της ανθρωπότητας. Και η εξουσία αυτή χρησιμοποιείται για να σταματήσει την ανθρώπινη πρόοδο προς την αυτοσυνείδηση και την ανεξαρτησία.

ΣΤΗΝ ΕΞΕΓΕΡΣΗ! Αυτό είναι το σύνθημα των αναρχικών προς τους εκμεταλλευόμενους. Εξεγερθείτε. Καταστρέψτε όλες τις κυβερνήσεις και μην τις αφήσετε ποτέ να ριζώσουν. Η εξουσία χρησιμοποιείται από εκείνους που ποτέ δεν έχουν ζήσει πραγματικά από τα προϊόντα του μόχθου τους.

Η κυβερνητική εξουσία ποτέ δεν θα αφήσει τους εκμεταλλευόμενους να βρουν το δρόμο προς την ελευθερία. Η κυβέρνηση, η εξουσία, είναι τα όργανα των τεμπέληδων, που θέλουν να κυριαρχούν πάνω στους άλλους και δεν τους πειράζει εάν η εξουσία βρίσκεται στα χέρια των αστών, των «σοσιαλιστών» ή των μπολσεβίκων. Δεν υπάρχει κυβέρνηση χωρίς δόντια. Δόντια να μασήσει κάθε άνθρωπο που λαχταρά μια ελεύθερη ζωή.

Αδελφέ. Δίωξε την εξουσία από τον εαυτό σου. Ποτέ μη γοητεύεσαι απ� αυτήν. Μια αληθινά συλλογική ζωή ποτέ δεν δημιουργείται με προγράμματα ή κυβερνήσεις, αλλά με την ελευθερία του ατόμου, τη δημιουργικότητα και την ανεξαρτησία του. Η ελευθερία του κάθε ατόμου εμπεριέχει το σπόρο μιας ολοκληρωτικά ελεύθερης κοινωνίας που ζει ως μια οργανικά αποκεντρωμένη ολότητα, ενωμένη στην επιδίωξη του πιο σπουδαίου ανθρώπινου στόχου: του αναρχικού κομμουνισμού.

Ο αναρχικός κομμουνισμός είναι μια σπουδαία κοινότητα σε μια κατάσταση συνολικής αρμονίας. Δημιουργείται εθελοντικά από ελεύθερα άτομα, που σχηματίζουν συνδέσμους και ομοσπονδίες, ανάλογα με τις ανάγκες τους. Ο αναρχικός κομμουνισμός επιζητεί να εξασφαλίσει τη μέγιστη ανθρώπινη ελευθερία και το δικαίωμα του ανθρώπου στην χωρίς σύνορα και όρια ανάπτυξή του, παλεύει ενάντια σε όλα τα κακά και τις αδικίες που είναι έμφυτα στις κυβερνήσεις.

Μια ελεύθερη και χωρίς κυβέρνηση κοινωνία στοχεύει στο να καλλωπίσει τη ζωή, με την πνευματική ή χειρωνακτική εργασία, που όμως θα δίνει στον άνθρωπο μόνο ανεξάντλητα πλούτη, που θα μεθά τον άνθρωπο με την ομορφιά της γης και την αυτοελευθερία.

Ο αναρχικός κομμουνισμός θα αφήσει τον άνθρωπο να αναπτύξει τη δημιουργική του ανεξαρτησία προς όλες τις κατευθύνσεις,. Θα υπάρχει μια ελεύθερη και ευτυχισμένη ζωή, με αδελφική εργασία και αμοιβαιότητα. Δεν θα χρειάζονται φύλακες, δήμιοι, κατάσκοποι, πράκτορες, που είναι παράγωγα των αστών και των «σοσιαλιστών». Δεν θα υπάρχει ανάγκη για κλεψιά ή δολοφονία, όπως κάνει τώρα το κράτος.

Προετοιμαστείτε αδελφοί να δημιουργήσετε αυτή την κοινωνία,. Θυμηθείτε ότι οι οργανώσεις σας θα πρέπει να είναι ασφαλείς σε επιθέσεις. Ο εχθρός της ελευθερίας σας είναι το κράτος που χαρακτηρίζεται από τα ακόλουθα: κατοχή ιδιοκτησίας, αγάπη για το πόλεμο και εξουσία του δικαστή, του παπά και του χωροφύλακα.

Οι ακαδημαϊκοί εκείνοι που αλλοιώνουν την αλήθεια για τον άνθρωπο, είναι αυτοί οι ίδιοι που φτιάχνουν νόμους και δικαστικές νόρμες, είναι αυτοί οι ίδιοι που γράφουν επιτήδεια και μ� έναν γλοιώδη τρόπο, για να κερδίσουν χρήμα και προνόμια. Είναι απασχολημένοι όλη την ώρα, προσπαθώντας να επαληθεύσουν τη δήθεν ορθότητα των πιο πάνω χαρακτηριστικών του κράτους, αυτών των χαρακτηριστικών που εξευτελίζουν την ανθρώπινη ζωή.

Ο εχθρός είναι σκληρός. Για χίλια και πλέον χρόνια έχει αποκτήσει πείρα από την κλεψιά, τη βία, την εκμετάλλευση και τις δολοφονίες. Αλλά τώρα περνά μια βαθιά κρίση και προσπαθεί εναγώνια ν� αλλάξει την εξωτερική του όψη, αλλά το κάνει αυτό, μόνο και μόνο επειδή η ύπαρξή του απειλείται από μια αναδυόμενη νέα γνώση. Αυτή η νέα γνώση ξυπνά τον άνθρωπο από το βαθύ λήθαργο, ελευθερώνοντας τον από τις προκαταλήψεις που εμφυτεύονται από τον σεβασμό προς τα χαρακτηριστικά του κράτους, δίνοντας του ένα όπλο για να αγωνιστεί για μια αληθινή κοινωνία.

Αυτή η αλλαγή στην εξωτερική εμφάνιση του εχθρού μας μπορεί να εκληφθεί ως ρεφορμισμός. Στη Ρωσία τα βασικά χαρακτηριστικά του κράτους φαίνονταν ότι είχαν εξαφανιστεί από προσώπου γης, αλλά στην πραγματικότητα ο εχθρός μας άλλαζε προσωρινά αυτά τα χαρακτηριστικά και ανασυντάσσεται τώρα, για να πολεμήσει εκ νέου ενάντιά μας. Το σύστημα του μπολσεβίκικου κομμουνισμού ειδικά, είναι αυτό που ανανεώνει και ενισχύει αυτά τα χαρακτηριστικά και προσπαθεί να ξεχαστεί η πάλη του ανθρώπου για την αληθινή ελευθερία.

Η μόνη αξιόλογη μέθοδος στα πλαίσια της πάλης ενάντια στη σκλαβιά, είναι η κοινωνική επανάσταση που προσκαλεί τους ανθρώπους σε μια συνεχή μάχη, σε μια συνεχή εξέλιξη. Στην αρχή, στην αρχική έκρηξή της, η κοινωνική επανάσταση είναι βίαιη και συντρίβει κάθε εμπόδιο που τεχνητά στέκεται μπροστά της. Αυτά τα εμπόδια και οι φραγμοί αυξάνουν τη δύναμη της εξουσίας. Οι αναρχικοί επαναστάτες έχουν ήδη εργασθεί σκληρά και συνεχίζουν να εργάζονται για την κοινωνική επανάσταση και κάθε άνθρωπος, που έχει συνειδητοποιήσει τη σκλαβιά του, έχει υποχρέωση να βοηθήσει τους αναρχικούς.

Την ίδια στιγμή, κάθε άνθρωπος πρέπει να αισθάνεται υπεύθυνος για όλη την ανθρωπότητα, όταν αυτή παλεύει ενάντια στα χαρακτηριστικά σημεία που συνθέτουν το κράτος ως έννοια και πράξη. Κάθε άνθρωπος επίσης, θα πρέπει να θυμάται ότι η κοινωνική επανάσταση θα χρειαστεί τις κατάλληλες μεθόδους πραγματοποίησής της. Αυτό αποτελεί μια αλήθεια των αναρχικών που προπορεύονται και ανοίγουν το δρόμο προς την ελευθερία.

Κατά τη διάρκεια της βίαιης φάσης της επανάστασης, όταν καταργείται η σκλαβιά και η ελευθερία αρχίζει να απλώνεται μ� ένα βίαιο ξέσπασμα, η οργάνωση και οι κατάλληλες μέθοδοι είναι βασικές προϋποθέσεις, ώστε να εξασφαλισθούν τα κέρδη της κοινωνίας μέχρι αυτή τη στιγμή. Στη φάση αυτή, ο κάθε άνθρωπος είναι χρήσιμος στην υπόθεση της επανάστασης. Η Ρώσικη Επανάσταση, όπου οι αναρχικοί έπαιξαν ένα σημαντικό ρόλο – και που μπορούσαν να τη φέρουν σε πέρας – μας φέρνει την εμπειρία ότι αυτοί που εξεγείρονται χάνουν τις αλυσίδες τους και δεν έχουν όρεξη να βάλουν κάποιον άλλον πάνω από το κεφάλι τους.

Στην επαναστατική τους ορμή, οι εκμεταλλευόμενοι στη Ρωσία, ζήτησαν τη δημιουργία ελεύθερων οργανισμών που θα χρησίμευαν μόνο στο να κτίσουν μια νέα κοινωνία και που θα μπορούσαν, επίσης, να χρησιμεύσουν ως ασπίδα ενάντια σε τυχόν επιθέσεις του εχθρού.

Παρατηρώντας βαθύτερα αυτή τη διαδικασία, ερχόμαστε στο συμπέρασμα ότι η καλύτερη μέθοδος δημιουργίας μιας συλλογικής ελευθερίας είναι τα ελεύθερα συμβούλια.

Έτσι, οι αναρχικοί καλούν τους σκλαβωμένους να αγωνιστούν για τη δημιουργία αυτών των ελεύθερων οργανισμών. Τους καλούν να πιστέψουν ότι η κοινωνική επανάσταση θα φέρει την ελευθερία και θα συντρίψει ολοκληρωτικά τη σκλαβιά. Οι μόνοι που μπορούν να προστατεύσουν αυτήν την ιδέα και εντέλει την ίδια την κοινωνική επανάσταση, είναι οι άνθρωποι αυτοί που έχουν κάνει ήδη την κοινωνική επανάσταση και που έχουν εξισώσει στη ζωή τους τις ανάγκες και τους στόχους τους. Τη στιγμή που οι άνθρωποι επιτυγχάνουν την κοινωνική επανάσταση, σχεδόν αμέσως και ενστικτωδώς, αρχίζουν να δημιουργούν ελεύθερους οργανισμούς που στηρίζονται και εμπιστεύονται τις αναρχικές ιδέες. Υποστηρίζουν τα ελεύθερα συμβούλια. Τη στιγμή αυτή είναι που οι αναρχικοί θα πρέπει να τους βοηθήσουν πολύπλευρα, ώστε να πραγματώσουν τους στόχους τους.

Τα οικονομικά και άλλα συναφή προβλήματα σε μια ελεύθερη κοινωνία θα λυθούν με τη δημιουργία κο-οπερατίβων παραγωγών – καταναλωτών, όπου τα ελεύθερα συμβούλια θα δράσουν συντονιστικά και προωθητικά. Ο ρόλος των ελεύθερων συμβουλίων κατά τη διάρκεια της κοινωνικής επανάστασης πρέπει να χαρακτηρίζεται από το να καλεί τους ανθρώπους να παίρνουν τα δικαιώματά τους στη γη, στα εργοστάσια, στους άλλους χώρους εργασίας, στα ανθρακωρυχεία, στα καράβια, στα δάση και αλλού στα χέρια τους, ενώ ομάδες εθελοντών, σύμφωνα με τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα και τις κλίσεις του καθένα, θα δημιουργούνται ολοένα και έτσι ένα ολόκληρο κοινωνικό εργαστήρι θα δημιουργείται κατ� αυτόν τον τρόπο, ελεύθερα και ανεξάρτητα.

Η πάλη για την κοινωνία αυτή της ελευθερίας θα απαιτήσει σπουδαίες θυσίες, αλλά θα είναι και η τελική προσπάθεια του νεοαπελευθερωμένου ανθρώπου. Στην πάλη αυτή δεν θα υπάρξει κανείς δισταγμός ούτε και συναισθηματισμός.

Ζωή ή θάνατος; Η ερώτηση αυτή θα εγερθεί πριν κάθε άνθρωπος σκεφθεί ότι πρέπει να αναλάβει άμεση δράση για να επανακτήσει τα δικαιώματά του για μια καλύτερη ζωή. Καθώς τα υγιή ένστικτα του ανθρώπου θα υπερισχύουν, ο άνθρωπος θα είναι ο νικητής και ο πραγματικός δημιουργός.

Οργανωθείτε αδέλφια. Καλέστε κάθε άνθρωπο στις γραμμές σας. Καλέστε τον από το εργοστάσιο και το σχολείο. Καλέστε τους σπουδαστές και τους μορφωμένους. Οι εννιά στους δέκα ακαδημαϊκούς δεν θα έρθουν μαζί σας ή αν θα έρθουν θα το κάνουν με σκοπό να σας εξαπατήσουν, εάν φυσικά είναι υπηρέτες του κράτους. Αλλά ο δέκατος θα είναι πραγματικά μαζί σας. Αυτός θα είναι πραγματικός σας φίλος και θα σας βοηθήσει να νικήσετε και να καταβάλλετε τις δολιότητες των άλλων εννιά.

Οργανωθείτε. Καλέστε κάθε άνθρωπο στις γραμμές σας. Καλέστε όλους τους κυβερνήτες να σταματήσουν την κτηνωδία ενάντια στην ανθρώπινη ζωή. Εάν δεν το κάνουν, αφοπλίστε την αστυνομία, το στρατό και τους άλλους μηχανισμούς του κράτους. Καταστρέψτε τις φυλακές τους, αχρηστέψτε τους νόμους τους, σκοτώστε τους δήμιους τους, αυτούς τους μακελάρηδες της ανθρωπότητας. Συντρίψτε την εξουσία. Καλέστε στις γραμμές σας τους απλούς στρατιώτες. Υπάρχουν βέβαια αρκετοί δολοφόνοι στις γραμμές του στρατού που έχουν δωροδοκηθεί για να σας σκοτώσουν. Υπάρχουν όμως ακόμα και πολλοί φίλοι σας στο στρατό, που θα εναντιωθούν στους δολοφόνους και θα έρθουν με την πλευρά σας.

Αφού, λοιπόν, θα έχουμε όλοι γίνει μια οικουμενική οικογένεια αδέλφια, θα πρέπει να πάμε λίγο μακρύτερα, στην πάλη ενάντια στο σκοτάδι, για την οικουμενική πανανθρώπινη ιδέα! Θα ζήσουμε σαν αδέλφια. Κανένας δεν θα είναι σκλαβωμένος. Το κτηνώδες πρόσωπο του εχθρού θα συντριφθεί κάτω από τη δύναμη του επαναστατικού μας στρατού.

Εάν οι εχθροί μας δεν συμφωνούν με τις ιδέες μας, θα τις επαναλάβουμε, χτίζοντας τη ζωή μας με βάση την ατομική ελευθερία του καθένα μας. Μόνο οι σκληροί εγκληματίες που ανήκουν στην υπηρεσία του κράτους, δεν θα επιθυμήσουν να βαδίσουν στο δρόμο αυτό, προς μια νέα ζωή, με βάση τη δημιουργική ανθρώπινη δραστηριότητα,. Θα προσπαθήσουν να μας πολεμήσουν για να ξανακερδίσουν την εξουσία τους. Αυτοί πρέπει να πεθάνουν.

Ζήτω η ιδέα της οικουμενικής ανθρώπινης κοινωνίας και η πάλη του ανθρώπου προς αυτή!

Ζήτω η ιδέα της αναρχικής κοινωνίας!

* Η μπροσούρα του Νέστωρα Μάχνο μεταφράστηκε για πρώτη φορά από τα ρωσικά στα αγγλικά από τον Μάικ Τζόουνς. Στα ελληνικά μεταφράστηκε από τον James Sotros τον Φεβρουάριο 1996 στη Μελβούρνη, όπου και κυκλοφόρησε σε μπροσούρα από το «Ούτε Θεός-Ούτε Αφέντης» τον Δεκέμβριο 1998, σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων.

Source: Translator

Comments Off on Η αναρχική επανάσταση

Peter Kropotkin

Η κατάκτηση του ψωμιού

Κεφάλαιο 17: Αγροκαλλιέργεια

Ι

Η Πολιτική Οικονομία συχνά έχει κατηγορηθεί πως εξάγει όλα τα συμπεράσματά της βασιζόμενη σε μιας σαφώς λανθασμένη αρχή, που ορίζει πως το μόνο κίνητρο ικανό να οδηγήσει τον άνθρωπο στην μεγιστοποίηση της παραγωγικής του δύναμης είναι το προσωπικό συμφέρον υπό την στενότερη δυνατή έννοια αυτού.

Αυτή η μομφή είναι απολύτως σωστή. Τόσο σωστή ώστε οι εποχές των μεγάλων βιομηχανικών ανακαλύψεων και της πραγματικής προόδου της βιομηχανίας να είναι ακριβώς εκείνες όπου η ευημερία όλων ήταν το ζητούμενο και όπου το προσωπικό κέρδος ήταν αυτό που περνούσε λιγότερο από το μυαλό των ανθρώπων. Οι μεγάλοι ερευνητές και οι μεγάλοι εφευρέτες στόχευαν, χωρίς αμφιβολία, στην απελευθέρωση της ανθρωπότητας. Και αν οι οποιοιδήποτε Βατ [Watt], Στέφενσον [Stephenson], Τζακάρντ?? [Jacquard] κ.λπ., μπορούσαν να μαντέψουν τι δυστυχία θα επέφεραν οι ξάγρυπνες νύχτες τους στους εργάτες, το πιθανότερο είναι να είχαν κάψει τα σχέδια τους και να είχαν καταστρέψει τις μακέτες τους.

Υπάρχει ακόμα μια αρχή από την οποία διαχέεται η Πολιτική Οικονομία η οποία είναι εξίσου εσφαλμένη. Πρόκειται για την ντε φάκτο παραδοχή, έμφυτη σε όλους τους οικονομολόγους, πως αν και συχνά παρατηρείται να υπάρχει υπερπαραγωγή σε μερικούς τομείς της βιομηχανίας, μια κοινωνία δεν θα κατέχει ποτέ επαρκή προϊόντα ώστε να εξασφαλίσει τις ανάγκες όλων των μελών της, και, ως εκ τούτου δεν θα έρθει ποτέ η μέρα που κανείς δεν θα εξαναγκάζεται να πουλήσει τον κάματό του με αντάλλαγμα ένα μισθό. Αυτή η ντε φάκτο παραδοχή βρίσκεται στη βάση όλων των θεωριών και των αποκαλούμενων “νόμων” που μας διδάσκουν οι οικονομολόγοι.

Κι όμως είναι σίγουρο πως τη μέρα που κάθε πολιτισμένη συλλογικότητα ατόμων αναρωτηθεί, ποιες είναι οι ανάγκες όλων μας, και πώς μπορούμε να καλύψουμε αυτές τις ανάγκες, θα ανακαλύψει πως τόσο στη βιομηχανία όσο και στην αγροκαλλιέργεια, κατέχει ήδη τα μέσα για να υπερκαλύψει όλες τις ανάγκες, υπό την προϋπόθεση ότι γνωρίζει τον τρόπο με τον οποίο θα χρησιμοποιήσει αυτά τα μέσα για να ικανοποιήσει τις πραγματικές της ανάγκες.

Το ότι αυτό αληθεύει κανείς δεν μπορεί να το αμφισβητήσει. Πράγματι, αρκεί να μελετήσει κανείς τη διαδικασία που χρησιμοποιείται αυτή τη στιγμή, για την εξόρυξη γαιάνθρακα και μεταλλευμάτων, για την δημιουργία ατσαλιού και την χρήση του, για την παραγωγή όλων εκείνων που χρειάζονται για την ένδυση, κλπ, στις μεγάλες βιομηχανικές επιχειρήσεις, για να κατανοήσει πλήρως πως μπορούμε να ήδη να τετραπλασιάσουμε την παραγωγή μας και ταυτόχρονα να εξοικονομήσουμε κόπο.

Ας πάμε όμως και ένα βήμα παρακάτω. Διατρανώνουμε πως και οι αγροκαλλιέργειες είναι στην ίδια ακριβώς θέση. Ο εργάτης, όπως και ο βιομήχανος, κατέχει ήδη τα μέσα για να αυξήσει την παραγωγικότητα του, όχι μόνο τέσσερις αλλά δέκα φορές, και θα το κάνει πράξη όταν νιώσει την ανάγκη για κάτι τέτοιο, όταν μια σοσιαλιστική οργάνωση αντικαταστήσει την τωρινή καπιταλιστική.

Κάθε φορά που αναφέρεται κάτι για τη γεωργία, οι άνθρωποι φαντάζονται έναν χωρικό να σκύβει πάνω από το άροτρο, να σκορπίζει στο έδαφος άτακτα μερικούς σπόρους καλαμποκιού και να περιμένει με αγωνία τι θα αποκομίσει από μια καλή ή μια κακή σοδειά. Ή μια οικογένεια να εργάζεται από το πρωί μέχρι το βράδυ και το μόνο που αποκομίζει από αυτό να είναι ένα σκληρό κρεβάτι, ένα ξερό κομμάτι ψωμί και ένα κακής ποιότητας πιοτό. Με λίγα λόγια, φαντάζονται την εικόνα του “άγριου ζώου” της La Bruyère.

Και για αυτούς τους ανθρώπους, που βασανίζονται κατ’ αυτόν τον τρόπο, η μέγιστη ανακούφιση που μπορεί να παρέχει η κοινωνία είναι μια μείωση της φορολογίας και του ενοικίου του. Όμως δεν τολμούν να φανταστούν έναν καλλιεργητή να στέκεται όρθιος, να απολαμβάνει ανέσεις και να παράγει με λίγες μόνο ώρες καθημερινής εργασίας αρκετό φαγητό ώστε να θρέψει όχι μόνο την οικογένεια του αλλά και τουλάχιστον εκατό επιπλέον ανθρώπους. Ακόμα και στα πιο τρελλά τους όνειρα για το μέλλον, οι Σοσιαλιστές δεν σκέφτονται τίποτα παραπάνω από τις εκτεταμένες Αμερικανικές καλλιέργειες, οι οποίες μάλιστα δεν αποτελούν τίποτα παραπάνω από τη νηπιακή εποχή της σύγχρονης αγροκαλλιέργειας.

Οι καινοτομίες που εκμεταλλεύεται ο καλλιεργητής σήμερα είναι πολύ πιο εκτεταμένες — η αντίληψη του κινείται σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα. Απαιτείται ένα μόνο μέρος από ένα στρέμμα για να παράγει τα επαρκή για μια ολόκληρη οικογένεια λαχανικά. Για να θρέψει είκοσι πέντε μεγάλα ζώα δεν χρειάζεται παραπάνω απ’ ό,τι χρειαζόταν μέχρι πρότινος για να θρέψει ένα. Ο στόχος του είναι να είναι σε θέση να φτιάξει το δικό του χώμα, να αγνοήσει τις εποχές και το κλίμα, να θερμάνει τόσο τον αέρα όσο και το έδαφος γύρω από το νεαρό φυτό. Να παράγει, με μία λέξη, σε ένα στρέμμα ό,τι παρήγαγε παλιότερα σε πενήντα και να το πετύχει αυτό χωρίς να κουραστεί παραπάνω — μειώνοντας ουσιαστικά κατά πολύ τον μέχρι πρότινος απαιτούμενο μόχθο. Γνωρίζει πως είναι σε θέση να θρέψει τον κάθε ένα αφιερώνοντας στο χωράφι όσο χρόνο μπορεί ο καθένας να αφιερώσει με χαρά και ευχαρίστηση.

Αυτή είναι η τωρινή τάση στην αγροκαλλιέργεια.

Καθώς άνθρωποι των επιστημών, οδηγούμενοι από τον Liebig, τον εμπνευστή της χημικής θεωρίας της αγροκαλλιέργειας πολλές φορές παρασύρονταν σε σφάλματα από την αγάπη τους για απλές θεωρίες, αγράμματοι καλλιεργητές άνοιγαν καινούργιους δρόμους προς την ευημερία. Περιβολάρηδες από το Παρίσι, την Τρουά [Troyes], τη Ρουέν [Rouen], Σκωτσέζοι και Άγγλοι κηπουροί, Φλαμανδοί αγρότες, ακτήμονες του Τζέρσεϋ [Jersey] και του Γκέρνσεϋ [Guernsey] καθώς και αγρότες από τη Σικελία άνοιξαν νέους ορίζοντες τόσο ευρείς ώστε ο ανθρώπινος νους διστάζει να τους συλλάβει. Τη στιγμή που μέχρι προσφάτως μια οικογένεια χωρικών χρειαζόταν τουλάχιστον ένα χωράφι εβδομήντα – ογδόντα στρεμμάτων για να επιβιώσει — και όλοι γνωρίζουμε με πόσο λίγα μπορούν να επιβιώσουν οι χωρικοί αυτοί — δεν είναι δυνατόν πλέον να υπολογίσουμε την ελάχιστη δυνατή περιοχή πάνω στην οποία μπορούν να καλλιεργηθούν όλα όσα είναι απαραίτητα για μια οικογένεια, συμπεριλαμβανομένων και αρκετών ειδών πολυτελείας, αν το έδαφος δουλευτεί με τις μεθόδους της εντατικής καλλιέργειας.

Δέκα χρόνια νωρίτερα είχε ήδη επιβεβαιωθεί πως ένας πληθυσμός τριάντα εκατομμυρίων ανθρώπων μπορούσε να ζήσει πολύ άνετα, χωρίς να εισάγει τίποτα απολύτως, βασιζόμενος σε αυτά που παρήγαγε η Μεγάλη Βρετανία. Τώρα όμως, τη στιγμή που παρατηρούμε την πρόοδο που έλαβε χώρα προσφάτως στην Γαλλία και στην Αγγλία, τη στιγμή που μπορούμε να ατενίσουμε τους νέους ορίζοντες που ανοίγονται μπροστά μας, μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε πως αν η γη συνεχίσει να καλλιεργείται όπως καλλιεργείται σε τόσα μέρη, ακόμα και με φτωχό υπέδαφος, το ενδεχόμενο πενήντα ή εξήντα εκατομμύρια άνθρωποι να κατοικούν σε μια περιοχή σαν τη Μεγάλη Βρετανία δεν είναι παρά ένα ασθενικό ποσοστό σε σχέση με τις πραγματικές δυνατότητες που μας παρέχει αυτή η καλλιέργεια του εδάφους.

Σε κάθε περίπτωση (όπως πρόκειται να αποδείξουμε σε λίγο) μπορούμε να θεωρήσουμε σαν απολύτως αποδεδειγμένο γεγονός ότι αν αύριο το Παρίσι και τα δύο διαμερίσματα της Seine και της Seine-et-Oise οργανώνονταν σαν μια Αναρχική κομμούνα, στην οποία όλοι δούλευαν με τα χέρια τους, ακόμα και αν ολόκληρο το σύμπαν αρνούταν να τους παρέχει έστω και ένα δεμάτι από σιτάρι, έστω και ένα βοοειδές, έστω και ένα καλάθι με φρούτα, ακόμα και αν τους άφηναν μόνο την περιοχή των δύο τμημάτων, ακόμα και τότε θα ήταν σε θέση όχι μόνο να παράγουν το καλαμπόκι, το κρέας και τα λαχανικά που απαιτούνται για την διαβίωση τους, αλλά και είδη πολυτελείας σε επαρκείς για όλους ποσότητες.

Και, επιπροσθέτως, επιβεβαιώνουμε ότι το συνολικό κόστος σε μόχθο για όλα αυτά θα ήταν πολύ μικρότερο από αυτό που ξοδεύεται τώρα για να τραφούν αυτοί οι άνθρωποι με καλαμπόκι από την Auvergne και τη Ρωσία, με λαχανικά που παράγονται οπουδήποτε με τη χρήση της εντατικής καλλιέργειας και με φρούτα που φυτρώνουν στον Νότο.

Είναι προφανές πως σε καμία περίπτωση δεν επιθυμούμε να σταματήσει ολόκληρη η διαδικασία της συναλλαγής, ούτε και απαιτούμε κάθε περιοχή να μοχθεί για να παράγει με λίγο ή πολύ τεχνητούς τρόπους ό,τι φυτρώνει μόνο σε άλλα κλίματα. Επιθυμούμε όμως να στρέψουμε την προσοχή όλων στο γεγονός ότι η θεωρία της συναλλαγής, με τον τρόπο που την καταλαβαίνουμε σήμερα, υλοποιείται σε υπερβολικό βαθμό — πως η συναλλαγή αυτή συχνά αποδεικνύεται αχρείαστη και ακόμα και επιβλαβής. Επιβεβαιώνουμε επιπλέον, πως οι άνθρωποι δεν είχαν ποτέ μια πλήρη αντίληψη όσον αφορά τον τεράστιο μόχθο των οινοκαλλιεργητών του Νότου, ούτε αυτόν των Ρώσων και των Ούγγρων καλλιεργητών καλαμποκιού, ένας μόχθος που θα μπορούσε να μειωθεί σημαντικά αν υιοθετούσαν την εντατική καλλιέργεια, αντί για το παρόν σύστημα εκτεταμένης αγροκαλλιέργειας.
II

Θα ήταν αδύνατο να αναφέρουμε εδώ το πλήθος των γεγονότων στα οποία βασίζουμε τους ισχυρισμούς μας. Είμαστε άρα υποχρεωμένοι να παραπέμψουμε τους αναγνώστες μας που θέλουν επί πλέον πληροφορίες σε ένα άλλο βιβλίο, το “Αγροί, Εργοστάσια και Εργαστήρια”. Πριν απ’ όλα, προσκαλούμε ένθερμα εκείνους που ενδιαφέρονται για αυτό το ζήτημα να διαβάσουν μερικές εξαιρετικές εργασίες που δημοσιεύτηκαν στη Γαλλία και αλλού, έναν κατάλογο των οποίων παραθέτουμε στο τέλος αυτού του βιβλίου [1]. Όσο για τους κατοίκους των μεγάλων πόλεων, που δεν έχουν – μέχρι σήμερα – πραγματικά ιδέα για το τι μπορεί να είναι η γεωργία, τους συμβουλεύουμε να ερευνήσουν τα κοντινά τους περιβόλια και να μελετήσουν την καλλιέργεια. Δεν χρειάζονται τίποτα άλλο από το να παρατηρούν και να ρωτούν τους περιβολάρηδες, και ένας νέος κόσμος θα ανοίξει μπροστά τους. Θα είναι έτσι σε θέση να δουν τι μπορεί να είναι η Ευρωπαϊκή γεωργία στον εικοστό αιώνα• και θα καταλάβουν με τι δύναμη θα οπλιστεί η κοινωνική επανάσταση όταν γνωρίζουμε το μυστικό της λήψης όλων όσων χρειαζόμαστε από το έδαφος.

Λίγα γεγονότα θα αρκέσουν για να δείξουμε ότι οι ισχυρισμοί μας δεν είναι σε καμία περίπτωση υπερβολικοί. Θέλουμε μόνο να προηγηθούν αυτών μερικές γενικές παρατηρήσεις.

Γνωρίζουμε σε τι άθλια κατάσταση βρίσκεται η Ευρωπαϊκή γεωργία. Αν ο καλλιεργητής δεν λεηλατείται από το γαιοκτήμονα, ληστεύεται από το Κράτος. Αν το Κράτος τον φορολογεί συγκρατημένα, ο τοκογλύφος τον υποδουλώνει μέσω συναλλαγματικών, και σύντομα τον μετατρέπει σε απλό κολίγο μιας γης που στην πραγματικότητα ανήκει σε μια οικονομική επιχείρηση. Ο ιδιοκτήτης, το Κράτος, και ο τραπεζίτης λεηλατούν έτσι τον καλλιεργητή μέσω του ενοικίου, των φόρων, και του τόκου. Το ποσό ποικίλλει από χώρα σε χώρα, αλλά δεν πέφτει ποτέ κάτω από το τέταρτο, πολύ συχνά δε, το μισό της ακατέργαστης παραγωγής. Στη Γαλλία, αρκετά πρόσφατα, οι γεωργοί πλήρωσαν στο Κράτος το 44 τοις εκατό της μικτής παραγωγής.

Επιπλέον, το μερίδιο του ιδιοκτήτη και του Κράτους διαρκώς αυξάνεται. Μόλις ο καλλιεργητής αποκτήσει πιο πλούσιες σοδειές από τα θαύματα της εργασίας, των εφευρέσεων, ή πρωτοβουλιών, ο οφειλόμενος φόρος στο γαιοκτήμονα, το Κράτος, και τον τραπεζίτη θα αυξηθεί ανάλογα. Αν διπλασιάσει τον αριθμό των λίτρων που θερίζει ανά στρέμμα, το ενοίκιο θα διπλασιαστεί επομένως και οι φόροι, και το Κράτος θα φροντίσει να τα αυξήσει ακόμα περισσότερο εάν οι τιμές ανεβούν. Και ούτω καθ’ εξής. Με δυο λόγια, παντού ο καλλιεργητής της γης δουλεύει δώδεκα με δέκα έξι ώρες την ημέρα• αυτοί οι τρεις γύπες του παίρνουν κάθε τι που θα μπορούσε να βάλει στην άκρη• τον ληστεύουν παντού από οτιδήποτε θα του επέτρεπε να βελτιώσει την καλλιέργειά του. Να γιατί η γεωργία προοδεύει τόσο αργά.

Ο καλλιεργητής μόνο περιστασιακά μπορεί να σημειώσει κάποια πρόοδο, σε ορισμένες εξαιρετικές περιοχές, κάτω από αρκετά εξαιρετικές περιστάσεις, που ακολουθούν μια φιλονικία μεταξύ των τριών βαμπίρ. Και ακόμη δεν έχουμε πει τίποτα για το φόρο που ο κάθε καλλιεργητής πληρώνει στον βιομήχανο. Κάθε μηχανή, κάθε φτυάρι, κάθε βαρέλι χημικού λιπάσματος, πωλείται σ’ αυτόν τρεις ή τέσσερις φορές πάνω απ’ το πραγματικό κόστος. Και να μη ξεχάσουμε το μεσάζοντα, που εισπράττει τη μερίδα του λέοντος των προϊόντων της γης. Να γιατί, κατά τη διάρκεια αυτού του αιώνα των εφευρέσεων και της προόδου, η γεωργία έχει βελτιωθεί μόνο περιστασιακά σε πολύ περιορισμένες περιοχές. Ευτυχώς έχουν υπάρξει πάντα μικρές οάσεις, που παραμελούνται για κάποιο χρόνο από τους γύπες• και εκεί μαθαίνουμε τι μπορεί να παράγει για την ανθρωπότητα η εντατική γεωργία. Ας αναφέρουμε μερικά παραδείγματα:

Στα Αμερικανικά λιβάδια (τα οποία, ωστόσο, παράγουν πενιχρές συγκομιδές σταριού, από 50 έως 120 λίτρα ανά στρέμμα, και ακόμη και αυτά συχνά καταστρέφονται από περιοδικές ξηρασίες), 500 άτομα, εργαζόμενα μόνο κατά τη διάρκεια οκτώ μηνών, παράγουν την ετήσια τροφή 50.000 ανθρώπων. Με όλες τις βελτιώσεις των τελευταίων χρόνων, η ετήσια εργασία ενός ανθρώπου (300 μέρες) παράγει την ετήσια τροφή 250 ατόμων, μεταφερόμενη ως αλεύρι στο Σικάγο. Εδώ το αποτέλεσμα επιτυγχάνεται με μεγάλη οικονομία στη χειρωνακτική εργασία: σε εκείνες τις απέραντες πεδιάδες, που το μάτι δεν περικλείει, το όργωμα, η συγκομιδή, το αλώνισμα, οργανώνονται με σχεδόν στρατιωτικό τρόπο. Κανένα άχρηστο μπρος πίσω, καθόλου χάσιμο χρόνου – όλα γίνονται με ακρίβεια παρέλασης.

Αυτή είναι η μεγάλης κλίμακας γεωργία – εκτεταμένη γεωργία, η οποία παίρνει το έδαφος από τη φύση χωρίς να επιδιώκει τη βελτίωσή του. Όταν η απόδοση της γης πάσχει, την εγκαταλείπουν• ψάχνουν αλλού για ένα παρθένο έδαφος, για να εξαντληθεί κι αυτό με τη σειρά του. Αλλά υπάρχει επίσης η εντατική γεωργία, η οποία ήδη “δουλεύεται”, και θα συνεχίσει όλο και περισσότερο, από μηχανήματα. Ο στόχος της είναι να καλλιεργήσει καλά ένα περιορισμένο κομμάτι, να λιπάνει, να βελτιώσει, να συγκεντρώσει την εργασία, και να πετύχει τη μεγαλύτερη δυνατή σοδειά. Αυτό το είδος καλλιέργειας διαδίδεται κάθε χρόνο, και ενώ οι καλλιεργητές στο νότο της Γαλλίας και στις εύφορες πεδιάδες της Δυτικής Αμερικής είναι ικανοποιημένοι με μια μέση σοδειά 90 με 120 λίτρων ανά στρέμμα με την εκτεταμένη καλλιέργεια, στη βόρεια Γαλλία θερίζουν συνήθως 300 ακόμη και 400, και μερικές φορές 500 λίτρα ανά στρέμμα. Η ετήσια κατανάλωση ενός ατόμου έτσι, λαμβάνεται από λιγότερο από ένα στρέμμα.

Και όσο πιο εντατική είναι η καλλιέργεια τόσο λιγότερη εργασία χρησιμοποιείται για να παραχθεί ένα λίτρο σταριού. Τα μηχανήματα αντικαθιστούν το άτομο στην προκαταρκτική εργασία και στις βελτιώσεις που απαιτούνται από τη γη – όπως η αποξήρανση, το καθάρισμα απ’ τις πέτρες – που θα διπλασιάσουν τις σοδειές στο μέλλον, μια για πάντα. Κάποιες φορές και μόνο το να κρατάς το έδαφος ελεύθερο από ζιζάνια χωρίς λίπανση, επιτρέπει σε ένα μέτριο έδαφος να παράγει εξαιρετικές σοδειές από χρόνο σε χρόνο. Έχει εφαρμοστεί για είκοσι διαδοχικά χρόνια στο Ρόθαμστεντ [Rothamstead], κοντά στο Λονδίνο.

Ας μη γράψουμε ένα ιδανικό γεωργικό αποτέλεσμα, αλλά ας ικανοποιηθούμε με μια συγκομιδή 350 λίτρων ανά στρέμμα. Αυτό δεν χρειάζεται κανένα εξαιρετικό έδαφος, αλλά κυρίως μια ορθολογική καλλιέργεια• και ας δούμε τι σημαίνει αυτό:

Τα 3.600.000 άτομα που κατοικούν στα δύο διαμερίσματα του Seine και Seine-et-Oise καταναλώνουν κάθε χρόνο για τα τρόφιμά τους λίγο λιγότερο από 700 εκατομμύρια λίτρα δημητριακών, κυρίως σιτάρι• και στην υπόθεσή μας, για να πετύχουν αυτή τη σοδειά, θα έπρεπε να καλλιεργήσουν 2.000.000 στρέμματα από τα 6.100.000 που κατέχουν. Είναι φανερό ότι δεν θα τα καλλιεργούσαν με τη τσάπα. Αυτό θα χρειαζόταν πάρα πολύ χρόνο – 24 εργάσιμες ημέρες των 5 ωρών ανά στρέμμα. Θα ήταν προτιμότερο να βελτιώσουν το έδαφος μια και καλή – να αποξηράνουν ότι πρέπει να αποξηρανθεί, να ισοπεδώσουν ότι χρειάζεται ισοπέδωση, να καθαρίσουν το έδαφος από τις πέτρες, θα ήταν ακόμη απαραίτητο να ξοδευτούν 5 εκατομμύρια μέρες των 5 ωρών σε αυτήν την προπαρασκευαστική εργασία – ένας μέσος όρος 2,5 εργάσιμων ημερών για κάθε στρέμμα.

Κατόπιν θα όργωναν με τον ατμοσκαφέα, κάτι το οποίο θα έπαιρνε τα 2/5 μιας μέρας ανά στρέμμα, και θα έδιναν άλλα 2/5 μιας μέρας για να δουλέψουν το διπλό όργωμα. Οι σπόροι θα ταξινομούνταν από τον ατμό αντί της τύχης, και θα σπέρνονταν προσεκτικά στις σειρές αντί να ρίχνονται στους τέσσερις ανέμους. Τώρα όλη αυτή η δουλειά δεν θα έπαιρνε 2,5 ημέρες των 5 ωρών ανά στρέμμα αν η εργασία γινόταν υπό καλές συνθήκες. Αλλά αν 10 εκατομμύρια εργάσιμες ημέρες δίνονταν σε καλή καλλιέργεια κατά τη διάρκεια 3 ή 4 χρόνων, το αποτέλεσμα θα ήταν αργότερα σοδειές 350 με 450 λίτρων ανά στρέμμα δουλεύοντας μόνο τον μισό χρόνο.

Δεκαπέντε εκατομμύρια εργάσιμες μέρες θα έχουν ξοδευτεί έτσι για να δώσουν ψωμί σε έναν πληθυσμό 3.600.000 κατοίκων. Και η δουλειά θα ήταν τέτοια που ο καθένας να μπορεί να την κάνει χωρίς να έχει σιδερένιους μυς, ή χωρίς να έχει δουλέψει τη γη νωρίτερα. Η πρωτοβουλία και η γενική διανομή της δουλειάς θα ερχόταν από εκείνους που ξέρουν το έδαφος. Όσον αφορά την ίδια την εργασία, δεν υπάρχει κανένας κάτοικος πόλης και των δύο φύλων τόσο εξασθενημένος ώστε να είναι ανίκανος να ελέγχει τις μηχανές και να συμβάλει το μερίδιό του στην αγροτική εργασία μετά από μαθητεία λίγων ωρών.

Λοιπόν, όταν συνειδητοποιήσουμε ότι στο σημερινό χάος υπάρχουν, σε μια πόλη όπως το Παρίσι, χωρίς να υπολογίζουμε τους άνεργους της ανώτερης τάξης, περίπου 100.000 άτομα χωρίς δουλειά στις διάφορες επιχειρήσεις τους, βλέπουμε ότι η δύναμη που χάνεται στην σημερινή οργάνωσή μας θα αρκούσε από μόνη της να δώσει, με μια ορθολογική καλλιέργεια, το απαραίτητο ψωμί στα τρία ή τέσσερα εκατομμύρια κατοίκους των δύο διαμερισμάτων.

Επαναλαμβάνουμε, αυτό δεν είναι κανένα υπερβολικό όνειρο, και δεν έχουμε μιλήσει για την αληθινά εντατική γεωργία. Δεν έχουμε στηριχθεί στο στάρι (που πέτυχε σε τρία χρόνια ο M. Hallett) του οποίου ένας κόκκος, ξαναφυτεμένος, παρήγαγε περισσότερους από 10.000 κόκκους, το οποίο θα έδινε το απαραίτητο στάρι για μια οικογένεια πέντε ατόμων σε μια περιοχή 100 τετραγωνικών μέτρων. Αντίθετα, έχουμε αναφέρει μόνο ό,τι έχει ήδη επιτευχθεί από πολυάριθμους αγρότες στη Γαλλία, την Αγγλία, το Βέλγιο, κ.λπ., και τι πρόκειται να γίνει αύριο με την εμπειρία και τη γνώση που αποκτήθηκε ήδη από την εφαρμογή της σε μεγάλη κλίμακα.

Αλλά χωρίς μια επανάσταση, ούτε αύριο, ούτε μετά από το αύριο δεν θα το δούμε να γίνεται, επειδή κάτι τέτοιο δεν βρίσκεται στα ενδιαφέροντα των γαιοκτημόνων και των κεφαλαιοκρατών• και επειδή οι αγρότες που θα έβλεπαν κέρδος από αυτό δεν έχουν ούτε τη γνώση, ούτε τα χρήματα, ούτε το χρόνο να εξασφαλίσουν ό,τι είναι απαραίτητο για να προχωρήσει.

Η παρούσα κοινωνία δεν έχει φτάσει ακόμα σε αυτό το στάδιο. Αλλά αφήστε τους Παριζιάνους να ανακηρύξουν μια Αναρχική Κομμούνα, και θα φτάσουν αναγκαστικά σε αυτό, επειδή δεν θα είναι τόσο ανόητοι ώστε να συνεχίσουν να παράγουν πολυτελή παιχνίδια (κάτι το οποίο η Βιέννη, η Βαρσοβία, και το Βερολίνο ήδη κάνουν) και να διατρέξουν τον κίνδυνο να μείνουν χωρίς ψωμί.

Επιπλέον, η αγροτική δουλειά, με τη βοήθεια των μηχανών, θα γινόταν σύντομα η ελκυστικότερη και η πιο ευχάριστη όλων των επαγγελμάτων.

“Είχαμε αρκετά κοσμήματα και αρκετά κουκλίσια ρούχα”, θα λέγανε• “είναι η ώρα για τους εργαζομένους να ανακτήσουν τη δύναμή τους στη γεωργία, να πάνε προς αναζήτηση του σφρίγους, των επιδράσεων της φύσης, της χαράς της ζωής, τα οποία έχουν ξεχάσει στα σκοτεινά εργοστάσια των προαστίων.”

Στον Μεσαίωνα ήταν περισσότερο τα Αλπικά βοσκοτόπια, παρά τα όπλα, τα οποία επέτρεψαν στους Ελβετούς να αποτινάξουν τους λόρδους και τους βασιλιάδες. Η σύγχρονη γεωργία θα επιτρέψει σε μια εξεγερμένη πόλη να ελευθερώσει τον εαυτό της από τις συνδυασμένες μπουρζουάδικες δυνάμεις.
III

Είδαμε πώς τα 3½ εκατομμύρια κάτοικοι των δύο διαμερισμάτων γύρω από το Παρίσι θα μπορούσαν να βρουν άφθονο ψωμί καλλιεργώντας μόνο το ένα τρίτο του εδάφους τους. Ας περάσουμε τώρα στην εκτροφή βοοειδών.

Οι Άγγλοι, που τρώνε πολύ κρέας, καταναλώνουν κατά μέσο όρο κάτι λιγότερο από 100 κιλά ανά ενήλικο άτομο κάθε χρόνο. Υποθέτοντας ότι όλο το κρέας που καταναλώθηκε ήταν βοδινό, αυτό μας κάνει κάτι λιγότερο από το ένα τρίτο ενός βοδιού. Ένα βόδι το χρόνο για 5 άτομα (συμπεριλαμβανομένων των παιδιών) είναι ήδη μια ικανοποιητική μερίδα. Για 3½ εκατομμύρια κατοίκους αυτό θα σήμαινε μια ετήσια κατανάλωση 700.000 βοοειδών.

Σήμερα, με το σύστημα της βόσκησης, χρειαζόμαστε τουλάχιστον 20 εκατομμύρια στρέμματα για να θρέψουμε 660.000 βοοειδή. Εντούτοις, με τις πεδιάδες που ποτίζονται μετρημένα από αναβλύζοντα νερά (όπως γίνεται τελευταία σε χιλιάδες στρέμματα στη νοτιοδυτική Γαλλία), 5 εκατομμύρια στρέμματα ήδη αρκούν. Αλλά αν η εντατική καλλιέργεια εφαρμοστεί, και καλλιεργηθούν γογγύλια για ζωοτροφές, χρειαζόμαστε μόνο το ένα τέταρτο αυτής της περιοχής, δηλαδή περίπου 1,25 εκατομμύρια στρέμματα. Και αν καταφύγουμε στο καλαμπόκι και εφαρμόσουμε ensilage (συμπίεση της ζωοτροφής ενώ είναι ακόμη πράσινη) όπως οι Άραβες, παίρνουμε αυτή τη ζωοτροφή σε μια περιοχή 880.000 στρεμμάτων.

Στα περίχωρα του Μιλάνου, όπου το νερό των υπονόμων χρησιμοποιείται για να ποτίσει τους αγρούς, λαμβάνεται ζωοτροφή για 2 με 3 κερασφόρα βοοειδή ανά 4 στρέμματα σε μια περιοχή 90.000 στρεμμάτων• και σε ορισμένους ευνοημένους αγρούς έχουν θεριστεί μέχρι 1,5 τόνο σανού σε ένα στρέμμα, η ετήσια ζωοτροφή 9 γαλακτοφόρων αγελάδων. 30 στρέμματα ανά βοοειδή απαιτούνται στα πλαίσια του συστήματος βόσκησης, και μόνο 10 στρέμματα για 9 βόδια ή αγελάδες στα πλαίσια του νέου συστήματος. Αυτές είναι οι αντιτιθέμενες άκρες στη σύγχρονη γεωργία.

Στο Γκέρνσεϋ, σε ένα σύνολο 40.000 χρησιμοποιούμενων στρεμμάτων, σχεδόν τα μισά (19.000 στρέμματα) καλύπτονται από δημητριακά και λαχανόκηπους• μόνο 21.000 στρέμματα παραμένουν ως λιβάδια. Σε αυτά τα 21.000 στρέμματα, 1.480 άλογα, 7.260 βοοειδή, 900 πρόβατα και 4.200 γουρούνια τρέφονται, κάτι που σημαίνει περισσότερα από 3 βοοειδή ανά 10 στρέμματα, χωρίς να υπολογιστούν τα πρόβατα ή τα γουρούνια. Δεν χρειάζεται να προσθέσουμε ότι η γονιμότητα του εδάφους κατασκευάζεται από φύκια και χημικά λιπάσματα.

Επιστρέφοντας στα 3½ εκατομμύρια κατοίκους που ανήκουν στο Παρίσι και τα περίχωρά του, βλέπουμε ότι η απαραίτητη γη για την εκτροφή των βοοειδών κατεβαίνει από τα 20 εκατομμύρια στρέμματα στα 880.000. Λοιπόν, ας μη σταματήσουμε στα μικρότερα νούμερα, ας πάρουμε εκείνα της συνηθισμένης εντατικής καλλιέργειας• ας προσθέσουμε γενναιόδωρα την απαραίτητη γη για τα μικρότερα βοοειδή που πρέπει να αντικαταστήσουν μερικά από τα κερασφόρα κτήνη και ας αφήσουμε 1.600.000 στρέμματα για την εκτροφή των βοοειδών – 2.000.000 εάν προτιμάτε, στα 4.100.000 στρέμματα που περισσεύουν αφότου έχει εξασφαλιστεί το ψωμί για τους ανθρώπους.

Ας είμαστε γενναιόδωροι και ας δώσουμε 5 εκατομμύρια εργάσιμες μέρες για να φέρουμε τη γη σε μια παραγωγική κατάσταση.

Αφού επομένως έχουμε απασχοληθεί σε μια πορεία ενός έτους 20 εκατομμυρίων εργάσιμων ημερών, οι μισές εκ των οποίων είναι για μόνιμες βελτιώσεις, θα έχουμε εξασφαλίσει το ψωμί και το κρέας μας, χωρίς να συμπεριλάβουμε όλο το πρόσθετο κρέας που μπορεί να έχουμε στη μορφή των πτηνών, των γουρουνιών, των κουνελιών, κ.λπ.• χωρίς να λάβουμε υπόψη ότι ένας πληθυσμός εφοδιασμένος με έξοχα λαχανικά και φρούτα καταναλώνει λιγότερο κρέας από τους Άγγλους, οι οποίοι συμπληρώνουν τις φτωχές τους προμήθειες λαχανικών με ζωικά τρόφιμα. Τώρα, πόσο από τις 20 εκατομμύρια εργάσιμες μέρες 5 ωρών αναλογούν ανά κάτοικο; Στην πραγματικότητα πολύ λίγο. Ένας πληθυσμός 3½ εκατομμυρίων πρέπει να έχει τουλάχιστον 1.200.000 ενήλικους άνδρες, και άλλες τόσες γυναίκες ικανές για δουλειά. Έτσι, λοιπόν, για να παρέχεται ψωμί και κρέας σε όλους, θα χρειαζόταν μόνο 17 μισές ημέρες εργασίας τον χρόνο ανά άτομο. Προσθέστε 3 εκατομμύρια εργάσιμες μέρες, ή διπλασιάστε αυτό το νούμερο αν θέλετε, ώστε να πάρουμε γάλα. Αυτό μας κάνει 25 εργάσιμες μέρες 5 ωρών στο σύνολο – τίποτα περισσότερο από μια μικρή ευχάριστη άσκηση στην εξοχή – για να πάρουμε τα τρία κύρια προϊόντα, το ψωμί, το κρέας και το γάλα. Τα τρία προϊόντα τα οποία, μετά την κατοικία, προκαλούν καθημερινό άγχος στα εννέα δέκατα της ανθρωπότητας.

Και όμως – δεν θα κουραστούμε να το επαναλαμβάνουμε – αυτά δεν είναι υπερβολικά όνειρα. Έχουμε πει μόνο τι έχει αποκομιστεί από την εμπειρία σε μεγάλη κλίμακα. Η γεωργία θα μπορούσε να αναδιοργανωθεί κατ’ αυτό τον τρόπο αύριο αν οι νόμοι της ιδιοκτησίας και η γενική άγνοια δεν βρίσκονταν σε αντίθεση.

Την ημέρα που το Παρίσι θα καταλάβει ότι το να ξέρεις τι τρως και πώς αυτό παράγεται είναι ένα ζήτημα δημόσιου συμφέροντος• την ημέρα που ο καθένας θα έχει καταλάβει ότι αυτά τα ζητήματα είναι απείρως σημαντικότερα από όλες τις σημερινές κοινοβουλευτικές διαμάχες – εκείνη την ημέρα η Επανάσταση θα είναι ένα τετελεσμένο γεγονός. Το Παρίσι θα πάρει στην κατοχή του τα δύο διαμερίσματα και θα τα καλλιεργήσει. Και κατόπιν ο Παριζιάνος εργάτης, αφού έχει δουλέψει το ένα τρίτο της ζωής του για να αγοράσει άσχημη και ανεπαρκή τροφή, θα την παράγει ο ίδιος, κάτω από τα τείχη του, μέσα στην περίφραξη των οχυρών του (αν αυτά υπάρχουν ακόμη), σε λίγες ώρες υγιεινής και ελκυστικής εργασίας.

Και τώρα περνάμε στα φρούτα και τα λαχανικά. Ας πάμε έξω από το Παρίσι και ας επισκεφτούμε την εγκατάσταση ενός περιβολάρη που πραγματοποιείται θαυμάσια (αγνοημένος από τους γνωστούς οικονομολόγους) λίγα μίλια από τις ακαδημίες.

Ας υποθέσουμε ότι επισκεπτόμαστε τον Μ. Ponce, συγγραφέα ενός έργου για την λαχανοκομία, ο οποίος δεν κρατάει κανένα μυστικό για αυτά που του αποφέρει η γη και που τα έχει δημοσιεύσει όλα.

Ο Μ. Ponce, και ειδικά οι εργάτες του, δουλεύουν σαν σκλάβοι. Χρησιμοποιεί οχτώ άτομα για να καλλιεργήσουν ένα αγροτεμάχιο 11 στρεμμάτων. Δουλεύουν 12, ακόμη και 15 ώρες ημερησίως, δηλαδή, τρεις φορές περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται. Εικοσιτέσσερις από αυτούς δεν θα ήταν πολλοί. Κάτι στο οποίο ο Μ. Ponce πιθανότατα θα απαντήσει ότι δεδομένου πως καταβάλλει το φοβερό ποσό των 2.500 φράγκων ετήσιο νοίκι για τα 11 στρέμματα του εδάφους του και 2.500 φράγκα για το λίπασμα που αγοράζεται στα σακιά, είναι υποχρεωμένος να εκμεταλλευτεί. Αναμφίβολα θα απαντήσει, “Εκμεταλλευόμενος ο ίδιος, εκμεταλλεύομαι κι εγώ με τη σειρά μου”. Η εγκατάστασή του, επίσης, του έχει κοστίσει 30.000 φράγκα, εκ των οποίων βέβαια περισσότερα από τα μισά πήγαν σαν φόρος στους οκνηρούς βαρώνους της βιομηχανίας. Στην πραγματικότητα, αυτή η οργάνωση αναπαριστά το πολύ πολύ 3.000 εργάσιμες ημέρες, πιθανώς και πολύ λιγότερο.

Αλλά ας εξετάσουμε τις σοδιές του: σχεδόν 10 τόνοι καρότα, σχεδόν 10 τόνοι κρεμμύδια, ραδίκια, και μικρά λαχανικά, 6.000 κεφάλια λάχανο, 3.000 κεφάλια κουνουπίδι, 5.000 καλάθια ντομάτες, 5.000 ντουζίνες διαλεχτών φρούτων, 154.000 σαλάτες• εν ολίγοις, ένα σύνολο 123 τόνων λαχανικών και φρούτων σε 11 στρέμματα – 110 μέτρα μήκος επί 100 μέτρα πλάτος, που μας κάνει περισσότερο από 11 τόνους λαχανικά ανά στρέμμα.

Αλλά ένα άτομο δεν τρώει περισσότερο από 300 κιλά λαχανικών και φρούτων το χρόνο, και 10 στρέμματα ενός περιβολιού παράγουν αρκετά λαχανικά και φρούτα για να προμηθεύσουν πλουσιοπάροχα το τραπέζι 350 ενηλίκων κατά τη διάρκεια του έτους. Συνεπώς 24 άτομα απασχολούμενα έναν ολόκληρο χρόνο στην καλλιέργεια 11 στρεμμάτων εδάφους, και δουλεύοντας μόνο 5 ώρες την ημέρα, θα παρήγαγαν επαρκή λαχανικά και φρούτα για 350 ενηλίκους, το οποίο ισοδυναμεί με τουλάχιστον 500 άτομα.

Για να το πούμε αλλιώς: στην καλλιέργεια που χρησιμοποιεί ο Μ. Ponce – και τα αποτελέσματά του έχουν ήδη ξεπεραστεί – 350 ενήλικες πρέπει να δίνουν ο καθένας κάτι περισσότερο από 100 ώρες τον χρόνο (103) για να παράγουν τα λαχανικά και τα φρούτα που είναι απαραίτητα για 500 ανθρώπους.

Ας σημειώσουμε ότι αυτή η παραγωγή δεν είναι η εξαίρεση. Πραγματοποιείται, κάτω από τους τοίχους του Παρισιού, σε μια περιοχή 9.000 στρεμμάτων, από 5.000 περιβολάρηδες. Μόνο που αυτοί οι περιβολάρηδες σήμερα, υποβιβάζονται σε μια κατάσταση καταπονημένου ζώου, προκειμένου να πληρώσουν ένα μέσο νοίκι 200 φράγκων ανά στρέμμα.

Αλλά αυτά τα γεγονότα, τα οποία μπορούν να ελεγχθούν από τον καθένα, δεν αποδεικνύουν ότι 70.000 στρέμματα (από τα 2.100.000 που μας παραμένουν) θα αρκούσαν για να δώσουν όλα τα απαραίτητα λαχανικά, καθώς επίσης και μια γενναιόδωρη ποσότητα φρούτων στα 3½ εκατομμύρια κατοίκους των δύο διαμερισμάτων μας;

Όσον αφορά την ποσότητα της απαραίτητης εργασίας για την παραγωγή αυτών των φρούτων και λαχανικών, θα ανερχόταν σε 50 εκατομμύρια εργάσιμες μέρες 5 ωρών (50 ημέρες για κάθε αρσενικό ενήλικο), αν μετρήσουμε με τα στάνταρτ εργασίας των περιβολάρηδων. Αλλά θα μπορούσαμε να μειώσουμε αυτό το ποσό αν προσφεύγαμε στη διαδικασία που είναι της μόδας στο Τζέρσεϋ και στο Γκέρνσεϋ. Πρέπει επίσης να θυμηθούμε ότι οι περιβολάρηδες του Παρισιού αναγκάζονται να εργάζονται τόσο σκληρά επειδή κατά βάση παράγουν πρώιμα φρούτα εκτός εποχής, οι υψηλές τιμές των οποίων πρέπει να πληρώσουν τα μυθώδη νοίκια, και ότι αυτό το καλλιεργητικό σύστημα συνεπάγεται περισσότερη δουλειά απ’ όση είναι πραγματικά απαραίτητη. Ότι οι περιβολάρηδες του Παρισιού, μην έχοντας τα μέσα να κάνουν μια μεγάλη δαπάνη στους κήπους τους, είναι υποχρεωμένοι να πληρώσουν βαριά για γυαλί, ξύλο, σίδερο, κάρβουνο, να αποκομίσουν την τεχνητή θερμότητα από το λίπασμα, ενώ θα μπορούσε να υπάρχει με πολύ μικρότερο κόστος σε θερμοκήπια.
IV

Οι περιβολάρηδες, λέμε εμείς, αναγκάζονται να γίνουν μηχανές και να αποποιηθούν όλες τις απολαύσεις της ζωής, για να πετύχουν τις αξιοθαύμαστες σοδειές τους. Αυτοί οι σκαφτιάδες του σκληρού εδάφους, όμως, έχουν προσφέρει μια τεράστια υπηρεσία στην ανθρωπότητα: μας δίδαξαν πως το έδαφος μπορεί να “φτιαχτεί”.

Το “φτιάχνουν” με στρώματα κοπριάς που έχουν προηγουμένως προσφέρει την αναγκαία θερμότητα στα νεαρά φυτά και στα πρώιμα φρούτα. Και το παράγουν σε τέτοιες ποσότητες που κάθε χρόνο αναγκάζονται να πουλούν ένα μέρος του• διαφορετικά το επίπεδο των κήπων τους θα ανέβαινε 2 με 3 εκατοστά ετησίως. Το κάνουν τόσο καλά που (όπως μας διδάσκει ο Μπαράλ [Barral] στο λήμμα “λαχανοκόμοι”, στο “Λεξικό της Αγροκαλλιέργειας”) οι λαχανοκόμοι βάζουν όρο στα πρόσφατα συμβόλαιά τους να πάρουν το έδαφός τους μαζί τους όταν θα φύγουν από το χωράφι που καλλιεργούν. Το παχύ χώμα που μεταφέρεται με άμαξες, μαζί με έπιπλα και κορνίζες, να η απάντηση που οι πρακτικοί καλλιεργητές δίνουν στις περισπούδαστες μελέτες κάποιου Ρικάρντο [Ricardo], ο οποίος παρουσιάζει το ενοίκιο ως μέσον εξίσωσης των φυσικών πλεονεκτημάτων του εδάφους. “Το έδαφος αξίζει όσο αξίζει ο άνθρωπος”, αυτό είναι το σύνθημα των κηπουρών.

Κι όμως, οι περιβολάρηδες του Παρισιού και της Ρουέν καταβάλουν τριπλάσιο κόπο από τους συνάδελφους τους στο Γκέρνσεϋ ή στην Αγγλία για να έχουν τα ίδια αποτελέσματα. Εφαρμόζοντας βιομηχανικές μεθόδους στην καλλιέργεια οι τελευταίοι φτιάχνουν και το κλίμα τους κι όχι μόνο το έδαφός τους. Στην πράξη η καλλιέργεια των περιβολάρηδων βασίζεται στις εξής δύο αρχές:

1.

Φυτέψτε μέσα σε θερμοκήπιο, αναθρέψετε τα νεαρά φυτά σε πλούσιο έδαφος και εντός περιορισμένου χώρου ώστε να μπορείτε να τα περιποιείστε και να τα ξεχορταριάζετε εύκολα, ώστε να αναπτύξουν τις ρίζες τους. Κάντε, με δυο λόγια, ό,τι κάνετε και με τα ζώα: δώστε τους στοργή κατά την παιδική τους ηλικία. Και,
2. για να ωριμάσει η σοδιά πιο νωρίς, να θερμαίνετε τον αέρα και το έδαφος,καλύπτοντας τα φυτά με τζάμι (θερμοκήπιο) ή με ύφασμα και φροντίζοντας να υπάρχει στο έδαφος μια υψηλή θερμοκρασία από τη ζύμωση της κοπριάς.

Ξεχορτάριασμα και θερμοκρασία υψηλότερη από την θερμοκρασία του αέρα, ιδού η ουσία της λαχανοκομικής καλλιέργειας, αφού το έδαφος έχει “φτιαχτεί” τεχνητά.

Επίσης όπως έχουμε δει, η πρώτη απ’ αυτές τις συνθήκες ικανοποιείται πάντα στην πράξη και απλά χρειάζεται κάποιες λεπτομέρειες για να τελειοποιηθεί. Για την πραγματοποίηση της δεύτερης γίνεται να θερμάνουμε τον αέρα και το έδαφος με ζεστό νερό που θα κυκλοφορεί μέσα σε σιδερένιους σωλήνες, είτε κάτω από το έδαφος είτε στο εσωτερικό του θερμοκηπίου.

Αυτό συμβαίνει ήδη. Οι περιβολάρηδες του Παρισιού ζητούν από θερμοσίφωνες τη θερμότητα που χθες ζητούσαν από την κοπριά. Και οι Άγγλοι κηπουροί χτίζουν θερμοκήπια. Στο παρελθόν, το θερμοκήπιο αποτελούσε πολυτέλεια για τους πλούσιους. Το χρησιμοποιούσαν για να καλλιεργούν εξωτικά ή καλλωπιστικά φυτά. Σήμερα όμως η χρήση του εξαπλώνεται. Ολόκληρα στρέμματα έχουν καλυφθεί με γυαλί στα λιβάδια του Τζέρσεϋ και του Γκέρνσεϋ, χωρίς να λαμβάνουμε υπ’ όψιν τα αμέτρητα μικρά θερμοκήπια που υπάρχουν σε κάθε φάρμα και κάθε κήπο. Στα περίχωρα του Λονδίνου ολόκληρα χωράφια έχουν αρχίσει να καλύπτονται με γυαλί, και αμέτρητα άλλα κτίζονται κάθε χρόνο στα προάστια.

Και φτιάχνονται με κάθε δυνατή ποιότητα, απ’ αυτά που έχουν γρανιτένιους τοίχους μέχρι τις απλές καλύβες φτιαγμένες με καδρόνια και γυάλινα πλαίσια, και που, ακόμα και τώρα με όλο το φόρο που πληρώνουμε στους καπιταλιστές και στους μεσάζοντες, το κόστος τους δεν ξεπερνά τα 4 με 5 φράγκα το τετραγωνικό μέτρο. Μπορεί να θερμαίνονται ή να μην θερμαίνονται καθόλου• οι καλύβες αρκούν αν κάποιος δεν προσβλέπει σε πρώιμη σοδειά, και βέβαια δεν καλλιεργεί σταφύλια ή τροπικά λουλούδια, αλλά πατάτες, καρότα, φασόλια, τομάτες κ.λπ.

Έτσι ο γεωργός απεξαρτητοποιείται από τις κλιματολογικές συνθήκες. Ταυτόχρονα αποφεύγει τη σκληρή δουλειά που απαιτούν τα στρώματα κοπριάς και εξοικονομεί χρήματα μιας και χρειάζεται λιγότερη κοπριά. Επίσης εξοικονομεί και σε ανθρώπινο δυναμικό: επτά με οκτώ άνθρωποι ανά 10 στρέμματα στο θερμοκήπιο, έχουν τα ίδια αποτελέσματα με τον M. Ponce. Στο Τζέρσεϋ επτά άτομα δουλεύοντας λιγότερο από εξήντα ώρες τη βδομάδα παράγουν σε πολύ μικρές εκτάσεις, σοδειά που στο παρελθόν απαιτούσε πολλά στρέμματα γης.

Θα μπορούσαμε να δώσουμε εντυπωσιακές λεπτομέρειες σ’ αυτό το θέμα. Περιοριζόμαστε σ’ ένα και μόνο παράδειγμα. Στο Τζέρσεϋ, 34 εργάτες κι ένας κηπουρός, καλλιεργούν λίγο παραπάνω από 40 στρέμματα σε θερμοκήπιο (ή 70 άτομα που δεν αφιερώνουν παραπάνω από 5 ώρες την ημέρα) έχουν τα ακόλουθα αποτελέσματα: 25.000 κιλά σταφίδες μαζεμένες την πρώτη του Μάη, 80.000 κιλά τομάτες, 30.000 κιλά πατάτες τον Απρίλη, 6.000 κιλά αρακά και 2.000 κιλά φασόλια μαζεμένα τον Μάη–σύνολο 143.000 κιλά φρούτα και λαχανικά, χωρίς να υπολογίζουμε μια δεύτερη πολλή ισχυρή σοδειά, κάμποσα θερμοκήπια, ή ένα τεράστιο θερμοκήπιο καλλωπιστικών ή κάθε λογής μικρότερες καλλιέργειες σε απλή γη, μέσα στα θερμοκήπια.

Εκατόν σαράντα τρεις τόνοι φρούτων και λαχανικών! Αρκετά για να θρέψουν πάνω από 1.500 άτομα, για όλο το χρόνο. Και δεν απαιτεί παρά 21.000 μέρες δουλειάς–που είναι 210 ώρες ετησίως αν μοιραστούν μόνο σε χίλιους ενήλικες.

Προσθέστε την εξόρυξη 1.000 τόνων κάρβουνο (τόσο κάρβουνο χρειάζεται να καεί για να θερμανθούν 40 στρέμματα σε τέτοια θερμοκήπια), η μέση παραγωγή στην Αγγλία είναι 3 τόνοι την ημέρα (των δέκα ωρών) ανά εργάτη κι αυτό σημαίνει μια επιπλέον δουλειά έξι μ’ επτά ώρες το χρόνο για 500 ενήλικες.

Συνολικά, αν οι μισοί από τους ενήλικους κατοίκους μιας πόλης, αφιέρωναν 50 μισές μέρες το χρόνο για να καλλιεργήσουν τα καλύτερα φρούτα και λαχανικά πολυτελείας, εκτός εποχής, θα είχε η πόλη ατελείωτη προμήθεια για να τρώει όλο το χρόνο. Και θα έχουμε υπό τους ίδιους όρους διπλάσια σοδειά αν καλλιεργηθούν κανονικά λαχανικά, τα οποία, όπως έχουμε δει, σε επιχειρήσεις όπως του M. Ponce, απαιτούν 50 ημέρες δουλειάς.

Είδαμε ήδη πως υπάρχει μια τάση για το θερμοκήπιο να είναι μια απλή καλύβα καλυμμένη με γυαλί που χρησιμοποιείται σαν λαχανόκηπος. Μ’ αυτήν τη χρήση, το απλούστερο δυνατό θερμοκήπιο, χωρίς θέρμανση, ήδη δίνει αξιοθαύμαστη σοδειά–για παράδειγμα 4500 λίτρα πατάτες ανά στρέμμα, σαν πρώτη σοδειά τον Απρίλη, και μια δεύτερη και μια τρίτη σοδειά θα ακολουθήσει το καλοκαίρι λόγω της εξαιρετικά υψηλής, σχεδόν τροπικής, θερμοκρασίας που επικρατεί μέσα στο θερμοκήπιο.

Σήμερα, για να παράγει κανείς την ίδια σοδειά, 4500 λίτρα πατάτες πρέπει να οργώνει κάθε χρόνο 20 στρέμματα, να την σπείρει, να την καλλιεργήσει να την ξεχορταριάσει κοκ. Ενώ με το θερμοκήπιο ακόμα κι αν πρέπει ν’ αφιερώσουμε, στην αρχή, μισή ημέρα δουλειάς ανά τετραγωνικό μέτρο για να χτίσουμε το θερμοκήπιο, θα γλιτώσουμε αργότερα τουλάχιστον την μισή, πιθανόν και τρία τέταρτα από την ετήσια εργασία που θα απαιτούνταν προηγουμένως.

Ιδού λοιπόν τα γεγονότα. Ιδού τα αποτελέσματα που συναγάγαμε και επαληθεύσαμε, αποτελέσματα που οποιοσδήποτε μπορεί να ελέγξει και να επαληθεύσει αρκεί να επισκεφθεί τις εν λόγω καλλιέργειες. Και δεν αρκούν αυτά τα γεγονότα για να μας δώσουν μια ιδέα για το τι μπορεί ο άνθρωπος να αποκομίσει από τη γη αρκεί να την μεταχειριστεί έξυπνα;
V

Όλα όσα έχουμε εξετάσει παραπάνω, έχουν ήδη επιτυχώς δοκιμαστεί στην πράξη. Η εντατική καλλιέργεια των λιβαδιών, αρδευόμενα χωράφια, το θερμοκήπιο, η λαχανοκομική καλλιέργεια και τέλος τα καλυμμένα με γυαλί περιβόλια είναι πραγματικότητα. Επίσης όπως προείδε ο Léonce de Lavergne πριν τριάντα–τόσα χρόνια, η τάση της μοντέρνας γεωργίας είναι να περιορίζει όσο το δυνατόν τον καλλιεργούμενο χώρο, να φτιάχνει το έδαφος και τις κλιματολογικές συνθήκες, να συγκεντρώνει την εργασία και να συνδυάζει όλες τις αναγκαίες συνθήκες για την επιβίωση των φυτών.

Αυτές οι τάσεις γεννήθηκαν κυρίως από την επιθυμία να παράγουν όσο το δυνατόν περισσότερα καλλωπιστικά φυτά στο θερμοκήπιο. Αλλά αφού ανακαλύφθηκαν οι μέθοδοι της εντατικής καλλιέργειας, γενικεύθηκαν και επεκτάθηκαν και στην καλλιέργεια των κοινών οπωροκηπευτικών επιτρέποντας έτσι την παραγωγή μεγαλύτερης σοδειάς με λιγότερο κόπο και μεγαλύτερη ασφάλεια.

Στην πραγματικότητα, αφού μελετήσαμε τα πιο απλά θερμοκήπια–καλύβες στο Γκέρνσεϋ, λέμε με βεβαιότητα, παίρνοντάς τα πάντα υπ’ όψιν μας, ότι πολύ λιγότερη δουλειά χρειάζεται για να παράγουμε πατάτες στο θερμοκήπιο τον Απρίλη, παρά αν τις καλλιεργήσουμε στον ανοιχτό αέρα όπου θα χρειαζόμασταν τέσσερις φορές μεγαλύτερη έκταση με την συνεπαγόμενη αύξηση της δουλειάς που χρειάζεται για σκάψιμο, άρδευση, ξεχορτάριασμα κτλ. Ομοίως και με τη χρήση των μηχανών. Εξοικονομούμε δουλειά αν χρησιμοποιήσουμε το κατάλληλο εργαλείο, ακόμα κι αν χρειάζεται να καταβάλουμε κάποιο αρχικό ποσό για την αγορά του εργαλείου.

Μια πλήρης καταγραφή σχετικά με την καλλιέργεια κοινών λαχανικών στο θερμοκήπιο δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα. Είναι σχετικά νέα μέθοδος καλλιέργειας και χρησιμοποιείται σε περιορισμένες εκτάσεις. Έχουμε όμως την καταγραφή από 50 χρόνια καλλιέργειας σταφυλιών, ένα προϊόν πολυτελείας, και οι αριθμοί είναι αδιαμφισβήτητοι.

Στο βορρά της Αγγλίας στα σύνορα με την Σκωτία, όπου το κάρβουνο κοστίζει μόνο 4 φράγκα ο τόνος έχουν ξεκινήσει εδώ και καιρό την καλλιέργεια σταφυλιών στα θερμοκήπια. Πριν τριάντα χρόνια, αυτά τα σταφύλια, ώριμα ήδη το Γενάρη, πωλούνται από τον παραγωγό 50 φράγκα το κιλό και μεταπουλούνταν για το τραπέζι του Ναπολέοντα του 3ου, 100 φράγκα το κιλό. Σήμερα οι ίδιοι παραγωγοί τα πουλάνε μόλις 6 φράγκα το κιλό. Έτσι μας λέει ο ίδιος σ’ ένα περιοδικό κηπουρικής. Αυτή η πτώση της τιμής οφείλεται στους τόνους σταφυλιών που κατακλύζουν το Παρίσι και το Λονδίνο το Γενάρη. Λόγω του φτηνού κάρβουνου και της έξυπνης καλλιέργειας τα σταφύλια ταξιδεύουν από το βορρά στο νότο, αντίθετα από τα κοινά φρούτα. Το Μάη, τα αγγλικά σταφύλια και τα σταφύλια του Τζέρσεϋ πουλιούνται 4 φράγκα το κιλό από τους περιβολάρηδες, και ακόμα κι αυτή η πολύ χαμηλή τιμή διατηρείται, όπως κι αυτή των 100 φράγκων πριν τριάντα χρόνια, λόγω της χαλαρής παραγωγής. Τον Οκτώβρη τα σταφύλια που καλλιεργούνται σε τεράστιες ποσότητες στα περίχωρα του Λονδίνου, πάντοτε σε θερμοκήπια αλλά με λίγη τεχνητή θέρμανση, πουλιούνται στην ίδια τιμή με τα σταφύλια που καλλιεργούνται στην ανοιχτή ύπαιθρο, στους αμπελώνες της Ελβετίας ή του Ρήνου, δηλαδή για κάνα δυο δεκάρες. Και πάλι κοστίζουν δύο τρίτα παραπάνω απ’ όσο θα ‘πρεπε, λόγω της υψηλής τιμής του εδάφους, και του κόστους της εγκατάστασης και θέρμανσης για το οποίο ο καλλιεργητής πληρώνει ένα τεράστιο ποσό στον βιομήχανο και στον μεσάζοντα. Έχοντας υπ’ όψιν μας όλα αυτά, μπορούμε να πούμε ότι δεν κοστίζει σχεδόν τίποτα να έχουμε σταφύλια στο γεωγραφικό πλάτος και στο υγρό κλίμα του φθινοπωρινού Λονδίνου. Σ’ ένα προάστιο για παράδειγμα, σε μια αξιοθρήνητη καλύβα καλυμμένη με γυαλί, στηριγμένη στη μεζονέτα μας, 3 μέτρα μήκος επί 2 μέτρα πλάτος, μας έδωσε, μέσα στον Οκτώβρη, πάνω από 25 κιλά νοστιμότατα σταφύλια, επί εννέα συνεχή χρόνια. Αυτή τη σοδειά την πήραμε από ένα κλήμα ηλικίας έξι χρονών.[2] Και το κατάλυμα ήταν τόσο άθλιο που η βροχή έμπαινε μέσα! Τη νύχτα η θερμοκρασία ήταν ίδια με την θερμοκρασία του περιβάλλοντος. Ήταν φανερό ότι δεν θερμαινόταν, κάτι τέτοιο θα ήταν όσο ανώφελο θα ήταν να θερμαίνεις το δρόμο! Όσο για την περιποίηση: το κλαδεύαμε μισή ώρα το χρόνο, και ρίχναμε στη βάση του κορμού του, που ήταν φυτεμένος σε κοκκινόχωμα έξω από την καλύβα, ένα καρότσι κοπριά. Αν υπολογίσουμε από την άλλη, την φροντίδα που χρειάζονται τα σταφύλια στα όρια του Ρήνου ή στην λίμνη Λέμαν [Leman], τα αναχώματα που κατασκευάζονται στις πλαγιές των λόφων, τη μεταφορά της κοπριάς και εδάφους σε 60 με 90 μέτρα υψόμετρο, συμπεραίνουμε ότι συνολικά η δουλειά και τα έξοδα που χρειάζονται για την καλλιέργεια των σταφυλιών είναι μεγαλύτερη στην Ελβετία και στις όχθες του Ρήνου παρά στα θερμοκήπια στα προάστια του Λονδίνου.

Αυτό μπορεί να φαίνεται παράδοξο, επειδή γενικά ο κόσμος πιστεύει ότι τα κλήματα φυτρώνουν από μόνα τους στη νότια Ευρώπη, και ότι η δουλειά των αμπελουργών δεν στοιχίζει τίποτα. Αλλά οι κηπουροί και οι φυτοκόμοι όχι μόνο δεν αντιφάσκουν με μας, αλλά μας επιβεβαιώνουν. “Η πιο προσοδοφόρα καλλιέργεια είναι η αμπελουργία”, έγραψε ένας πρακτικός κηπουρός, ο επιμελητής του “Περιοδικού Φυτοκομίας της Αγγλίας”. Και βέβαια η τιμές μιλάνε από μόνες τους, όπως ξέρουμε.

Μεταφράζοντας τα παραπάνω σε κομμουνιστική γλώσσα, μπορούμε να υποστηρίξουμε πως όποιος/α αφιερώσει 20 ώρες ετησίως από τον ελεύθερο χρόνο του/της για να φροντίσει δύο ή τρία κλήματα καλυμμένα με γυαλί–δουλειά ως επί το πλείστον ευχάριστη–σε οποιοδήποτε ευρωπαϊκό κλίμα, θα μαζέψει όσα σταφύλια μπορούν να φάνε οι φίλοι του/της και η οικογένειά του/της. Κι αυτό ισχύει όχι μόνο για τα αμπέλια αλλά και για όλα τα καρποφόρα δέντρα.

Αν μία κομμούνα εφαρμόσει εντατική καλλιέργεια σε μεγάλη κλίμακα, θα έχει όσα λαχανικά και φρούτα θέλουν, ντόπια ή εξωτικά, χωρίς να χρειάζεται να αφιερώνουν παραπάνω από περίπου 10 ώρες το χρόνο ανά κάτοικο.

Στην πραγματικότητα, είναι πολύ εύκολο να επιβεβαιωθούν τα παραπάνω με ένα πείραμα. Υποθέσατε ότι 400 στρέμματα καλυμμένα με ελαφρύ έδαφος (όπως αυτό που υπάρχει στο Γουόρθινγκ [Worthing]) μετατρέπονται σε περιβόλια, καθένα με το δικό του θερμοκήπιο για να παράγουν φυτώρια και νεαρά φυτά, και η οργάνωση της όλης επιχείρησης εναποτίθεται στα έμπειρα χέρια των Γάλλων περιβολάρηδων, και των κηπουρών θερμοκηπίου του Γκέρνσεϋ ή του Γουόρθινγκ.

Βασιζόμενοι στο μέσο όρο του Τζέρσεϋ, που απαιτεί την εργασία τριών ατόμων ανά 4 στρέμματα θερμοκηπίου–που συνολικά κάνει λιγότερο από 8 600 ώρες δουλειάς το χρόνο–αυτά τα 400 στρέμματα θα χρειαζόταν γύρω στις 1 300 000 ώρες το χρόνο. Πενήντα ικανοί περιβολάρηδες θα αφιέρωναν 5 ώρες την ημέρα σ’ αυτή τη δουλειά, και η υπόλοιπη θα μπορούσε να γίνει από ερασιτέχνες, οι οποίοι πολύ σύντομα θα μάθαιναν πως να χρησιμοποιούν το φτυάρι ή πώς να περιποιούνται τα φυτά. Αλλά όπως έχουμε ήδη δει, αυτή η δουλειά θα παρήγαγε όλα τα αναγκαία φρούτα και λαχανικά για τουλάχιστον σαράντα με πενήντα χιλιάδες ανθρώπους. Ας υποθέσουμε ότι ανάμεσα σ’ αυτούς τους τελευταίους υπάρχουν 13.500 ενήλικες πρόθυμοι να δουλέψουν στα περιβόλια• τότε καθένας θα χρειαζόταν να αφιερώσει 100 ώρες δουλειάς το χρόνο, κατανεμημένη σε όλο το μήκος του χρόνου. Αυτές οι ώρες δουλειάς θα γινόταν ώρες αναψυχής ανάμεσα σε φίλους και παιδιά σε πανέμορφους κήπους, πιο όμορφους πιθανόν από τους θρυλικούς κήπους της Σεμίραμις.

Αυτός είναι ο απολογισμός της δουλειάς που χρειάζεται για να μπορούμε να τρώμε μέχρι κορεσμού φρούτα που στερούμαστε σήμερα, και να έχουμε εν αφθονία τα λαχανικά που η νοικοκυρά πρέπει να διαχειρίζεται προσεκτικά σήμερα ώστε να μπορούν οι καπιταλιστές και οι γαιοκτήμονες να πλουτίζουν. [3]

Αχ! Αν μόνο η ανθρωπότητα είχε συνείδηση του τι μπορεί να πετύχει, κι αν μόνο αυτή η συνείδηση της έδινε τη δύναμη της θέλησης!

Μόνο αν ήξερε ότι η δειλία του πνεύματος είναι η ξέρα στην οποία έχουν ναυαγήσει όλες οι επαναστάσεις μέχρι σήμερα!
VI

Μπορούμε να διακρίνουμε εύκολα τους νέους ορίζοντες που ανοίγονται στην ερχόμενη κοινωνική επανάσταση.

Κάθε φορά που μιλάμε για την επανάσταση ο (σοβαρός) εργάτης που έχει δει παιδιά να στερούνται τροφή, σουφρώνει τα φρύδια του και ρωτάει επίμονα: –“Και τι γίνεται με το ψωμί; Θα υπάρχει αρκετό για να τρώει ο καθένας ανάλογα με την όρεξή του; Και τι θα γίνει αν οι χωρικοί, αδαή εργαλεία της αντίδρασης, λιμοκτονήσουν τις πόλεις όπως οι μαύρες ορδές [bandes noires] έκαναν στην Γαλλία του 1793–τι θα κάνουμε;”

Αφήστε τους να προσπαθήσουν! Οι πόλεις θα τα καταφέρουν και χωρίς την ύπαιθρο.

Με τι λοιπόν θα απασχοληθούν οι εκατοντάδες χιλιάδες των εργατών που σήμερα ασφυκτιούν μέσα σε εργοστάσια και εργαστήρια, μόλις επανακτήσουν την ελευθερία τους; Θα συνεχίσουν να κλείνονται σε εργοστάσια και μετά την επανάσταση; Θα συνεχίσουν να φτιάχνουν αντικείμενα πολυτελείας για εξαγωγή, όταν θα βλέπουν τα αποθέματα του σιταριού τους να εξαντλούνται, το κρέας να σπανίζει και τα λαχανικά να εξαφανίζονται χωρίς να αναπληρώνονται;

Προφανώς όχι! Θα παρατήσουν την πόλη και θα πάνε στα χωράφια! Με τη βοήθεια των μηχανών που επιτρέπουν στους πιο αδύναμους από εμάς να δώσουν ένα χεράκι, θα επιφέρουν την επανάσταση στην σκλαβωμένη καλλιέργεια όπως την έφεραν στους θεσμούς και στις ιδέες.

Εδώ, εκατοντάδες στρέμματα θα καλυφθούν με γυαλί και άντρες και γυναίκες με ντελικάτα δάχτυλα, θα φροντίζουν τα νεαρά φυτά. Εκεί, εκατοντάδες άλλα στρέμματα θα οργωθούν με ατμοκίνητα αλέτρια, και θα βελτιωθούν με κοπριά ή θα εμπλουτιστούν με τεχνητό έδαφος από την κονιοποίηση βράχων. Πλήθη από χαρούμενους εποχιακούς εργάτες θα καλύψουν αυτά τα στρέμματα με σπαρτά καθοδηγούμενοι εν μέρει, στη δουλειά και στα πειράματα, από αυτούς που ξέρουν καλλιέργεια, αλλά κυρίως, από το πνεύμα, μεγαλειώδες και πρακτικό, ενός λαού που αφυπνίστηκε μετά από βαθύ ύπνο και καθοδηγείται απ’ αυτό το φωτεινό φάρο–την ευτυχία όλων.

Και μέσα σε δύο με τρεις μήνες, η πρώιμη σοδειά θα ανακουφίσει τις πιο πιεστικές ανάγκες, και θα προσφέρει τροφή σ’ ένα λαό που, μετά τόσους αιώνες αναμονής, θα μπορέσει επιτέλους να ικανοποιήσει την πείνα του σύμφωνα με την όρεξή του.

Εν τω μεταξύ, η λαϊκή ιδιοφυΐα, η ιδιοφυΐα ενός λαού που έχει ξεσηκωθεί και γνωρίζει τις ανάγκες του, θα ασχοληθεί με πειράματα για καινούργιους τρόπους καλλιέργειας, που ήδη είναι ορατές στον ορίζοντα, και που χρειάζονται μόνο το βάφτισμα της εμπειρίας για να γενικευτούν. Θα πειραματιστούν με το φως–τον άγνωστο παράγοντα που κάνει το κριθάρι να ωριμάζει σε σαράντα πέντε ημέρες στο γεωγραφικό πλάτος του Γιακούτσκ [Yakutsk]• το φως, τεχνητό ή συγκεντρωμένο, θα ανταγωνίζεται τη θερμότητα για την επιτάχυνση της ανάπτυξης των φυτών. Ένας μελλοντικός Μουσώ [Mouchot] θα εφεύρει μια μηχανή που θα κατευθύνει τις ηλιακές ακτίνες και θα τις κάνει να παράγουν έργο, ώστε να μην χρειάζεται πλέον να ψάχνουμε στα βάθη της γης την ηλιακή θερμότητα που είναι αποθηκευμένη στο κάρβουνο. Θα πειραματιστούν με την άρδευση του εδάφους με μικροοργανισμούς–μια ορθολογική ιδέα που γεννήθηκε πρόσφατα, που θα επιτρέψει τον εφοδιασμό του εδάφους με μικρά ζωντανά κύτταρα που είναι απαραίτητα στα φυτά, για να τροφοδοτούν τα φυτά που ακόμα δεν έχουν αναπτύξει ρίζες, για να διασπούν και να καθιστούν απορροφήσιμα τα δομικά συστατικά του εδάφους.

Θα πειραματιστούν … αλλά καλύτερα να σταματήσουμε εδώ προτού εισχωρήσουμε στο χώρο του μυθιστορήματος. Ας παραμείνουμε στην πραγματικότητα των επίκτητων γεγονότων. Με τις διαδικασίες καλλιέργειας ήδη εν χρήση, και ήδη νικηφόρες εναντίον του βιομηχανικού ανταγωνισμού, θα δώσουμε στον εαυτό μας άνεση και πολυτέλεια σε αντάλλαγμα ευχάριστης εργασίας. Το εγγύς μέλλον θα δείξει τι είναι πρακτικό για τις μελλοντικές κατακτήσεις, που οι πρόσφατες επιστημονικές ανακαλύψεις μας έχουν δώσει μια φευγαλέα ματιά.

Ας περιοριστούμε στην διάνοιξη του νέου δρόμου που θα συγκροτείται από την μελέτη των αναγκών και των μέσων ικανοποίησής τους.

Το μόνο πράγμα που μπορεί να λείπει από την επανάσταση είναι το θάρρος της πρωτοβουλίας.

Με τα μυαλά μας ήδη στενεμένα από το σχολείο, σκλαβωμένα από την παιδική μας ηλικία, την ενηλικίωσή μας και μέχρι τον τάφο μας, δεν τολμούμε καλά καλά ούτε να σκεφτούμε. Όταν εξετάζουμε μια νέα ιδέα, προτού εκφράσουμε μια άποψη, συμβουλευόμαστε μουχλιασμένους τόμους εκατό χρονών για να μάθουμε τι έχουν πει επί του θέματος οι αρχαίοι σοφοί. Αν δεν λείψουν κατά την επανάσταση, η τολμηρότητα της σκέψης και η πρωτοβουλία, δεν θα λείψει το φαγητό.

Απ’ όλες τις μεγαλειώδεις ημέρες της Γαλλικής Επανάστασης, η πιο όμορφη, η πιο μεγαλειώδης που θα μείνει πάντα χαραγμένη στην μνήμη μας, ήταν εκείνη η μέρα που οι αντιπρόσωποι που ΄χαν έρθει στο Παρίσι απ’ όλη τη Γαλλία, δούλεψαν με την αξίνα, για να προετοιμάσουν την γιορτή.

Εκείνη την ημέρα όλη η Γαλλία ενώθηκε: ζωογονημένη από το νέο πνεύμα, είχε ένα όραμα του μέλλοντος όπου όλοι μαζί θα δουλεύουν τη γη από κοινού.

Επίσης είναι ακριβώς μέσω αυτής της από κοινού καλλιέργειας που η χειραφετημένη κοινωνία θα ξαναβρεί την ενότητά της και θα αντιμετωπίσει τα μίση και τις καταπιέσεις που την είχαν χωρίσει.

Έχοντας για τα καλά κατανοήσει την αλληλεγγύη, αυτήν την τεράστια δύναμη που αυξάνει την ενέργεια και την δημιουργικότητα του ανθρώπου στο εκατονταπλάσιο, η νέα κοινωνία θα προχωρήσει στην κατάκτηση του μέλλοντος με όλη τη ζωντάνια και την ζωηρότητα της νεότητας.

Σταματώντας την παραγωγή για άγνωστους αγοραστές, και ψάχνοντας μέσα στην ίδια για ανάγκες και ορέξεις προς ικανοποίηση, η κοινωνία θα εγγυάται κατά πολύ την επιβίωση και την άνεση κάθε μέλους της, και ταυτόχρονα την ηθική ικανοποίηση που δίνει η δουλειά που έχει ελεύθερα επιλεγεί και ελεύθερα περατωθεί, και η ικανοποίηση μιας ζωής που δεν βαραίνει τους άλλους. Εμπνευσμένοι από μια νέα τόλμη, τροφοδοτούμενη από το αίσθημα αλληλεγγύης, θα προχωρήσουμε όλοι μαζί στην κατάκτηση των υψηλών απολαύσεων της γνώσης και της καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Μια κοινωνία εμπνευσμένη μ’ αυτόν τον τρόπο δεν θα φοβάται ούτε τις εσωτερικές διαστάσεις ούτε τους εξωτερικούς εχθρούς. Στις συμμαχίες του παρελθόντος θα αντιπαραθέσει την αγάπη της για μια νέα τάξη, την πρωτοβουλία του καθενός ξεχωριστά και όλων μαζί, και την ηράκλεια δύναμη που θα ‘ρθει από την αφύπνιση της ιδιοφυΐας της.

Μπροστά σε μια τέτοια ακατανίκητη δύναμη, οι “συνωμοτούντες βασιλείς” δεν θα μπορούν να κάνουν τίποτα. Δεν θα τους απομείνει τίποτα άλλο από το να ζευτούν στο άρμα της ανθρωπότητας, που κυλάει προς τους ορίζοντες που άνοιξε η Κοινωνική Επανάσταση.

Σημειώσεις:

[2] Η ποικιλία του κλήματος αντιπροσωπεύει την υπομονετική έρευνα κηπουρών, για τρεις γενεές. Είναι μια ποικιλία από το Αμβούργο που έχει προσαρμοστεί αξιοθαύμαστα στους ψυχρούς χειμώνες. Χρειάζεται παγωμένο έδαφος το χειμώνα για να ωριμάσει.

[3] Αθροίζοντας τις στατιστικές για την γεωργία, που δείχνουν ότι οι κάτοικοι των διαμερισμάτων του Seine και Seine-et-Oise, μπορούν άνετα να ζήσουν στην περιοχή τους αφιερώνοντας πολύ λίγο χρόνο ετησίως για την παραγωγή της τροφής τους, έχουμε:

ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑΤΑ ΤΟΥ SEINE ΚΑΙ SEINE-ET-OISE

Κάτοικοι το 1889

3,900,000

Έκταση σε στρέμματα

6,029,200

Κάτοικοι ανά στρέμμα (μέσος όρος)

0.65

Έκταση προς καλλιέργεια σε στρέμματα

Δημητριακά

1,976,000

Φυσικά και τεχνητά λιβάδια

1,976,000

Φρούτα και λαχανικά

69,200 με

100,000

Αφήνοντας για κατοικίες

δρόμους, δάση, πάρκα κλπ

1,976,000

Ετήσια εργασία απαιτούμενη για την καλλιέργεια των

παραπάνω εκτάσεων σε πεντάωρες ημέρες

Δημητριακά (καλλιέργεια και συγκομιδή)

15,000,000

Λιβάδια, γάλα, βοσκή

10,000,000

Θερμοκηπιακή καλλιέργεια

33,000,000

Επιπλέον (έξτρα)

12,000,000

Σύνολο

70,000,000

Comments Off on Η κατάκτηση του ψωμιού Κεφάλαιο 17: Αγροκαλλιέργεια

Peter Kropotkin

Η κατάκτηση του ψωμιού

Κεφάλαιο 16: Η αποκέντρωση της βιομηχανίας
I

Μετά τους Ναπολεόντειους Πολέμους η Βρετανία είχε σχεδόν πετύχει στο να καταστρέψει τις κύριες βιομηχανίες, οι οποίες είχαν ξεπηδήξει/ αναπτυχθεί στην Γαλλία στο τέλος του προηγούμενου αιώνα. Επίσης έγινε «κυρία» των Θαλασσών και δεν είχε σημαντικούς αντιπάλους. Ανέλαβε την κατάσταση και ήξερε πώς να κάνει υπολογίσιμα τα προνόμια και τα πλεονεκτήματά της. Καθιέρωσε ένα βιομηχανικό μονοπώλιο και , επιβάλλοντας στους γείτονές της τις τιμές της για τα αγαθά που μόνο αυτή μπορούσε να κατασκευάσει, συσσώρευσε πλούτο επί πλούτου.

Αλλά καθώς η αστική επανάσταση του 18^ου αιώνα κατήργησε την δουλεία και δημιούργησε προλεταριάτο στη Γαλλία, η βιομηχανία, παρακωλυμένη για κάποιο διάστημα στην διαδρομή της, επανέκαμψε, και από το δεύτερο μισό του 19^ου αιώνα η Γαλλία σταμάτησε να είναι η υποτελής της Αγγλίας στα βιομηχανικά αγαθά. Σήμερα έχει εξελιχθεί σε ένα έθνος με εξαγωγικό εμπόριο. Πουλάει βιομηχανικά αγαθά αξίας πολύ μεγαλύτερης από εξήντα εκατομμύρια λίρες και τα δύο τρίτα από αυτά τα αγαθά είναι βιομηχανικά προϊόντα. Υπολογίζεται ότι πάνω από τρία εκατομμύρια Γάλλοι δουλεύουν για τις εξαγωγές ή ζουν από το εξωτερικό εμπόριο.

Άρα η Γαλλία δεν είναι πλέον η υποτελής χώρα της Αγγλίας. Με την σειρά της αγωνίστηκε να μονοπωλήσει συγκεκριμένους κλάδους της εξαγωγικής βιομηχανίας, όπως μετάξι και έτοιμα ρούχα, και αποκόμισε τεράστια κέρδη από εκεί. Αλλά είναι πλέον στην κατεύθυνση του να χάσει αυτό το μονοπώλιο για πάντα, όπως η Αγγλία βρίσκεται στην κατεύθυνση του να χάσει το μονοπώλιο των βαμβακερών αγαθών.

Πηγαίνοντας προς τα ανατολικά, η βιομηχανία έφτασε στην Γερμανία. Πριν από τριάντα χρόνια η Γερμανία ήταν υποτελής της Αγγλίας και της Γαλλίας για τα περισσότερα βιομηχανικά εμπορεύματα στους ανώτερους κλάδους της βιομηχανίας. Δεν είναι πια έτσι. Στην πορεία των σαράντα πέντε τελευταίων χρόνων, και ειδικά από τον Γάλλο-Γερμανικό πόλεμο και μετά, η Γερμανία έχει αναδιοργανώσει πλήρως την βιομηχανία της. Τα καινούργια εργοστάσια εφοδιάστηκαν με τα καλύτερα μηχανήματα. Οι τελευταίες δημιουργίες της βιομηχανικής τέχνης στα βαμβακερά αγαθά από το Μάντσεστερ ή στα μεταξωτά από την Λυών κτλ, πραγματοποιούνται τώρα στα σύγχρονα γερμανικά εργοστάσια. Χρειάστηκαν δύο ή τρεις γενιές εργατών, στην Λυών και το Μάντσεστερ, για να κατασκευάσουν τα σύγχρονα μηχανήματα. Αλλά οι Γερμανοί τα υιοθέτησαν στην τέλεια μορφή τους. Τεχνικές σχολές, προσαρμοσμένες στις ανάγκες της βιομηχανίας, προμηθεύουν τα εργοστάσια με ένα στρατό από ευφυείς εργάτες – πρακτικούς μηχανικούς που μπορούν να δουλεύουν με τα χέρια και το μυαλό. Η γερμανική βιομηχανία αρχίζει στο σημείο, που έφτασαν το Μάντσεστερ και η Λυών μόνο μετά από πενήντα χρόνια ψαξίματος στα τυφλά, της εξάσκησης και του πειράματος.

Συνεπάγεται το ότι, καθώς η Γερμανία κατασκευάζει το ίδιο καλά και μόνη της, μειώνει τις εισαγωγές της από την Γαλλία και την Αγγλία χρόνο με το χρόνο. Έγινε ο αντίπαλος στα βιομηχανικά αγαθά στην Ασία και την Αφρική, αλλά και στις αγορές του ίδιου του Λονδίνου και του Παρισιού. Κοντόφθαλμοι άνθρωποι ίσως να φωνάξουν ενάντια στην συνθήκη της Φρανκφούρτης, μπορεί να εξηγούν τον γερμανικό ανταγωνισμό μόνο σε μικρές διαφορές στις σιδηροδρομικές ταρίφες. Μπορούν να πουν ότι η Γερμανία δουλεύει γι το τίποτα και να καθυστερούν στις μικρές πλευρές των ερωτημάτων και να αρνούνται μεγάλα ιστορικά γεγονότα. Αλλά είναι πλέον σίγουρο ότι οι κύριες βιομηχανίες, αρχικά στα χέρια της Αγγλίας και της Γαλλίας, προόδευσαν ανατολικά, και στην Γερμανία βρήκαν μια χώρα νέα, γεμάτη ενέργεια, κατέχουσα μια ευφυή μέση τάξη, και ανυπόμονη με την σειρά της να πλουτίσει από το εξωτερικό εμπόριο.

Όταν η Γερμανία ελευθερώθηκε από την καθυπόταξή της στην Γαλλία και την Αγγλία, έφτιαξε τον δικό της βαμβακερό ρουχισμό, κατασκεύασε τα δικά της μηχανήματα –για την ακρίβεια κατασκεύασε κάθε είδους εμπορεύματα- οι κύριες βιομηχανίες άρχισαν να ριζώνουν και στην Ρωσία, όπου η ανάπτυξη της βιομηχανίας είναι η εκπληκτικότερη καθώς ξεπήδηξε μόλις πρόσφατα.

Τον καιρό της κατάργησης της δουλείας το 1861, η Ρωσία μετά βίας είχε κάποια εργοστάσια. Όλα όσα αυτά χρειάζονταν –μηχανές, ράγες, ατμομηχανές, πλούσιες ύλες- έρχονταν από την δύση. Είκοσι χρόνια αργότερα κατείχε ήδη 85,000 εργοστάσια, και τα αγαθά από αυτά τα εργοστάσια είχαν τετραπλασιαστεί στην αξία.

Τα παλιά μηχανήματα αντικαταστάθηκαν ολοκληρωτικά, και τώρα όλο το ατσάλι που χρησιμοποιείται στην Ρωσία, τα τρία τέταρτα του σιδήρου, τα δύο τρίτα του άνθρακα, όλες οι ατμομηχανές, τα βαγόνια, οι ράγες και σχεδόν όλα τα ατμόπλοια, φτιάχνονται στην Ρωσία.

Η Ρωσία, προορισμένη –όπως έγραφαν οι οικονομολόγοι- να παραμείνει αγροτική περιοχή, αναπτύχθηκε γρήγορα σε μία βιομηχανική χώρα. Παραγγέλνει ελάχιστα από την Αγγλία και πολύ λίγα από την Γερμανία.

Οι οικονομολόγοι παρουσιάζουν τα τελωνεία/ τους δασμούς ως υπεύθυνα/ υπεύθυνους για αυτά τα γεγονότα (;) , παρ’όλα αυτά τα βαμβακερά που κατασκευάζονται στην Ρωσία πωλούνται στην ίδια τιμή με αυτά από το Λονδίνο. Με το κεφάλαιο να μην γνωρίζει τίποτα για την πατρίδα, Γερμανοί και Άγγλοι καπιταλιστές, συνοδευόμενοι από μηχανικούς και εργοδηγούς των εθνικοτήτων τους, εισήγαγαν στην Ρωσία και την Πολωνία βιομηχανίες, των οποίων η αρτιότητα των αγαθών συναγωνιζόταν με τα καλύτερα της Αγγλίας. Αν τα τελωνεία καταργούνταν αύριο, η βιομηχανία μόνο θα κέρδιζε από αυτό. Όχι πολύ μετά οι Βρετανοί βιομήχανοι έδωσαν άλλο ένα γερό χτύπημα στις εισαγωγές ρουχισμού και μάλλινων από την Δύση. Εγκατέστησαν στην νότια και την μέση Ρωσία κολοσσιαία εργοστάσια μαλλιού, εξοπλισμένα με τα τελειότερα μηχανήματα από το Μπράντφορντ, και ήδη τώρα η Ρωσία μετά βίας εισάγει περισσότερα από κάποια λίγα κομμάτια Αγγλικού ρουχισμού και Γαλλικά μάλλινα προϊόντα ως δείγματα.

Οι κύριες βιομηχανίες όχι μόνο κινήθηκαν ανατολικά, αλλά εξαπλώνονται και στις νότιες χερσονήσους. Η έκθεση του Τορίνο το 1884 έχει είδη δείξει την πρόοδο που έγινε στην Ιταλική βιομηχανική παραγωγή και, ας μην κάνουμε λάθος γι’αυτό, το αμοιβαίο μίσος ανάμεσα στις δύο αστικές τάξεις, της Γαλλικής και της Ιταλικής, δεν κατάγεται παρά από την βιομηχανική τους αντιπαλότητα. Η Ισπανία γίνεται επίσης μία βιομηχανικά χώρα, ενώ στην ανατολή, η Βοημία έχει ξαφνικά εξελιχθεί σημαντικά, ως ένα νέο βιομηχανικό κέντρο, εφοδιασμένη με τέλεια μηχανήματα και εφαρμόζοντας τις καλύτερες επιστημονικές μεθόδους.

Μπορούμε ακόμα να αναφέρουμε την γρήγορη πρόοδο της Ουγγαρίας, στις κύριες βιομηχανίες, αλλά ας πάρουμε αντί για αυτό την Βραζιλία ως παράδειγμα. Οι οικονομολόγοι καταδίκασαν την Βραζιλία να καλλιεργεί βαμβάκι για πάντα, να το εξάγει σε ακατέργαστο, και να λαμβάνει βαμβακερό ρουχισμό από την Ευρώπη ως αντάλλαγμα. Στην πραγματικότητα, εδώ και σαράντα χρόνια η Βραζιλία είχε μόνο εννιά άθλια μικρά εργοστάσια βαμβακιού με 385 ατράκτους. Σήμερα υπάρχουν 108 βαμβακόμυλοι, που έχουν 715,000 ατράκτους και 26,050 αργαλειούς, που υφαίνουν 234 εκατομμύρια γιάρδες υφασμάτων στην αγορά ετησίως.

Ακόμα και το Μεξικό ετοιμάζεται να κατασκευάσει βαμβακερά ρούχα , αντί να τα εισάγει από την Ευρώπη. Όπως στις Ηνωμένες Πολιτείες έχουν σχεδόν απελευθερωθεί από την Ευρωπαϊκή κηδεμονία, και έχουν αναπτύξει θριαμβευτικά τις βιομηχανικές τους δυνάμεις (ΣτΜ: Δεν λες τίποτα Πέτρο!)

Αλλά ήταν η Ινδία που έδωσε την πιο τρανταχτή απόδειξη ενάντια στην εξειδίκευση των εθνικών βιομηχανιών.

Όλοι ξέρουμε αυτή την θεωρία: τα μεγάλα Ευρωπαϊκά έθνη χρειάζονται αποικίες, γιατί οι αποικίες στέλνουν ακατέργαστες ύλες –ίνες βαμβακιού, ακαθάριστο μαλλί, μπαχαρικά κτλ. στην μητέρα-πατρίδα. Και η μητρόπολις/ μητέρα-πατρίδα, με τον ισχυρισμό ότι θα τους στείλει βιομηχανικά αγαθά, ξεφορτώνεται τις καμένες ουσίες/ απόβλητά της , τα απομεινάρια σιδήρου από τις μηχανές τις και οτιδήποτε δεν της χρειάζεται πια. Τις κοστίζει λίγα, ή τίποτα, και, αν μη τι άλλο, τα αντικείμενα πωλούνται σε υπερβολικές τιμές.

Αυτή ήταν η θεωρία –αυτή ήταν και η πρακτική για πολύ καιρό. Στο Λονδίνο και το Μάντσεστερ περιουσίες φτιάχτηκαν ενώ η Ινδία καταστρεφόταν. Στο ινδικό Μουσείο στο Λονδίνο πρωτάκουστα πλούτη, συγκεντρωμένα στην Καλκούτα και την Βομβάη από Άγγλους εμπόρους, θα εκτεθούν.

Αλλά άλλοι Άγγλοι έμποροι και καπιταλιστές συνέλαβαν την πολύ απλή ιδέα ότι θα ήταν πολύ πιο σοφό να εκμεταλλευτούν τους αυτόχθονες της Ινδίας με το να φτιάχνουν βαμβακερά αγαθά στην ίδια την Ινδία, από το να εισάγουν ετησίως αγαθά αξίας από πεντακόσια ως εξακόσια εκατομμύρια φράνκα.

Αρχικά, μια σειρά πειραμάτων έληξαν με αποτυχία. Ινδοί υφαντές – καλλιτέχνες και ειδικοί στην δική τους τέχνη, δεν μπορούσαν να εξοικειωθούν στην ζωή του εργοστασίου, τα μηχανήματα που στάλθηκαν από το Λίβερπουλ δεν ήταν καλά, το κλίμα έπρεπε να ληφθεί υπ’όψη και οι έμποροι έπρεπε να προσαρμοστούν σε νέες συνθήκες, τώρα πλήρως εμφανείς, πριν η Βρετανική Ινδία μπορέσει να γίνει ο απειλητικός αντίπαλος της μητρόπολης/ μητέρας-πατρίδας που είναι σήμερα.

Τώρα έχει στην διάθεσή της 200 εργοστάσια, τα οποία απασχολούν περίπου 196,400 εργάτες, και περιέχουν 5,231,000 ατράκτους, 48,000 αργαλειούς και 38 μύλους γιούτας (ύφασμα) με 409,000 ατράκτους. Εξάγει ετησίως στην Κίνα, στις Γερμανικές Ινδίες και την Αφρική τα ίδια λευκά βαμβακερά ρούχα, που λέγεται ότι είναι ειδικότητα της Αγγλίας, αξίας σχεδόν οκτώ εκατομμυρίων λιρών. Και καθώς Άγγλοι εργάτες είναι άνεργοι και σε μεγάλη ανάγκη, Ινδές γυναίκες υφαίνουν με μηχανήματα βαμβάκι για την Άπω ανατολή με αμοιβή έξι πεννών την ημέρα.

Εν συντομία, ευφυείς βιομήχανοι γνωρίζουν καλά ότι δεν είναι μακριά η μέρα που δεν θα ξέρουν τι να κάνουν με τα χέρια των εργοστασίων που αρχικά ύφαιναν βαμβακερό ρουχισμό που εξαγόταν από την Αγγλία. Στο μεταξύ, γίνεται όλο και περισσότερο φανερό ότι η Ινδία θα εισάγει ούτε έναν τόνο σίδερο από την Αγγλία. Οι αρχικές δυσκολίες στην χρήση του κάρβουνου και του σιδήρου έχουν ξεπεραστεί και εργοστάσια, ανταγωνιζόμενα εκείνα στην Αγγλία, έχουν χτιστεί στις ακτές του Ινδικού Ωκεανού.

Αποικίες που ανταγωνίζονται την μητέρα-πατρίδα στην παραγωγή βιομηχανικών αγαθών, αυτός είναι ο παράγοντας που θα ρυθμίσει την οικονομία στον εικοστό αιώνα.

Και γιατί δεν θα έπρεπε η Ινδία να κατασκευάζει βιομηχανικά προϊόντα; Ποιο θα ήταν το εμπόδιο; Το κεφάλαιο; Μα το κεφάλαιο πάει οπουδήποτε υπάρχουν άνθρωποι αρκετά φτωχοί για να τους εκμεταλλευτούν. Η Γνώση; Μα η γνώση δεν αναγνωρίζει εθνικά σύνορα. Η τεχνική ικανότητα του εργάτη; Μα είναι οι ινδοί εργάτες υποδεέστεροι από τα 97,000 αγόρια και κορίτσια, κάτω των 15 ετών, που δουλεύουν τώρα στα Αγγλικά εργοστάσια υφασμάτων;
II

Αφού ρίξαμε μια ματιά στις εθνικές βιομηχανίες θα ήταν πολύ ενδιαφέρων να στραφούμε στις ειδικές βιομηχανίες. Ας πάρουμε, για παράδειγμα, το μετάξι, ένα εξαιρετικά Γαλλικό προϊόν στο πρώτο μισό του 19^ου αιώνα.

Όλοι ξέρουμε ότι η Λυών έγινε το βιομηχανικό κέντρο του μεταξιού.

Αρχικά το ακατέργαστο μετάξι συλλεγόταν στην νότια Γαλλία, μέχρι που σιγά-σιγά το παράγγελναν από την Ιταλία, από την Ισπανία, από την Αυστρία, από τον Καύκασο και από την Ιαπωνία, για την κατασκευή των μεταξωτών προϊόντων. Στο 1875, από πέντε εκατομμύρια κιλά ακατέργαστου μεταξιού, υπήρχαν μόνο τετρακόσιες χιλιάδες κιλά Γαλλικού μεταξιού.

Αλλά αν η Λυών χρησιμοποιούσε εισαγόμενο μετάξι, γιατί να μην έκανε το ίδιο και η Ελβετία, η Γερμανία, η Ρωσία; Η ύφανση μεταξιού πράγματι αναπτύχθηκε στα χωριά γύρω από την Ζυρίχη. Το Bâle έγινε μεγάλο κέντρο του εμπορίου του μεταξιού. Η Καυκάσια διοίκηση μίσθωσε γυναίκες από την Μασσαλία και εργάτες από την Λυών για να διδάξουν στους Γεωργιανούς την τέλεια εκτροφή των μεταξοσκωλήκων και την τέχνη της μετατροπής του μεταξιού σε βιομηχανικά προϊόντα στους Καυκάσιους χωρικούς. Η Αυστρία ακολούθησε. Τότε η Γερμανία, με την βοήθεια Λυωνέζων εργατών, έχτισε μεγάλα εργοστάσια μεταξιού. Στις Ηνωμένες Πολιτείες έκαναν το ίδιο στο Πάτερσον.

Και σήμερα το εμπόριο μεταξιού δεν είναι πια Γαλλικό μονοπώλιο. Μεταξωτά φτιάχνονται στην Γερμανία, την Αυστρία, τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Αγγλία. Τον χειμώνα, Καυκάσιοι χωρικοί υφαίνουν μεταξωτά μαντήλια με μισθό που θα σήμαινε πείνα στους υφαντές μεταξιού της Λυών. Η Ιταλία στέλνει μεταξωτά στην Γαλλία, και η Λυών, που στα 1870-4 εξήγαγε προϊόντα μεταξιού αξίας 460 εκατομμυρίων φράνκων, τώρα εξάγει το μισό αυτής της ποσότητας. Στην πραγματικότητα, δεν είναι μακριά η ώρα που η Λυών θα στέλνει στο εξωτερικό μόνο στην ανώτερη τάξη και μερικούς νεωτερισμούς που θα χρησιμεύσουν ως μοντέλα στους Γερμανούς, στους Ρώσους και στους Ιάπωνες.

Και έτσι είναι σε όλες τις βιομηχανίες. Το Βέλγιο δεν έχει πια το μονοπώλιο των υφασμάτων. Υφάσματα φτιάχνονται στην Γερμανία, στην Ρωσία, στην Αυστρία και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Ελβετία και η Γαλλική Γιουρα δεν έχουν πλέον το μονοπώλιο ρολογιών: ρολόγια φτιάχνονται παντού. Η Σκοτία δεν διυλίζει πια ζάχαρη για την Ρωσία: η Ρωσική ζάχαρα εισάγεται στην Αγγλία. Η Ιταλία, παρόλο που δεν έχει ούτε κάρβουνο ούτε σίδηρο, κατασκευάζει η ίδια τα τεθωρακισμένα της και τις μηχανές για τα ατμόπλοιά της. Η χημική βιομηχανία δεν είναι πια Αγγλικό μονοπώλιο: το σουλφουρικό οξύ και η σόδα φτιάχνονται ακόμα και στα Ουράλια. Ατμομηχανές, που φτιάχνονται στο Γουίντερθουρ, έχουν κατακτήσει παντού μια πλατιά φήμη και σήμερα η Ελβετία, που δεν έχει ούτε κάρβουνο ούτε σίδηρο –τίποτα εκτός από άριστες τεχνικές σχολές- φτιάχνει μηχανήματα καλύτερα και φθηνότερα από την Αγγλία. Έτσι τελειώνει η Θεωρία της Ανταλλαγής.

Έτσι, η τάση του εμπορίου, όπως και για όλα τα υπόλοιπα, είναι η αποκέντρωση.

Κάθε έθνος βρίσκει ωφέλιμο το να συνδυάσει την γεωργία με την μεγαλύτερη δυνατή ποικιλία εργοστασίων και μηχανουργιών. Η εξειδίκευση* , για την οποία οι οικονομολόγοι μιλούν τόσο έντονα, πλούτισε έναν αριθμό καπιταλιστών αλλά τώρα είναι πια άχρηστη. Αντίθετα, είναι ωφέλιμο για κάθε περιοχή, κάθε έθνος, να καλλιεργεί το δικό του σιτάρι, τα δικά του λαχανικά και να κατασκευάζει όλη την παραγωγή που καταναλώνει στην πατρίδα. Αυτή η ποικιλία είναι η σιγουρότερη εγγύηση της ολοκληρωμένης ανάπτυξης της παραγωγής με αμοιβαία συνεργασία, και τον σκοπό της προόδου, ενώ η εξειδίκευση είναι εμπόδιο στην πρόοδο.

Η γεωργία μπορεί μόνο ακμάσει από κοντά με τα εργοστάσια.. Και μόλις ένα εργοστάσιο εμφανιστεί , μια τεράστια ποικιλία από άλλα εργοστάσια πρέπει να ξεφυτρώσουν γύρω από αυτό, έτσι ώστε, αλληλοϋποστηρίζοντας και διεγείροντας/ υποκινώντας το ένα το άλλο με τις εφευρέσεις τους, να αυξήσουν την παραγωγικότητά τους.
III

Είναι πράγματι ανόητο να εξάγεις σιτάρι και να εισάγεις αλεύρι, να εξάγεις μαλλί και να εισάγεις ύφασμα, να εξάγεις σίδερο και να εισάγεις μηχανήματα. Όχι μόνο γιατί η μεταφορά είναι σπατάλη χρόνου και χρημάτων, αλλά γιατί, πάνω από όλα, μια χώρα με υποανάπτυκτη βιομηχανία αναπόφευκτα μένει πίσω από τους καιρούς και στην γεωργία. Επειδή μια χώρα χωρίς μεγάλα εργοστάσια να δώσουν στο ατσάλι την τελική του κατάσταση είναι επίσης πίσω και σε όλες τις άλλες βιομηχανίες. Και εν τέλει, επειδή οι βιομηχανικές και τεχνικές δυνατότητες ενός έθνους παραμένουν υποανάπτυκτες.

Στον κόσμο της παραγωγής όλα είναι συνδεδεμένα στις μέρες μας. Η καλλιέργεια του εδάφους δεν είναι πια δυνατή χωρίς μηχανήματα, χωρίς μεγάλα αρδευτικά έργα, χωρίς σιδηρόδρομους, χωρίς εργοστάσια λιπασμάτων. Και για να προσαρμόσεις αυτά τα μηχανήματα, τους σιδηρόδρομους, τις μηχανές άρδευσης, κτλ, στις τοπικές καταστάσεις , ένα συγκεκριμένο πνεύμα εφευρετικότητας, μια συγκεκριμένη τεχνική ικανότητα, που μένουν κρυμμένα για όσο καιρό τα τσαπιά και τα υνιά είναι τα μόνα μέσα καλλιέργειας, πρέπει να αναπτυχθούν.

Αν τα χωράφια είναι να καλλιεργηθούν κατάλληλα , και αν είναι να αποδώσουν τις πλούσιες σοδειές που ο άνθρωπος έχει το δικαίωμα να περιμένει, είναι βασικό πολλά εργαστήρια και εργοστάσια να αναπτυχθούν μέσα στα όρια των χωραφιών.

Η ποικιλία επαγγελμάτων και ικανοτήτων που θα ξεπεταχτούν από εκεί και θα συνεργαστούν για ένα κοινό σκοπό: να οι γνήσιες δυνάμεις της προόδου.

Και τώρα ας φανταστούμε τους κατοίκους μιας πόλης ή μιας περιοχής –είτε τεράστιας είτε μικρής- να βαδίζουν για πρώτη φορά στο μονοπάτι της κοινωνικής επανάστασης.

Μερικές φορές μας λένε ότι “τίποτα δεν θα έχει αλλάξει”: ότι «τα ορυχεία, τα εργοστάσια κτλ θα απαλλοτριωθούν και θα ανακηρυχθούν εθνική ή κοινοτική ιδιοκτησία, ότι κάθε άνθρωπος θα πάει πίσω στην συνηθισμένη δουλειά του και ότι η ότι η Επανάσταση θα έχει τότε ολοκληρωθεί.»

Αλλά αυτό είναι ένα όνειρο: η Κοινωνική Επανάσταση δεν μπορεί να λάβει χώρα τόσο απλά.

Έχουμε ήδη αναφέρει ότι αν η επανάσταση ξεσπάσει αύριο στο Παρίσι, την Λυών, ή οποιαδήποτε άλλη πόλη –αν οι εργάτες απλώσουν τα χέρια τους στα εργοστάσια, τα σπίτια και τις τράπεζες, η παρούσα παραγωγή θα έχει επαναστατοποιηθεί πλήρως από αυτό το γεγονός.

Το διεθνές εμπόριο θα σταματήσει, οπότε το ίδιο θα κάνει και η εισαγωγή ξένου σιταριού. Η διακίνηση των εμπορευμάτων και των προμηθειών θα παραλύσει. Και τότε η εξεγερμένη πόλη ή περιοχή θα αναγκαστεί να προμηθεύσει την ίδια και να αναδιοργανώσει την παραγωγή. Αν αποτύχει να το κάνει, αυτό συνεπάγεται θάνατο. Αν πετύχει θα επαναστατοποιήσει την οικονομική ζωή της χώρας.

Με την ποσότητα εισαγόμενων εμπορευμάτων να έχει μειωθεί, την παραγωγή να έχει αυξηθεί, με ένα εκατομμύριο Παριζιάνους που δουλεύουν για τις εξαγωγές να έχουν μείνει χωρίς δουλειά, ένα μεγάλο αριθμό εισαγόμενων πραγμάτων κάθε μέρα από μακρινές ή γειτονικές χώρες να μην φτάνουν στον προορισμό τους, με την βιομηχανία της αφθονίας/ πολυτελείας να έχει σταματήσει, τι θα τρώνε οι κάτοικόι έξι μήνες μετά την επανάσταση;

Πιστεύουμε ότι όταν οι αποθήκες θα είναι άδειες, οι μάζες θα προσπαθήσουν να κερδίσουν την τροφή τους από τον γη. Θα αναγκαστούν να καλλιεργήσουν σιτάρι, να συνδυάσουν την γεωργική παραγωγή με την βιομηχανική παραγωγή στο Παρίσι και τις γύρω περιοχές. Θα πρέπει να εγκαταλείψουν τις κοσμητικές δουλειές και να λάβουν υπόψη τους την πιο επείγουσα ανάγκη –το ψωμί.

Οι πολίτες θα αναγκαστούν να γίνουν γεωργοί. Όχι με τον ίδιο τρόπο με τους χωρικούς που λιώνουν οργώνοντας για ένα μισθό που μετά βίας θα τους εφοδιάσει με επαρκές φαγητό για τη χρονιά, αλλά ακολουθώντας τις αρχές της εντατικής καλλιέργειας, της κηπουρικής&, εφαρμοσμένη σε μεγάλη κλίμακα με μέσα τα καλύτερα μηχανήματα που ο άνθρωπος έχει ή μπορεί να εφεύρει. Θα οργώσουν την γη –όχι όπως —« la bête de somme du Cantal/ like the country beast of burden» (ΣτΜ: πραγματικά δεν μπόρεσα να μεταφράσω αυτό το σημείο, το παραθέτω στα Αγγλικά και τα Γαλλικά.)—, ένας Παριζιάνος χρυσοχόος θα διαφωνούσε με κάτι τέτοιο. Θα αναδιοργανώσουν την καλλιέργεια, όχι σε δέκα χρόνια, αλλά αμέσως, κατά την διάρκεια των αγώνων της επανάστασης, από τον φόβο της συντριβής από τον εχθρό.

Η γεωργία θα πρέπει να συνεχιστεί από έξυπνα όντα, επωφελούμενα από τις γνώσεις τους, που θα οργανώνονται σε εύθυμες ομάδες για ευχάριστη δουλειά, όπως οι άνθρωποι που, έναν αιώνα πριν, δούλεψαν στο “Champ de Mars” (αγρός του Μαρτίου) για την γιορτή της Ομοσπονδίας –μια απολαυστική εργασία, όταν δεν φτάνει στην υπερβολή, όταν οργανώνεται επιστημονικά, όταν ο άνθρωπος εφευρίσκει και βελτιώνει τα εργαλεία του και είναι συνειδητά ένα χρήσιμο μέλος της κοινότητας.

Φυσικά, δεν θα καλλιεργούν μόνο, θα παράγουν επίσης αυτά τα πράγματα το οποία αρχικά συνήθιζαν να παραγγέλνουν από ξένα μέρη. Κι ας μην ξεχνάμε ότι για τους κάτοικους μιας επαναστατημένης περιοχής, τα «ξένα μέρη» μπορεί να περιλαμβάνουν και περιοχές που δεν έχουν ακόμα ενσωματωθεί στο επαναστατικό κίνημα. Κατά την διάρκεια των επαναστάσεων του 1793 και του 1871, το Παρίσι αναγκάστηκε να νιώσει ότι το «εξωτερικό» σήμαινε ακόμα και την περιοχή της χώρας που ήταν πολύ κοντά στις πύλες του. Ο κερδοσκόπος του σιταριού στην Troyes πείνασε τους sans culottes του Παρισιού περισσότερο από ότι οι Γερμανικές στρατιές που έφεραν οι συνωμότες των Βερσαλλιών στο Γαλλικό έδαφος. Η επαναστατημένη πόλη θα αναγκαστεί να κάνει το ίδιο χωρίς «ξένους», και γιατί όχι; Η Γαλλία εφηύρε την ζάχαρη από τα ζαχαρότευτλα όταν το ζαχαροκάλαμο άρχισε να σπανίζει κατά την διάρκεια του ηπειρωτικού αποκλεισμού. Οι Παριζιάνοι ανακάλυψαν το νίτρο (ΣτΜ:νιτρικό άλας του καλίου) στα κελάρια τους όταν δεν το λάμβαναν πλέον από έξω. Θα είμαστε κατώτεροι των παππούδων μας, που με δυσκολία ψιθύρισαν τις πρώτες λέξεις της επιστήμης;

Μια επανάσταση είναι κάτι παραπάνω από την καταστροφή ενός πολιτικού συστήματος. Συνεπάγεται το ξύπνημα της ανθρώπινης ευφυΐας, την αύξηση του εφευρετικού πνεύματος κατά δέκα, εκατό φορές. Είναι η αυγή μιας νέας επιστήμης –της επιστήμης ανθρώπων όπως ο Λαπλάς, ο Λαμάρκ, ο Λαβουαζιέ. Είναι μια επανάσταση στο νου των ανθρώπων, περισσότερο από ότι στους θεσμούς τους.

Και οι οικονομολόγοι μας λένε να επιστρέψουμε στα εργαστήριά μας, σαν το να περνάς μια επανάσταση να ήταν σαν να πηγαίνεις σπίτι μετά από έναν περίπατο στο δάσος του Έπινγκ.

Κατ’αρχήν, και μόνο το γεγονός ότι θα έχουμε αγγίξει την αστική ιδιοκτησία, συνεπάγεται την αναγκαιότητα του να αναδιοργανώσουμε εντελώς την όλη οικονομική ζωή στα εργαστήρια, στα λιμάνια, και στα εργοστάσια.

Και η επανάσταση δεν θα αποτύχει στο να δράσει προς αυτή την κατεύθυνση. Αν το Παρίσι, κατά την διάρκεια της κοινωνική επανάστασης, ξεκοπεί από τον κόσμο για ένα ή δύο χρόνια από τους υποστηρικτές της αστικής κυριαρχίας, οι εκατομμύρια σκεπτόμενοί της, όχι ακόμα απογοητευμένοι από την ζωή του εργοστασίου, –αυτή η πόλη των μικρών επαγγελμάτων/ συντεχνιών που διεγείρει το εφευρετικό πνεύμα-, θα δείξουν στον κόσμο τι μπορεί να κατορθώσει το μυαλό του ανθρώπου χωρίς να ζητήσει βοήθεια από τίποτα, εκτός από την κινητική δύναμη του ήλιου που δίνει φως, την ενέργεια του αέρα που φυσάει μακριά τις ακαθαρσίες, και την σιωπηλές ζωικές δυνάμεις που δουλεύουν μέσα στην γη που πάνω της περπατάμε. Θα δούμε τότε τι μπορεί μια ποικιλία επαγγελμάτων, αμοιβαία συνεργαζόμενων σε ένα σημείο της υδρογείου και ζωογονημένη από την κοινωνική επανάσταση, να κάνει για την τροφή, τον ρουχισμό, την στέγαση, και την προμήθεια με κάθε είδους πολυτέλειες σε εκατομμύρια ευφυών ανθρώπων.

Δεν χρειάζεται να γράψουμε κάτι το φανταστικό για να το αποδείξουμε.

Αυτό για το οποίο είμαστε σίγουροι, αυτό που έχει ήδη δοκιμαστεί πειραματικά και αναγνωριστεί ως πρακτικό, θα ήταν αρκετό για να φέρει αποτέλεσμα, αν η προσπάθεια γονιμοποιηθεί, ζωογονηθεί από την τολμηρή έμπνευση της Επανάστασης και την αυθόρμητη ορμή των μαζών.

Comments Off on Η κατάκτηση του ψωμιού Κεφάλαιο 16: Η αποκέντρωση της βιομηχανίας

Peter Kropotkin

Η κατάκτηση του ψωμιού

Κεφάλαιο 15: Ο καταμερισμός της εργασίας

Η Πολιτική οικονομία πάντοτε αυτοπεριορίζεται στην καταγραφή γεγονότων που συμβαίνουν στην κοινωνία, και την αιτιολόγησή τους προς το συμφέρον της κυρίαρχης τάξης. Έτσι είναι υπέρ του καταμερισμού εργασίας που δημιουργείται από τη βιομηχανία. Έχοντας βρει ότι είναι κερδοφόρος για τους καπιταλιστές {κεφαλαιοκράτες} τον έχει αναγάγει σε αρχή {εγκαθιδρύσει ως κανόνα}.

Κοιτάξτε το σιδερά του χωριού, είπε ο Άνταμ ΣμιΘ[Adam Smith] [1], ο πατέρας της σύγχρονης Πολιτικής Οικονομίας. Αν δεν του έχει γίνει ποτέ συνήθεια να φτιάχνει καρφιά θα πετύχει μόνο με πολύ μόχθο να σφυρηλατήσει 200 ή 300 την ημέρα, και επιπλέον θα είναι κακοφτιαγμένα {κακής ποιότητας}. Αλλά αν αυτός ο ίδιος σιδεράς δεν έχει φτιάξει ποτέ τίποτα άλλο εκτός από καρφιά, θα παρέχει εύκολα κοντά στα 2300 {καρφιά} στη διάρκεια της μέρας. Και ο Σμιθ βιάζεται να καταλήξει: “Καταμερίσετε την εργασία, ειδικευτείτε, συνεχίστε να ειδικεύεστε {συνεχώς}· ώστε να {ας} έχουμε σιδεράδες που ξέρουν μόνο να φτιάχνουν κεφαλές ή μύτες καρφιών , και με αυτό τον τρόπο θα παράγουμε περισσότερα. Θα πλουτίσουμε {γίνουμε πλούσιοι}.”

Εάν ένας σιδεράς καταδικασμένος ισόβια να φτιάχνει κεφαλές καρφιών θα χάσει κάθε ενδιαφέρον για τη δουλειά του· εάν θα είναι πλήρως στο έλεος του εργοδότή του με την περιορισμένη τέχνη που θα κατέχει· ότι θα είναι χωρίς δουλειά τέσσερις {από} στους δώδεκα μήνες· αν θα μειώνεται ο μισθός του εύκολα όταν θα μπορεί εύκολα να αντικατασταθεί από έναν μαθητευόμενο, ο Smith δεν το σκέφτηκε όταν αναφώνησε: “Ζήτω ο καταμερισμός της εργασίας. Αυτός είναι το πραγματικό χρυσωρυχείο που θα δώσει πλούτο στο έθνος!” Και όλοι ζητωκραύγαζαν μαζί του.

Και όταν αργότερα, ένας Σιμόντι [Sismondi][2] ή ένας Ζ-Β Σαυ[J.B.Say] [3] άρχισαν να καταλαβαίνουν ότι ο καταμερισμός της εργασίας, αντί να φέρει πλούτο σε όλο το έθνος, έφερε πλούτο μόνο στους (ήδη) πλούσιους, και ότι ο εργάτης, που ισόβια είναι καταδικασμένος να φτιάχνει το ένα δέκατο όγδοο μιας καρφίτσας, εξελίσσεται σε ηλίθιο και βουλιάζει στην ανέχεια{φτώχεια} [misere] — τι πρότειναν οι επίσημοι οικονομολόγοι; Τίποτα! Δεν αναλογίστηκαν ότι με το να εκτελεί ισόβια, την ίδια μηχανική εργασία, ο εργάτης θα χάσει την ευφυΐα του και το εφευρετικό του πνεύμα, και ότι, αντιθέτως, η ενασχόληση σε ποικίλα πόστα θα είχε ως αποτέλεσμα μια σημαντική {αξιοσημείωτη} επαύξηση της παραγωγικότητας του έθνους. Αλλά αυτό ακριβώς είναι το ζήτημα{θέμα}[issue, question] που τίθεται σήμερα ενώπιόν μας.

Αν, ωστόσο, μόνο οι οικονομολόγοι κήρυτταν το μόνιμο και συχνά κληρονομικό καταμερισμό της εργασίας, μπορεί να τους αφήναμε {επιτρέπαμε} να το κηρύσσουν κατά βούληση {όσο θέλουν}. Όμως οι ιδέες που διδάσκονται από διδάκτορες της επιστήμης φιλτράρονται μέσα στη σκέψη {το μυαλό, τη νόηση} των ανθρώπων και τη διαστρέφουν· και ακούγοντας επανειλημμένως για καταμερισμό εργασίας, κέρδη, τόκους, πίστωση κλπ, σα να ήταν προβλήματα από καιρό λυμένα, όλος ο κόσμος, (ακόμα και οι ίδιοι οι εργάτες), καταλήγει να επιχειρηματολογεί{να σκέφτεται} σαν οικονομολόγος και να λατρεύει τα ίδια φετίχ.

Έτσι βλέπουμε έναν αριθμό σοσιαλιστών, ακόμα και εκείνους που δε φοβήθηκαν να αναδείξουν τα λάθη της επιστήμης, να δικαιολογούν{σέβονται} τον καταμερισμό της εργασίας. Μιλήστε τους για την οργάνωση της δουλειάς στη διάρκεια της επανάστασης, και θα απαντήσουν ότι ο καταμερισμός εργασίας πρέπει να διατηρηθεί· ότι αν ακονίζατε πινέζες πριν την Επανάσταση θα πρέπει να συνεχίσετε να τις ακονίζετε και μετά. Θα δουλεύετε μόνο πέντε ώρες την ημέρα, είναι αλήθεια, αλλά θα πρέπει να ακονίζετε πινέζες για όλη σας τη ζωή, ενώ άλλοι θα φτιάχνουν ή θα σχεδιάζουν μηχανές που θα σας επιτρέψουν να ακονίσετε εκατοντάδες εκατομμύρια πινέζες στη διάρκεια της ζωής σας, και άλλοι πάλι θα ειδικεύονται στα υψηλότερες λειτουργίες της λογοτεχνικής, της επιστημονικής, της καλλιτεχνικής κοκ, εργασίας. Γεννηθήκατε ακονιστής καρφιτσών ενώ ο Pasteur γεννήθηκε εμβολιαστής κατά της λύσσας {Ν: Ο Παστέρ βεβαίως ανακάλυψε το εμβόλιο της λύσσας, [στα γαλικά rage] όπως σωστά αναφέρεται στο γαλλικό πρωτότυπο. Αυτό το anthrax δεν ξέρω από που ήρθε στο αγγλικό κείμενο, έχει κανείς καμιά ιδέα; Νομίζεται ότι χρειάζεται υποσημείωση για το πιός ήταν ο Παστέρ;}, και η Επανάσταση θα αφήσει και τον ένα και τον άλλο {και τους δύο} στα αντίστοιχα επαγγέλματα.

Λοιπόν είναι τη φρικτή αυτή αρχή {ο φριχτός κανόνας}, την τόσο επιβλαβή για την κοινωνία, τόσο αποκτηνωτική για το άτομο, πηγή τόσων κακών, την οποία προτείνουμε να συζητήσουμε στις διάφορες εκφάνσεις {ποικίλες εκδηλώσεις} της.

Ξέρουμε τις συνέπειες του καταμερισμού εργασίας πολύ καλά. Προφανώς είμαστε διαχωρισμένοι σε δύο τάξεις: από τη μία , παραγωγοί που καταναλώνουν πολύ λίγο και είναι απαλλαγμένοι από το να σκέφτονται καθώς κάνουν σωματική δουλειά {φυσική εργασία}, και που δουλεύουν άσχημα {Ν: χρειάζεται μια καλύτερη έκφραση εδώ} γιατί το μυαλό τους παραμένει αδρανές· και από την άλλη μεριά, οι καταναλωτές, οι οποίοι παράγωντας λίγα ή σχεδόν τίποτα, έχουν το προνόμιο να σκέφτονται για τους άλλους, και οι οποίοι σκέφτονται άσχημα {Ν: εδώ μάλλον πρέπει να χρησιμοποιήσουμε την ίδια λέξη όπως και πριν με τους εργάτες} διότι τους είναι άγνωστος ένας ολόκληρος κόσμος, ο κόσμος αυτών που μοχθούν με τα χέρια τους. Οι εργάτες της γης δεν ξέρουν τίποτα για μηχανές, κι αυτοί που δουλεύουν με μηχανές αγνοούν τα πάντα περί γεωργίας. Το ιδανικό της σύγχρονης βιομηχανίας είναι ένα παιδί που να έχει τον έλεγχο μιας μηχανής την οποία δεν μπορεί και δεν πρέπει να κατανοήσει , και ένας προϊστάμενος που να του επιβάλλει πρόστιμο αν η προσοχή του χαλαρώσει για μια στιγμή. Το ιδανικό της βιομηχανικής γεωργίας είναι να καταργήσει το γεωργικό εργάτη και να βάλει έναν πολυτεχνίτη[bricoleur] να ελέγχει ένα ατμοκίνητο αλέτρι ή μια αλωνιστική μηχανή. Ο καταμερισμός της εργασίας σημαίνει να μπαίνουν στον άνθρωπο που θα τον χαρακτηρίζουν για όλη του τη ζωή ως συναρμοστή σχοινιών σε εργοστάσια, ως προϊστάμενο σε επιχειρήσεις, ως μεταφορέα τεράστιων καλαθιών με κάρβουνο σε ένα συγκεκριμένο μέρος του ορυχείου·{εδώ ίσως χρειάζεται λίγο στρώσιμο} αλλά κανείς τούς να μην έχει ιδέα ούτε για μηχανισμούς {το σύνολο των μηχανών} [machinery]{N: υπάρχει μονολεκτική μετάφραση αυτής της λέξης;}, ούτε για επιχειρήσεις, ούτε για ορυχεία. Και έτσι καταστρέφουν την όρεξη για δουλειά και την εφευρετικότητα, που στο ξεκίνημα {αρχή} της σύγχρονης βιομηχανίας, δημιούργησε τις μηχανές για τις οποίες αισθανόμαστε τόσο υπερήφανοι .

Αυτό που έκαναν με τα άτομα, ήθελαν επίσης να το κάνουν με τα έθνη. Η ανθρωπότητα ήταν να χωριστεί σε εθνικά εργαστήρια, που το καθένα θα είχε την ειδικότητα του. Η Ρωσία, διδαχθήκαμε, ήταν προορισμένη από τη φύση να παράγει καλαμπόκι· η Αγγλία να γνέθει μπαμπάκι· το Βέλγιο να φτιάχνει υφάσματα, ενώ η Ελβετία να εκπαιδεύει νοσοκόμες και κουβερνάντες. Και μέσα σε κάθε έθνος θα είχαμε επιπλέον ειδίκευση: η Λυών να υφαίνει μετάξι, η Αβέρνη{?} [Auvergne] να φτιάχνει δαντέλα και το Παρίσι φανταζί ενδύματα [article de fantaisie]. Μ’ αυτόν τον τρόπο πίστευαν οι οικονομολόγοι ότι θα ανοίγονταν ένα τεράστιο πεδίο για παραγωγή και κατανάλωση· και ότι μια περίοδος απεριόριστου πλούτου για την ανθρωπότητα ήταν κοντά.

Αλλά αυτές οι μεγάλες ελπίδες εξαφανίστηκαν με τον ίδια ρυθμό που εξαπλώθηκε η τεχνική γνώση. Για όσο καιρό η Αγγλία ήταν η μόνη χώρα που ύφαινε βαμβάκι και που επεξεργαζόταν τα μέταλλα σε μεγάλη κλίμακα, όσο το Παρίσι ήταν η μόνη πόλη που έφτιαχνε καλλιτεχνικά αντικείμενα πολυτελείας, κτλ, όλα πήγαιναν καλά: κάποιος μπορούσε να κηρύσσει τον επονομαζόμενο καταμερισμό της εργασίας χωρίς να αντικρούεται [refuted].

Όμως, ιδού ένα νέο ρεύμα ώθησε τα πολιτισμένα έθνη να δοκιμάσουν από μόνα τους όλες τις βιομηχανίες, βρίσκοντας επωφελή την παραγωγή των προϊόντων που μέχρι τώρα εισήγαγαν από άλλες χώρες ή τις αποικίες τους, οι οποίες με τη σειρά τους στοχεύουν στην χειραφέτησή τους {ελευθέρωσή τους} από τη μητρόπολη. Επιστημονικές ανακαλύψεις παγκοσμιοποίησαν τις μεθόδους παραγωγής και πλέον είναι ανώφελο {άχρηστο} να πληρώνεις μια υπέρογκη τιμή στο εξωτερικό για κάτι που θα μπορούσε εύκολα να παραχθεί στον τόπο σου. Δεν δίνει λοιπόν αυτή η βιομηχανική επανάσταση ένα συντριπτικό κτύπημα {κατευθείαν} στη θεωρία του καταμερισμού της εργασίας, η οποία υποτίθεται ότι είχε εδραιωθεί τόσο στέρεα;

Σημειώσεις:

[1] Σ.τ.μ. Από το Adam Smith, An Inquiry Into The Nature And Causes Of The Wealth Of Nations, chapter 1, έκτη παράγραφος. Αντιγράφω από το ηλεκτρονικό κείμενο (etext) που διατίθεται από το Project Gutenberg στην ιστοσελίδα
http://www.ibiblio.org/gutenberg/etext02/wltnt10.txt
http://www.ibiblio.org/gutenberg/etext02/wltnt10.txt

… A common smith, who, though accustomed to handle the hammer, has never been used to make nails, if, upon some particular occasion, he is obliged to attempt it, will scarce, I am assured, be able to make above two or three hundred nails in a day, and those, too, very bad ones. A smith who has been accustomed to make nails, but whose sole or principal business has not been that of a nailer, can seldom, with his utmost diligence, make more than eight hundred or a thousand nails in a day. I have seen several boys, under twenty years of age, who had never exercised any other trade but that of making nails, and who, when they exerted themselves, could make, each of them, upwards of two thousand three hundred nails in a day. … {Ν: Ίσως να πρέπει να παραθέσουμε μια μετάφραση στα Ελληνικά}

[2] Στμ Πρόκειται για τον Jean-Charles-Leonard Simonde de Sismondi (1773-1842), γάλλο ιστορικό. Ήταν σοσιαλιστής και έβλεπε εχθρικά τον επερχόμενο καπιταλισμό. Επίσης ήταν αντίπαλος του Ζ-Β Σαυ (βλέπε επόμενη σημείωση [3]).

[3] Στμ Πρόκειται για τον Ζαν-Μπατιστ {Ιωάννη Βαπτιστή;} Σαυ, [Jean-Baptiste Say], (1767-1832) γάλλο επιχειρηματία και οικονομολόγος. Ήταν υποστηρικτής της ελεύθερης αγοράς και του συναγωνισμού. Συχνά η θεωρεία του περιγράφεται επιγραμματικά με τη φράση: “Η προσφορά δημιουργεί τη ζήτηση”. {Ν: Οι πληροφορίες γι αυτήν και την προηγούμενη σημείωση [2] προέρχονται από αγγλόφωνες πηγές, αν κάποιος γνωρίζει ελληνικές αναφορές ας τις προσθέσει}.

Comments Off on Η κατάκτηση του ψωμιού Κεφάλαιο 15: Ο καταμερισμός της εργασίας

Peter Kropotkin

Η κατάκτηση του ψωμιού

Κεφάλαιο 14: Παραγωγή & κατανάλωση

Ι

Βλέποντας την κοινωνία και την πολιτική της οργάνωση από μια διαφορετική οπτική γωνία από αυτήν των εξουσιαστικών σχολών -μια και ξεκινάμε από το ελεύθερο άτομο για να πάμε σε μια ελεύθερη κοινωνία, αντί να ξεκινάμε από το κράτος για να κατεβούμε στο άτομο- ακολουθούμε την ίδια μέθοδο στα οικονομικά θέματα. Μελετάμε τις ανάγκες των ατόμων και τα μέσα για την ικανοποίησή τους, προτού συζητήσουμε για την παραγωγή, τη συναλλαγή, τη φορολογία, την κυβέρνηση κτλ.

Εκ πρώτης όψεως, η διαφορά μπορεί να φαίνεται ασήμαντη αλλά στην πραγματικότητα ανατρέπει όλες τις έννοιες της επίσημης οικονομικής πολιτικής.

Ανοίξτε κάποιο έργο οποιουδήποτε οικονομολόγου. Αρχίζει με την ΠΑΡΑΓΩΓΗ, την ανάλυση των σημερινών μέσων παραγωγής πλούτου {δημιουργίας πλουτισμού}, τη διαίρεση της εργασίας, το εργοστάσιο [manufacture], τη λειτουργία της μηχανής, την συγκέντρωση του κεφαλαίου. Από τον Άνταμ Σμίθ [Adam Smith] στον Μαρξ, όλοι προχωρούν μ’ αυτόν τον τρόπο. Μόνο στο δεύτερο ή τρίτο μέρος του έργου τους πραγματεύονται την ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ, δηλαδή την ικανοποίηση των αναγκών του ατόμου· επιπλέον περιορίζονται στο να εξηγούν πώς ο πλούτος μοιράζεται μεταξύ των διεκδικητών του.

Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι είναι λογικό: προτού ικανοποιηθούν οι ανάγκες πρέπει να δημιουργήσουμε τα αναγκαία γι’ αυτή την ικανοποίηση· πρέπει να παραγάγεις προτού καταναλώσεις. Αλλά, προτού παραγάγουμε κάτι, δεν πρέπει να νιώσουμε την ανάγκη γι αυτό; Δεν είναι η ανάγκη που οδήγησε τον άνθρωπο να κυνηγήσει, να θρέψει κοπάδια, να καλλιεργήσει τη γη, να φτιάξει εργαλεία, και αργότερα να εφεύρει μηχανές; Δεν είναι η μελέτη των αναγκών που θα ‘πρεπε να καθοδηγεί την παραγωγή; Θα ήταν λοιπόν τουλάχιστον εξίσου λογικό να αρχίσουμε εξετάζοντας τις ανάγκες και κατόπιν να μελετήσουμε τα μέσα παραγωγής που χρειαζόμαστε για να τις ικανοποιήσουμε.

Και αυτό ακριβώς θα κάνουμε.

Καθώς όμως κοιτάζουμε από αυτήν την οπτική γωνία, η πολιτική οικονομία αλλάζει τελείως όψη. Παύει να είναι μια απλή περιγραφή γεγονότων και γίνεται επιστήμη, όμοια με τη φυσιολογία [au meme titre que la physiologie]: θα μπορούσαμε να την ορίσουμε έτσι,η μελέτη των αναγκών της ανθρωπότητας και των μέσων ικανοποίησής τους με τη λιγότερη δυνατή σπατάλη ανθρώπινης ενέργειας. Το αληθινό της όνομα θα ήταν φυσιολογία της κοινωνίας. Αποτελεί μια επιστήμη παράλληλη με την φυσιολογία των ζώων και των φυτών, που κατ’ ανάλογο τρόπο, μελετά τις ανάγκες του ζώου ή του φυτού και τα πιο επωφελή μέσα για την ικανοποίησή τους. Στις κοινωνικές επιστήμες η οικονομία των ανθρώπινων κοινωνιών, κατέχει τη θέση που έχει η φυσιολογία των οργανισμών [etres organises] στις βιολογικές επιστήμες.

Εμείς λέμε: “Ιδού, ανθρώπινα όντα ενωμένα σε μια κοινωνία. Όλοι νιώθουν την ανάγκη να ζουν σε υγιεινές κατοικίες. Η πρωτόγονη καλύβα δεν τους ικανοποιεί πλέον. Ζητάνε ένα σταθερό [solid, solide] καταφύγιο, λίγο πολύ άνετο. -Πρέπει να ξέρουμε {Η ερώτηση είναι} αν, δεδομένης της παραγωγικής δυνατότητας του ανθρώπου, μπορεί να έχει καθένας το σπίτι του και τι τον εμποδίζει να το έχει” {πλάγια ερώτηση, δεν θέλει ερωτηματικό, εκτός αν βάλουμε άνω κάτω τελεία πριν από το αν, όπως στο αγγλικό. Το γαλλικό κείμενο έχει λάθος σ’ αυτό το σημείο}

Και πολύ σύντομα πειθόμαστε ότι κάθε οικογένεια στην Ευρώπη θα μπορούσε κάλλιστα να έχει ένα άνετο σπίτι, σαν κι αυτά που χτίζουν στην Αγγλία, στο Βέλγιο ή στην πόλη Πούλμαν [Pullman City, cite Pulman], ή εν πάσει περιπτώσει τον αντίστοιχο αριθμό δωματίων. Ένας συγκεκριμένος αριθμός εργάσιμων ημερών θα αρκούσε για να χτιστεί ένα όμορφο ευάερο διαμέρισμα καλά σχεδιασμένο και φωτιζόμενο με φυσικό αέριο.

Αλλά εννέα δέκατα των Ευρωπαίων δεν έχουν ποτέ αποκτήσει μια υγιεινή κατοικία, επειδή πρέπει να δουλεύουν νύχτα μέρα για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες των αφεντικών τους και δεν έχουν ποτέ τον αναγκαίο ελεύθερο χρόνο ή τα χρήματα, να χτίσουν ή να βάλουν να τους κτίσουν το σπίτι των ονείρων τους. Και όσο οι τωρινές συνθήκες δεν αλλάζουν, δεν θα έχουν σπίτι και θα μένουν σε καλύβες.

Όπως είδατε, προχωρούμε αντίθετα από τους οικονομολόγους οι οποίοι διαιωνίζουν {ή αναπαραγάγουν επ’ άπειρον} τους υποτιθέμενους νόμους της παραγωγής και, υπολογίζοντας πόσα σπίτια (Σ.τ.μ. “πράγματι χτίζονται” ίσως είναι καλύτερα) χτίζονται ετησίως, εξηγούν με τη στατιστική ότι τα νεοκτισμένα σπίτια δεν θα είναι αρκετά για να ικανοποιήσουν όλη τη ζήτηση, τα εννέα δέκατα των Ευρωπαίων πρέπει να μένουν σε καλύβες.

Ας περάσουμε στη διατροφή. Έχοντας απαριθμήσει τα πλεονεκτήματα του καταμερισμού της εργασίας, οι οικονομολόγοι μας λένε ότι αυτός ο καταμερισμός απαιτεί να δουλεύουν κάποιοι ως αγρότες και κάποιοι στη βιομηχανία. Δεδομένου ότι οι αγρότες παράγουν τόσο, τα εργοστάσια τόσο, η συναλλαγή διαμείβεται με αυτό τον τρόπο, αναλύουν τις πωλήσεις, τα ωφέλη, το καθαρό κέρδος ή την υπεραξία, τους μισθούς, τους φόρους, την αποταμίευση και ούτω καθεξής.

Αλλά, αφού τους ακολουθήσαμε ως εδώ δεν είμαστε κατά πολύ σοφότεροι, και αν τους ρωτήσουμε: “Πώς γίνεται εκατομμύρια άνθρωποι να έχουν έλλειψη ψωμιού, όταν κάθε οικογένεια θα μπορούσε να παράγει αρκετό σιτάρι για να θρέψει δέκα, είκοσι η ακόμα κι εκατό ανθρώπους το χρόνο;” θα μας απαντήσουν με την ίδια ψαλμωδία: καταμερισμός της εργασίας, μισθοί, υπεραξία, κεφάλαιο κτλ., καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η παραγωγή δεν επαρκεί για την ικανοποίηση όλων των αναγκών· ένα συμπέρασμα που, ακόμα κι αν είναι αλήθεια, δεν απαντά καθόλου στην ερώτηση: “Μπορεί ή δεν μπορεί ο άνθρωπος με την εργασία του να παράγει το ψωμί που χρειάζεται; Κι αν δεν μπορεί τι τον εμποδίζει;”

Ιδού, 350 εκατομμύρια Ευρωπαίοι. Χρειάζονται τόσο ψωμί, τόσο κρέας, κρασί, γάλα, τόσα αβγά {έχει απλοποιηθεί, σύμφωνα με το λεξικό Βοστατζόγλου} και τόσο βούτυρο. Χρειάζονται τόσα σπίτια και τόσο ρουχισμό. Αυτό είναι το ελάχιστο των αναγκών τους. Μπορούν να τα παράγουν όλ’ αυτά; Και αν μπορούν, θα τους μείνει αρκετός χρόνος για τέχνη, επιστήμη και διασκέδαση, με μια λέξη, για όλα όσα δεν είναι απολύτως απαραίτητα; Αν η απάντηση είναι θετική, τι τους εμποδίζει να το κάνουν; Τι πρέπει να κάνουν ώστε να απομακρύνουν αυτό το εμπόδιο; Μήπως χρειάζεται χρόνος; Ας τον έχουν {ας τον λάβουν}. Αλλά, ας μη χάσουμε επαφή με τον πραγματικό στόχο της παραγωγής -την ικανοποίηση των αναγκών.

Αν οι πιο επείγουσες ανάγκες του ανθρώπου μένουν ανικανοποίητες, τι πρέπει να κάνει ώστε να αυξήσει την παραγωγικότητά του; Μήπως όμως υπάρχουν άλλες αιτίες; Μήπως η παραγωγή, μεταξύ άλλων, έχοντας χάσει την επαφή με τις ανάγκες του ανθρώπου, έχει παραστρατήσει προς μια τελείως λανθασμένη κατεύθυνση και η οργάνωσή της είναι ελαττωματική; Και καθώς μπορούμε να δούμε ότι αυτό συμβαίνει, ας αναζητήσουμε με πιο τρόπο πρέπει να αναδιοργανώσουμε την παραγωγή ώστε πραγματικά να αντεπεξέρχεται σ΄ όλες τις ανάγκες.

Αυτή είναι η μόνη οπτική γωνία που μας φαίνεται δίκαια: η μόνη που θα επιτρέπει στην πολιτική οικονομία να γίνει επιστήμη, η επιστήμη της κοινωνικής φυσιολογίας.

Είναι φανερό ότι όταν αυτή η επιστήμη εξετάσει την παραγωγή, όπως διεκπεραιώνεται σήμερα στα πολιτισμένα έθνη, τις ινδουιστικές κοινότητες ή τους πρωτόγονους, δεν θα παρουσιάσει τα γεγονότα με διαφορετικό τρόπο από τους σημερινούς οικονομολόγους· δηλαδή ως ένα απλό περιγραφικό κεφάλαιο, ανάλογο των περιγραφικών κεφαλαίων της ζωολογίας ή της βοτανικής. Αλλά παρατηρήστε [remarquons] ότι αν το κεφάλαιο αυτό είχε γραφεί από την οπτική γωνιά της οικονομίας των δυνάμεων που καταβάλλονται για την ικανοποίηση των αναγκών, Θα κέρδιζε σε ακρίβεια και επιστημονική αξία. Θα αποδείκνυε ξεκάθαρα την τρομακτική σπατάλη ανθρώπινης ενέργειας στο παρόν σύστημα, και θα δεχόταν μαζί με μας, ότι όσο αυτό το σύστημα αυτό συνεχίζει να υπάρχει, οι ανάγκες της ανθρωπότητας δεν θα ικανοποιηθούν ποτέ.

Βλέπετε, η οπτική γωνία θα άλλαζε εντελώς. Πίσω από τον αργαλειό που υφαίνει τόσα μέτρα ύφασμα, πίσω από τον διατρητή μετάλλου, και πίσω από το θησαυροφυλάκιο που στοιβάζονται τα μερίσματα, θα βλέπαμε τον άνθρωπο, τον τεχνίτη της παραγωγής, που τις περισσότερες φορές αποκλείεται από το συμπόσιο που έχει ετοιμάσει για τους άλλους. Θα καταλαβαίναμε επίσης ότι οι υποτιθέμενοι νόμοι της αξίας, της συναλλαγής {του εμπορίου}, κτλ, δεν είναι παρά μια έκφραση, συχνά πολύ λανθασμένη -καθώς το σημείο αφετηρίας της είναι λανθασμένο- των γεγονότων όπως είναι σήμερα, αλλά θα ήταν δυνατόν να είναι και θα είναι διαφορετικά όταν η παραγωγή οργανωθεί με γνώμονα την ικανοποίηση των αναγκών της κοινωνίας.
II

Δεν υπάρχει ούτε μία αρχή της πολιτικής οικονομίας που να μην αλλάζει εντελώς όψη ιδωμένη από τη δική μας οπτική γωνία.

Ας ασχοληθούμε για παράδειγμα με την υπερπαραγωγή. Να μια λέξη που αντηχεί καθημερινά στ’ αφτιά μας. Υπάρχει έστω και ένας οικονομολόγος, ακαδημαϊκός ή υποψήφιος, που να μην έχει υποστηρίξει θέσεις που αποδεικνύουν ότι οι οικονομικές κρίσεις είναι αποτέλεσμα της υπερπαραγωγής- ότι μια δεδομένη στιγμή παράγεται περισσότερο μπαμπάκι, περισσότερο ύφασμα, περισσότερα ρολόγια από ό,τι χρειάζεται! Δεν έχουν μήπως κατηγορηθεί οι κεφαλαιοκράτες για απληστία επειδή επιμένουν να παράγουν περισσότερο απ΄ όσο είναι δυνατόν να καταναλωθεί!

Αλλά, αν τα εξετάσουμε προσεκτικά, όλα αυτά τα επιχειρήματα αποδεικνύονται αβάσιμα. Πράγματι, προσπαθήστε να κατονομάσετε ένα αγαθό, το οποίο να έχει καθολική χρήση και να παράγεται σε ποσότητα μεγαλύτερη από όση χρειάζεται. Εξετάστε ένα ένα όλα τα εξαγώγιμα προϊόντα των χωρών που εξάγουν σε μεγάλη κλίμακα και θα δείτε ότι σχεδόν όλα αυτά τα προϊόντα παράγονται σε ποσότητες ανεπαρκείς για τους κατοίκους της ίδιας της χώρας που τα εξάγει.

Δεν είναι το πλεόνασμα του σιταριού που στέλνει στην Ευρώπη ο ρώσος χωρικός. Οι πλουσιότερες σοδιές σιταριού και σίκαλης της Ευρωπαϊκής Ρωσίας μόλις που επαρκούν για τον πληθυσμό. Και κατά κανόνα, ο χωρικός στερεί τον εαυτό του από τα αναγκαία, όταν πουλά το σιτάρι του ή τη σίκαλή του για να πληρώσει το νοίκι και τους φόρους.

Δεν είναι το πλεόνασμα του άνθρακα που στέλνει ο ¶γγλος στις τέσσερις γωνιές της γης, γιατί απομένουν μόνο 750 κιλά ανά κάτοικο ετησίως για εγχώρια οικιακή κατανάλωση και εκατομμύρια ¶γγλων δεν έχουν φωτιά το χειμώνα ή έχουν μόλις αρκετή για να βράσουν λίγα λαχανικά. Στην πραγματικότητα αν δεν πάρουμε υπόψη την κατασκευή αντικειμένων πολυτελείας {το bimbeloterie de luxe είναι η κατασκευή, τα αντικείμενα είναι τα bibelots}, δεν υπάρχει στην Αγγλία, τη χώρα με τις μεγαλύτερες εξαγωγές, παρά μόνο ένα προϊόν καθολικής χρήσης -το βαμβακερό ύφασμα- του οποίου η παραγωγή είναι αρκετά μεγάλη, ώστε πιθανόν να ξεπερνά τις ανάγκες τις κοινότητας. Και όταν βλέπουμε τα κουρέλια που φορεί για ρούχα το ένα τρίτο των κατοίκων του Ηνωμένου Βασιλείου, οδηγούμαστε στην απορία μήπως δεν θα μπορούσαν τα βαμβακερά υφάσματα που εξάγονται να ικανοποιήσουν μια στάλα τις πραγματικές ανάγκες του πληθυσμού.

Κατά κανόνα δεν είναι το πλεόνασμα που εξάγεται, αν και μπορεί αυτό να ίσχυε αρχικά. Ο μύθος του ξυπόλητου τσαγκάρη είναι πλέον εξίσου αληθινός για τα έθνη, όπως ήταν παλιά για τους τεχνίτες. Αυτό που εξάγουμε είναι το αναγκαίο, επειδή οι εργάτες δεν μπορούν με το μισθό τους να αγοράσουν αυτό που παρήγαγαν και να πληρώσουν επιπλέον το νοίκι και τον τόκο στον καπιταλιστή και τον τραπεζίτη.

Όχι μόνο λοιπόν η συνεχώς αυξανόμενη ανάγκη για άνεση μένει ανικανοποίητη, αλλά συχνά λείπουν ακόμα και τα απολύτως αναγκαία. Υπερπαραγωγή {πλεονασματική παραγωγή} επομένως δεν υπάρχει, τουλάχιστον όχι μ΄ αυτή την έννοια, και δεν είναι παρά μια λέξη εφευρημένη από τους θεωρητικούς της πολιτικής οικονομίας.

Όλοι οι οικονομολόγοι μας λένε πως υπάρχει ένας άριστα εδραιωμένος [bien etablie] οικονομικός “νόμος”: “Ο άνθρωπος παράγει περισσότερο από ό,τι καταναλώνει”. Αφού πάρει όσο χρειάζεται από το προϊόν της εργασίας του, του μένει πάντα περίσσευμα. Μια οικογένεια καλλιεργητών παράγει αρκετά για να θρέψει κάμποσες οικογένειες, και ούτω καθεξής.

Για μας, αυτή η φράση αν και συχνά επαναλαμβάνεται, δεν έχει νόημα [has no sense, est vide de sens] {στερείται νοήματος; αν και πολύ λόγιο}. Αν σήμαινε ότι κάθε γενιά αφήνει κάτι για τις επόμενες γενιές θα ήταν ακριβής. Πράγματι, ένας γεωργός φυτεύει ένα δέντρο που θα ζήσει ίσως τριάντα, σαράντα ή εκατό χρόνια, και τα εγγόνια του θα γεύονται τα φρούτα του. Ή αν καθαρίσει {αποψιλώσει} μερικά εκτάρια {στρέμματα} παρθένας γης, η κληρονομιά των επόμενων γενεών θα έχει αυξηθεί ανάλογα. Δρόμοι, γέφυρες, κανάλια, το σπίτι και η επίπλωσή του, είναι πλούτη που κληροδοτούνται στις επόμενες γενιές.

Αλλά δεν είναι αυτό που εννοείται. Μας λένε ότι ο καλλιεργητής παράγει περισσότερο από όσο χρειάζεται να καταναλώσει. Μάλλον θα έπρεπε να λένε ότι, αφού το κράτος του αφαίρεσε ένα μέρος του εισοδήματός του για τους φόρους, ο παπάς για τη δεκάτη, και ο ιδιοκτήτης για το ενοίκιο, έχει [πλέον] δημιουργηθεί μια καινούρια τάξη ανθρώπων, που πρωτύτερα κατανάλωναν ό,τι παρήγαγαν-εκτός από αυτά που έβαζαν στην άκρη για απρόβλεπτα ατυχήματα, ή για αναδάσωση ή για την κατασκευή δρόμων κτλ.- αλλά που σήμερα ζει πολύ φτωχικά, μεροδούλι-μεροφάι, μια και το περίσσευμα τους έχει αφαιρεθεί από το κράτος, τον γαιοκτήμονα, τον παπά και τον τοκογλύφο.

Εμείς προτιμάμε να λέμε – Ο καλλιεργητής καταναλώνει λιγότερο από ό,τι παράγει, επειδή τον αναγκάζουν να βάζει άχυρα στο στρώμα του και να πουλά τα πούπουλα, να ικανοποιείται με φτηνό κρασί και να πουλά το ακριβό, να τρώει την βρώμη και να πουλά το σιτάρι.

Ας παρατηρήσουμε επίσης ότι αν κάποιος έχει ως σημείο αφετηρίας τις ανάγκες του ατόμου, θα φτάσει αναγκαστικά στον κομμουνισμό, την οργάνωση που μας επιτρέπει να ικανοποιούμε όλες τις ανάγκες με τον πιο πλήρη και οικονομικό τρόπο. Ενώ όταν κάποιος ξεκινά από τη σημερινή μέθοδο παραγωγής, με στόχο το κέρδος και την υπεραξία, αναγκαστικά θα φτάσει στον καπιταλισμό, ή στην καλύτερη περίπτωση στον κολεκτιβισμό, που δεν είναι και οι δύο τίποτε άλλο από μορφές του θεσμού της μισθωτής εργασίας.

Πράγματι, όταν εξετάζει κανείς τις ανάγκες του ατόμου και της κοινωνίας και τα μέσα που έχει επιστρατεύσει ο άνθρωπος για την ικανοποίησή τους, κατά τη διάρκεια των διάφορων φάσεων της ανάπτυξής του, πείθεται για την αναγκαιότητα να συνδυαστούν οι προσπάθειες, και να εγκαταλειφθούν οι κίνδυνοι {τα ρίσκα} {Σ.τ.μ. ouch! this is so bad it physically hearts!} της σημερινής παραγωγής. Γίνεται αντιληπτό επίσης ότι η ιδιοποίηση από λίγους όλου του πλούτου που δεν καταναλώνεται, και η μεταφορά του από τη μια γενιά στην άλλη {Σ.τ.μ. μέσω του θεσμού της κληρονομιάς – Borges: εδώ διαφωνώ, δεν λέει τίποτε για κληρονομιά, αλλά αν θεωρηθεί απαραίτητο, τότε πρέπει να γίνει: … η κληροδότησή του… -N: ήταν επεξηγηματική σημείωση, δεν ενοούσα ότι κάτι τέτοιο υπάρχει στο κείμενο} δεν είναι προς το γενικό συμφέρον. Διαπιστώνει κανείςότι μ’ αυτόν τον τρόπο οι ανάγκες των τριών τετάρτων της κοινωνίας κινδυνεύουν να μείνουν ανικανοποίητες, και ότι η σημερινή σπατάλη ανθρώπινης δύναμης {ίσως: ανθρώπινου δυναμικού -Ν: αυτό “μ’ ακούγεται” καλύτερα} δεν είναι παρά η πιο ανώφελη και η πιο εγκληματική.

Συνειδητοποιεί κανείς τέλος, ότι η πιο επωφελής χρήση όλων των προϊόντων είναι αυτή που ικανοποιεί τις πιο πιεστικές ανάγκες, και ότι η αξία χρήσης τους δεν εξαρτάται από μια απλή ιδιοτροπία, όπως έχει συχνά υποστηριχτεί, αλλά από το πόσο ικανοποιούν πραγματικές ανάγκες.

Ο Κομμουνισμός, δηλαδή μια συνθετική άποψη {προσέγγιση} της κατανάλωσης, της παραγωγής και της [εμπορικής] συναλλαγής και μια οργάνωση που στηρίζει αυτή την συνθετική άποψη, είναι επομένως η λογική συνέπεια αυτής της κατανόησης των πραγμάτων, της μοναδικής, κατά τη γνώμη μας, που είναι πραγματικά επιστημονική.

Μια κοινωνία που θα ικανοποιεί τις ανάγκες όλων και θα ξέρει πως να οργανώνει την παραγωγή, θα πρέπει επίσης να εξαλείψει ορισμένες προκαταλήψεις σχετικά με την βιομηχανία και πρώτα απ’ όλα την θεωρία που συχνά κηρύσσεται από τους οικονομολόγους -τη θεωρία του καταμερισμού της εργασίας- που πρόκειται να εξετάσουμε στο επόμενο κεφάλαιο.

Comments Off on Η κατάκτηση του ψωμιού Κεφάλαιο 14: Παραγωγή & κατανάλωση

Peter Kropotkin

Η κατάκτηση του ψωμιού

Κεφάλαιο 13: Το μισθολογικό σύστημα του κολλεκτιβισμού

Ι

Κατά τη γνώμη μας οι κολεκτιβιστές υποπίπτουν σε ένα διπλό σφάλμα στα σχέδιά τους για την αναδόμηση της κοινωνίας. Ενώ κάνουν λόγο για την κατάργηση του καπιταλιστικού συστήματος σκοπεύουν απ την άλλη να διατηρήσουν δύο θεσμούς που αποτελούν καθεαυτή τη βάση του συστήματος αυτού και οι οποίοι είναι η Κυβέρνηση Αντιπροσώπων και το Μισθολογικό Σύστημα.

Όσον αφορά την αποκαλούμενη Κυβέρνηση Αντιπροσώπων, έχει συχνά γίνει λόγος σχετικά με αυτή. Είναι τελείως ακατανόητο για μας το ότι λογικοί άνθρωποι ,μπορεί να παραμένουν οπαδοί του συστήματος των εθνικών ή των κοινοτικών κοινοβουλίων μετά απ’ όλα όσα η ιστορία τους δίδαξε στην Γαλλία την Αγγλία τη Γερμανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Και ενώ γινόμαστε μάρτυρες της κατάρρευσης του κοινοβουλευτικού συστήματος και βλέπουμε την κριτική που ασκείται εναντίον του να γίνεται ολοένα και πιο έντονη απ όλες τις πλευρές, όχι μόνο λόγω των αποτελεσμάτων που επέφερε αλλά λόγω και των αρχών που το διέπουν, πως είναι δυνατόν οι επαναστάτες σοσιαλιστές να υπερασπίζονται ένα τέτοιο σύστημα που είναι ήδη καταδικασμένο;

Έχοντας αναπτυχθεί σταδιακά από τις μεσαίες τάξεις με σκοπό την προάσπιση των συμφερόντων της έναντι της βασιλείας, το κοινοβουλευτικό σύστημα είναι πρωταρχικά ένα σύστημα της μεσαίας τάξης το οποίο καθιερώνει και ταυτόχρονα ενδυναμώνει την κυριαρχία της επί της εργατικής τάξης. Οι υποστηρικτές του συστήματος αυτού ποτέ δεν επιβεβαίωσαν με σοβαρότητα ότι ένα κοινοβούλιο ή ένα κοινοτικό συμβούλιο εκπροσωπεί ένα έθνος ή μία πόλή. Οι πιο λογικοί από αυτούς γνωρίζουν ότι αυτό είναι αδύνατο. Η μεσαία τάξη απλώς χρησιμοποίησε το σύστημα αυτό για να ορθώσει ένα προστατευτικό τείχος ανάμεσα σε αυτή και στη βασιλεία χωρίς να δίνει ελευθερία στο λαό. Σταδιακά όμως καθώς ο λαός αποκτά συνείδηση των συμφερόντων του και καθώς η ποικιλία των συμφερόντων αυτών πολλαπλασιάζεται, το σύστημα δε μπορεί πλέον να λειτουργήσει. Έτσι λοιπόν οι δημοκράτες από όλες τις χώρες μάταια ονειρεύονται (παρηγοριά στον άρρωστο….). Το δημοψήφισμα δοκιμαστικέ και απέτυχε, η αναλογική εκπροσώπηση δεν είναι αξιόλογη, όπως και η εκπροσώπηση των μειονοτήτων και οι υπόλοιπες κοινοβουλευτικές Ουτοπίες. Εν συντομία ψάχνουν για κάτι που δεν υπάρχει και αναγκάζονται να αναγνωρίσουν το ότι ακολουθούν λάθος δρόμο κάτι που οδηγεί στον εκφυλισμό της εμπιστοσύνης που υπάρχει στο κοινοβουλευτικό σύστημα.

Το ίδιο ισχύει με το μισθολογικό σύστημα. Γιατί εφ’ όσον έχει διακηρυχθεί η κατάργηση της προσωπικής ιδιοκτησίας, και η κατοχή από κοινού όλων των μέσων παραγωγής πως μπορεί να υποστηριχθεί ένα τέτοιο σύστημα σε οποιαδήποτε μορφή του; Είναι ωστόσο αυτό που κάνουν οι κολεκτιβιστές όταν συνιστούν τις «εργατο-επιταγές».

Είναι εύκολο να αντιληφθεί κανείς το γιατί οι πρώτοι Άγγλοι σοσιαλιστές κατέληξαν στη χρήση του συστήματος των εργατο-επιταγών. Προσπαθούσαν απλώς να πετύχουν συμβιβασμό του Κεφαλαίου και της Εργατιάς έχοντας αποκηρύξει την ιδέα της βίαιης κατάληψης της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας. Είναι επίσης εύκολα κατανοητό το γιατί ο Προυντόν χρησιμοποίησε και πάλι την ιδέα αυτή μεταγενέστερα. Στο Αμοιβαιίστικο σύστημά του προσπάθησε να κάνει το κεφάλαιο λιγότερο «επιθετικό», χωρίς να αντισταθεί στη διατήρηση της προσωπικής ιδιοκτησίας την οποία μισούσε από τα βάθη της καρδιάς του αλλά παρ’ όλα αυτά τη θεωρούσε απαραίτητη για την εξασφάλιση του ατόμου έναντι του κράτους.

Ούτε τέλος προκαλεί κατάπληξη το γεγονός ότι κάποιοι οικονομολόγοι οι οποίοι λίγο πολύ ανήκαν στην αστική τάξη παραδέχονται τις «εργατο-επιταγές». Λίγο τους ενδιαφέρει αν ο εργάτης πληρώνεται με «εργατο-γραμμάτια» ή με νομίσματα που φέρουν τη σφραγίδα της δημοκρατίας ή της αυτοκρατορίας. Εκείνο που έχει σημασία είναι το να διασωθεί από την καταστροφή η ατομική ιδιοκτησία, των κατοικιών, της γης και των εργοστασίων, εν πάση περιπτώσει δηλαδή να διασωθεί η ιδιοκτησία της κατοικίας και του κεφαλαίου που είναι απαραίτητο για την παραγωγή. Τα «εργατο-γραμμάτια» δίνουν λοιπόν τη λύση για τη διατήρηση της προσωπικής ιδιοκτησίας.

Εφ’ όσον τα «εργατο-γραμμάτια» μπορούν να ανταλλαχτούν με κοσμήματα ή με καρότσια, ο ιδιοκτήτης του σπιτιού ευχαρίστως θα τα δεχτεί για την πληρωμή του ενοικίου. Και όσο οι κατοικίες τα χωράφια και τα εργοστάσια ανήκουν σε μεμονωμένους ιδιοκτήτες, ο κόσμος θα πρέπει να πληρώνει γι αυτά με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ώστε να του επιτραπεί να εργαστεί στα χωράφια και στα εργοστάσια και να κατοικήσει τα σπίτια. Οι ιδιοκτήτες θα δεχτούν να πληρωθούν από τους εργάτες σε χρυσό, χαρτονομίσματα, ή επιταγές που θα είναι ανταλλάξιμες με όλα τα είδη των αγαθών. Είναι δυνατόν λοιπόν να υπερασπιστούμε τη χρήση των «εργατο-γραμματίων», αυτό το νέο είδος μισθοδοσίας, όταν πλέον έχουμε κάνει την παραδοχή ότι τα σπίτια τα χωράφια και τα εργοστάσια δεν θα είναι προσωπική ιδιοκτησία κάποιου, αλλά θα ανήκουν στο έθνος ή στην κοινότητα;
II

Ας εξετάσουμε με μια πιο κοντινή ματιά αυτό το σύστημα αμοιβών για τη δουλειά με τη μορφή που το διακηρύσσουν οι Γάλλοι, Γερμανοί, Άγγλοι και Ιταλοί κολεκτιβιστές (Οι Ισπανοί αναρχικοί, που εξακολουθούν να αποκαλούν τους εαυτούς τους κολεκτιβιστές, υπονοούν την κατοχή από κοινού όλων των μέσων παραγωγής, και την «ελευθερία που θα έχει κάθε κοινωνική ομάδα να διανέμει την παραγωγή με τον τρόπο που θεωρείται πιο κατάλληλος σύμφωνα με τις κομμουνιστικές ή άλλες αρχές.»). Συνοψίζεται στα εξής: Καθένας μας εργάζεται στο χωράφι, το εργοστάσιο, το σχολείο, το νοσοκομείο κ.λ.π. Η εργάσιμη μέρα καθορίζεται από το κράτος, το οποίο είναι ο ιδιοκτήτης της γης, των εργοστασίων, των δρόμων κ.λ.π. Κάθε εργάσιμη μέρα θα είναι πληρωτέα με ένα εργατο-γραμμάτιο, το οποίο θα επιγράφεται ως εξής: οκτώ ώρες δουλειάς. Με αυτό το δελτίο ο εργάτης θα μπορεί να προμηθεύεται όλα τα είδη αγαθών από τα καταστήματα που ανήκουν στο κράτος, ή από τις διάφορες εταιρείες. Η αξία του δελτίου αυτού θα είναι δυνατό να διανέμεται έτσι ώστε να μπορεί να αγοράσει κάποιος με αυτό κρέας που θα έχει αξία μιας ώρας δουλειάς, σπίρτα αξίας δέκα λεπτών δουλειάς, ή καπνό αξίας μισής ώρας δουλειάς. Μετά την Κολεκτιβιστική Επανάσταση αντί να λέμε «σαπούνι αξίας δύο πεννών» θα λέμε «σαπούνι αξίας πέντε λεπτών εργασίας».

Οι περισσότεροι κολεκτιβιστές, που παραμένουν πιστοί στη διάκριση η οποία προδιαγράφηκε από τους οικονομολόγους της μεσαίας τάξης (καθώς και από τον Μαρξ) ανάμεσα στην εξειδικευμένη και την ανειδίκευτη εργασίας, μας λένε επί πλέον, ότι η εξειδικευμένη ή αλλιώς η επαγγελματική εργασία πρέπει να πληρώνεται κάπως περισσότερο από την ανειδίκευτη εργασία. Έτσι μιας ώρας δουλεία ενός γιατρού θα πρέπει να θεωρείται ισάξια με δύο ώρες ή και τρεις ώρες εργασίας μιας νοσοκόμας, ή με τρεις ώρες εργασίας ενός ανειδίκευτού εργάτη. «Η επαγγελματική ή εξειδικευμένη εργασία, θα αποτελεί ένα πολλαπλάσιο της απλής εργασίας», αναφέρει σχετικά ο κολεκτιβιστής Γκρουνλαντ, «επειδή αυτό το είδος της εργασίας απαιτεί μία λίγο η πολύ χρονοβόρα μαθητεία».

Άλλοι κολεκτιβιστές , όπως για παράδειγμα οι Γάλλοι Μαρξιστές δεν κάνουν αυτή τη διάκριση. Διακηρύσσουν την «Ισότητα των μισθών». Ο γιατρός, ο διευθυντής του σχολείου και ο καθηγητής θα πληρώνονται (σε εργατο-γραμμάτια) με την εργασία τους να αναλογεί όσο και η εργασία του ανειδίκευτου εργάτη. Οκτώ ώρες επισκέψεων στους αρρώστους του νοσοκομείου θα αξίζουν όσο και 8 ώρες εργασίας στη γη, .η στα ορυχεία, ή στα εργοστάσια. Μερικοί κάνουν μία ακόμα μεγαλύτερη παραχώρηση. Παραδέχονται δηλαδή ότι η ανεπιθύμητη ή ανθυγιεινή εργασία, όπως η εργασία σους υπόνομους, θα μπορούσε να πληρώνεται περισσότερο απ’ όσο η ευχάριστη εργασία Μία ώρα εργασίας ενός εργαζόμενου στους υπόνομους θα αξίζει, κατ αυτούς, όσο δύο ώρες εργασίας ενός καθηγητή.

Εδώ πρέπει να προσθέσουμε ότι κάποιοι κολεκτιβιστές αποδέχονται την πληρωμή ενός εφ’ άπαξ ποσού από τις εταιρίες για την ολοκλήρωση μιας εργασίας. Έτσι λοιπόν μια εταιρία θα υπολογίζει ως εξής: «Έχουμε εδώ εκατό τόνους χάλυβα. Απαιτήθηκε από εκατό εργάτες να τους παράγουν και αυτό διήρκεσε δέκα μέρες. Θεωρώντας ότι η εργάσιμη μέρα τους είναι οκτώ ώρες, τους πήρε οχτώ χιλιάδες εργατοώρες για την παραγωγή εκατό τόνων χάλυβα και αυτό ισοδυναμεί με ογδόντα εργατοώρες ανά τόνο. «Έτσι το κράτος θα τους πληρώσει οχτώ χιλιάδες εργατο-γραμμάτια αξίας μιας ώρας το καθένα, και αυτά τα οχτώ χιλιάδες δελτία θα κατανεμηθούν μεταξύ των μελών αυτών των εργασιών όπως αυτοί θεωρούν ότι θα ήταν πιο σωστό. Απ΄ την άλλη μεριά, αν εκατό μεταλλωρύχοι κάνουν είκοσι μέρες για να εξορύξουν οκτακόσιους τόνους άνθρακα , με την εξόρυξη του άνθρακα να αξίζει δύο ώρες ανά τόνο, τα δεκαέξι χιλιάδες δελτία της μιας ώρας το καθένα, θα λαμβάνονται από τη συντεχνία των μεταλλωρύχων και θα μοιράζονται στα μέλη της ανάλογα με τη δική τους εκτίμηση.

Εάν οι μεταλλωρύχοι διαμαρτυρηθούν λέγοντας ότι ένας τόνος ατσάλι αξίζει μόνο έξι εργατοώρες αντί για οκτώ, αν ο καθηγητής θέλει να πληρώνεται η εργάσιμη μέρα του διπλάσια απ’ ότι αυτή της νοσοκόμας, τότε το κράτος θα επέμβει για να λύσει τις μεταξύ τους διαφορές.

Αυτό είναι λίγο πολύ το σύστημα που θέλουν οι κολεκτιβιστές να επικρατήσει μέσω της Κοινωνικής Επανάστασης. Όπως βλέπουμε οι βασικές αρχές τους είναι οι εξής: Συλλογική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, και πληρωμή του καθενός ανάλογα με το χρόνο που δαπάνησε στη διαδικασία της παραγωγής, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπ’ όψη την παραγωγικότητα της εργασίας του. Όσον αφορά το πολιτικό σύστημα, αυτό θα είναι κοινοβουλευτισμός κατάλληλα τροποποιημένος από « πρακτικές οδηγίες» που θα λαμβάνουν οι εκλεχθέντες μέσω του «Δημοψηφίσματος» το οποίο θα γίνεται από το έθνος με τη μορφή του ναι και όχι.

Αφήστε μας όμως να έχουμε την άποψη ότι ένα τέτοιο σύστημα είναι μη πραγματοποιήσιμο.

Οι κολεκτιβιστές ξεκινώντας με τη διακήρυξη της επαναστατικής αρχής που συνίσταται στην κατάργηση της προσωπικής ιδιοκτησίας, μετά την αρνούνται πριν καν αυτή να έχει διακηρυχθεί διατηρώντας ένα σύστημα παραγωγής και κατανάλωσης το οποίο προέρχεται από την προσωπική ιδιοκτησία.

Διακηρύσσουν μια επαναστατική αρχή, και αγνοούν τις συνέπειες που θα επιφέρει αναποφεύκτως η αρχή αυτή. Ξεχνούν ότι το γεγονός και μόνο της κατάργησης της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής δηλαδή τη γη, της βιομηχανίες τους δρόμους και το κεφάλαιο, πρέπει να οδηγήσει την κοινωνία σε μία τελείως διαφορετική ρώτα , πρέπει να ανατρέψει ολοκληρωτικά και το σκοπό και τα μέσα του παρόντος συστήματος παραγωγής και πρέπει να τροποποιήσει τις καθημερινές διαπροσωπικές σχέσεις εφ’ όσον πλέον η γη, τα μηχανήματα και τα άλλα όργανα παραγωγής θα θεωρούνται κοινή ιδιοκτησία.

Λένε, «Όχι στην προσωπική ιδιοκτησία», και αμέσως μετά προσπαθούνε να τη διατηρήσουν όσον αφορά τις καθημερινές της εκφάνσεις. «Θα κατέχετε από κοινού όλα όσα αφορούν την παραγωγή: χωράφια, εργαλεία, μηχανήματα, ότι δηλαδή έχει εφευρεθεί μέχρι τώρα, εργοστάσια, σιδηρόδρομους, λιμάνια, ορυχεία, κ.λ.π ανήκουν όλα σε σας. Δεν θα γίνεται η παραμικρή διάκριση όσον αφορά το μερίδιο του καθενός σε αυτή τη συλλογική περιουσία».

«Από αύριο κιόλας όμως, θα ανταγωνίζεστε συνεχώς για το μερίδιο που πρόκειται να πάρετε, για την δημιουργία νέων μηχανών ή για το σκάψιμο νέων ορυχείων. Θα σταθμίζετε προσεκτικά το μερίδιο της καινούριας παραγωγής που θα ανήκει σε σας. Θα προσμετράτε τα λεπτά εργασίας σας, και θα φροντίζετε ώστε ένα λεπτό εργασίας του διπλανού σας να μη μπορεί να αγοράσει περισσότερο απ’ ότι ένα δικό σας».

«Και ενώ μία ώρα από μόνη της δε σημαίνει τίποτα, εφ’ όσον σε μερικά εργοστάσια ένας εργάτης προσβλέπει σε έξι ισοδύναμα ενός δελτίο μιας ώρας ενώ σε κάποια άλλα μπορεί να προσβλέπει μόνο σε δύο, θα αναγκάζεστε να υπολογίζετε την μυϊκή δύναμη, την εγκεφαλική ενέργεια, και την νευρική ενέργεια που θα καταναλώνεται. Θα υπολογίζετε επίσης με ακρίβεια τα χρόνια εκμάθησης για να εκτιμήσετε τις ποσότητες τις οποίες θα είναι σε θέση ο καθένας να συνεισφέρει στη μελλοντική παραγωγή. Και όλα αυτά αφότου έχετε διακηρύξει ότι δεν λαμβάνετε υπ’ όψη το κομμάτι της πίττας που του αναλογούσε στο προηγούμενο σύστημα παραγωγής».

Λοιπόν για μας είναι φανερό ότι μια κοινωνία δε μπορεί να βασιστεί σε δύο εντελώς αντίθετες αρχές που αντικρούουν συνεχώς η μία την άλλη. Και ένα έθνος ή μια κοινότητα που θα είχαν μια τέτοια οργάνωση θα ήταν υποχρεωμένα είτε να επιστρέψουν στο θεσμό της προσωπικής ιδιοκτησίας των οργάνων παραγωγής είτε να μετατραπούν σε κομμουνιστικές κοινωνίες.
ΙΙΙ

Αναφέραμε ότι κάποιοι συγγραφείς οπαδοί του κολεκτιβισμού επιθυμούν να γίνεται διάκριση μεταξύ εξειδικευμένης ή επαγγελματικής και της απλής εργασίας. Ισχυρίζονται ότι μία ώρα εργασίας ενός μηχανικού, ενός αρχιτέκτονα ή ενός γιατρού πρέπει να θεωρείται ότι ισοδυναμεί με δύο ή τρεις ώρες εργασίας ενός σιδηρουργού, ενός οικοδόμου, ή μιας νοσοκόμας. Και η ίδια διάκριση πρέπει να υπάρχει μεταξύ όλων των επαγγελμάτων που απαιτούν κάποια λίγο ή πολύ χρονοβόρα μαθητεία επιπλέον του καθημερινού μόχθου της απλής χειρωνακτικής εργασίας.

Λοιπόν η επίτευξη αυτής της διάκρισης θα σήμαινε τη διατήρηση όλων των ανισοτήτων της παρούσας κοινωνίας. Θα σήμαινε τη χάραξη μιας διαχωριστικής γραμμής, από την αρχή, μεταξύ των εργατών και αυτών που προφασίζονται ότι τους κυβερνούν. Θα σήμαινε το διαχωρισμό της κοινωνίας σε δύο τελείως διακριτές τάξεις, αυτή της αριστοκρατίας της γνώσης που βρίσκεται πάνω από την εργαζόμενη με τρελούς ρυθμούς στους χειρωνακτικούς τομείς κατώτερη, η οποία συν τοις άλλοις είναι καταδικασμένη να υπηρετεί την άλλη. Αυτοί δηλαδή που εργάζονται με τα χέρια τους, θρέφουν και ντύνουν αυτούς που εκμεταλλευόμενοι τον ελεύθερο χρόνο τους , μελετούν για το πώς πρέπει να κυβερνούν αυτούς που τους περιθάλπουν. Αυτό θα σήμαινε την αναβίωση μιας από τις ευδιάκριτες ιδιαιτερότητες της σημερινής κοινωνίας δίνοντάς της τη συγκατάθεση της Κοινωνικής Επανάστασης. Θα σήμαινε την υιοθέτηση ως αρχής μιας ύβρεως που έχει ήδη καταδικαστεί στην αρχαία και καταρρέουσα κοινωνία μας.

Γνωρίζουμε ήδη την απάντηση που θα λάβουμε. Θα μας μιλήσουν για «Επιστημονικό Σοσιαλισμό», θα μας παραθέσουν τα λεγόμενα αστών οικονομολόγων όπως επίσης και του Μαρξ για να μας αποδείξουν ότι οι κλιμακωτοί μισθοί έχουν το λόγο ύπαρξής τους, εφ’ όσον η «εργατική δύναμη» των μηχανικών θα έχει μεγαλύτερο κόστος για την κοινωνία απ’ ότι η «εργατική δύναμη» των ανειδίκευτων. Σάμπως, δεν είχαν προσπαθήσει να μας αποδείξουν οι οικονομολόγοι ότι αν ένας μηχανικός πληρώνεται είκοσι φορές περισσότερο από έναν ανειδίκευτο αυτό γίνεται επειδή το απαραίτητο κόστος για την κατάρτιση ενός μηχανικού είναι μεγαλύτερο από αυτό που είναι απαραίτητο για έναν ανειδίκευτό; Και σάμπως δεν ισχυριζόταν ο Μαρξ ότι τέτοιες μισθολογικές διακρίσεις είναι εξίσου δικαιολογημένες μεταξύ δύο κλάδων της χειρονακτικής εργασίας; Δε μπορούσε άλλωστε να καταλήξει σε διαφορετικό συμπέρασμα έχοντας υιοθετήσει για λογαριασμό του τη θεωρία του Ρικάρντο σχετικά με την αξία και υποστηρίζοντας ότι τα αγαθά ανταλλάσσονται αναλογικά με την ποσότητα εργασίας που είναι απαραίτητη για την παραγωγή τους.

Γνωρίζουμε όμως τι πρέπει να υποστηρίξουμε σχετικά μ’ αυτό. Γνωρίζουμε ότι εάν οι μηχανικοί, οι επιστήμονες ή οι γιατροί πληρώνονται 10 ή 100 φορές περισσότερο από τον εργάτη, και αν ένας υφαντής κερδίζει τρεις φορές περισσότερα απ’ όσο κερδίζει ένας εργάτης που απασχολείται στον τομέα της γεωργίας και δέκα φορές περισσότερα απ’ όσο ένα κορίτσι που εργάζεται σε ένα εργοστάσιο σπίρτων, αυτό δεν γίνεται λόγω του «κόστους καταρτίσεως τους» αλλά λόγω της μονοπώλησης της εκπαίδευσης, ή της μονοπώλησης της βιομηχανίας. Οι μηχανικοί, οι επιστήμονες και οι γιατροί εκμεταλλεύονται μερικώς το κεφάλαιό τους, τα πτυχία τους δηλαδή, με τον τρόπο που οι εργοδότες της μεσαίας τάξης εκμεταλλεύονται ένα εργοστάσιο και με τον τρόπο που οι ευγενείς εκμεταλλεύονταν τους τίτλους ευγενείας τους.

Όσον αφορά τον εργοδότη που πληρώνει ένα μηχανικό είκοσι φορές περισσότερο απ’ ότι τον εργάτη, αυτό οφείλεται απλώς στο προσωπικό του συμφέρον. Αν ο μηχανικός εξοικονομεί για λογαριασμό του εργοδότη 100.000 φράγκα το χρόνο, τότε αυτός τον πληρώνει 20.000 φράγκα και αν επίσης έχει ένα εργοδηγό ο οποίος του εξοικονομεί 10.000 φράγκα το χρόνο με το να αξιοποιεί με έξυπνο τρόπο τον ιδρώτα των εργατών, θα τον πληρώσει ευχαρίστως 2 ή 3 χιλιάδες φράγκα το χρόνο. Πριμοδοτεί με επιπλέον 1000 φράγκα όταν αναμένει να ωφεληθεί κατά 10.000 φράγκα απ’ αυτό. Και αυτή είναι βέβαια και η ουσία του καπιταλισμού. Παρόμοιες διαφορές αποκομίζονται μεταξύ των διαφόρων χειρονακτικών επαγγελμάτων.

Ας μην έρχονται να μας μιλάνε λοιπόν για το «κόστος της παραγωγής» το οποίο αυξάνει και το κόστος ενός εξειδικευμένου εργάτη, και να μας λένε ακόμη ότι ένας φοιτητής που εύθυμα πέρασε τα νεανικά του χρόνια στο πανεπιστήμιο έχει το δικαίωμα να λαμβάνει ένα μισθό δέκα φορές μεγαλύτερο απ’ ότι ο γιος ενός μεταλλωρύχου ο οποίος μεγαλώνει μαραζώνοντας μέσα σε ένα μεταλλείο από τα ένδεκά του χρόνια., ή ότι ένας υφαντής δικαιούται τρεις ή 4 φορές μεγαλύτερο μισθό απ’ ότι ένας εργάτης του γεωργικού τομέα. Το κόστος για να διδάξεις σε έναν υφαντή τη δουλειά του δεν είναι τέσσερις φορές μεγαλύτερο απ’ ότι το να διδάξεις σε ένα χωρικό τη δικιά του. Ο υφαντής απλώς επωφελείται από τα πλεονεκτήματα που δρέπει η βιομηχανία του στην Ευρώπη εν συγκρίσει με τις χώρες που δεν έχουν αντίστοιχες βιομηχανίες μέχρι στιγμής.

Κανένας δεν υπολόγισε ποτέ το «κόστος κατάρτισης», και το αν ένας τεμπέλης κοστίζει περισσότερο στην κοινωνία απ’ ότι ένας εργάτης, όπως και παραμένει προς εξακρίβωση το αν ένας εύρωστος εργάτης δεν κοστίζει περισσότερο στην κοινωνία απ’ ότι ένας εξειδικευμένος τεχνίτης, αν έχουμε λάβει υπ΄ όψη μας την παιδική θνησιμότητα στις τάξεις των εργατών, την αναιμία που τους θερίζει καθώς και τους πρόωρους θανάτους.

Θα μπορούσαν για παράδειγμα να μας πείσουν για το ότι οι τριάντα και κάτι που παίρνει ένας εργάτης του Παρισιού, οι έξι και κάτι που πληρώνονται σε μία χωρική από την Αρβέρνη που κεντάει με τίμημα την όρασή της και οι σαράντα και κάτι που πληρώνονται στον χωρικό αντιπροσωπεύουν το κόστος παραγωγής τους; Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι οι άνθρωποι εργάζονται συχνά για ακόμα λιγότερα αλλά γνωρίζουμε επίσης ότι το κάνουν αυτό αποκλειστικά και μόνο, διότι χάρις στο υπέροχο αυτό σύστημά μας, αν δεν δεχόντουσαν αυτούς τους μισθούς κοροϊδίας, θα πέθαιναν απ’ την πείνα. Κατ’ εμάς η κλιμάκωση των αμοιβών αποτελεί ένα σύνθετο αποτέλεσμα που καθορίζεται από τους φόρους, από την κρατική προστασία, από την καπιταλιστική μονοπώληση και απ’ τα μονοπώλια. Εν συντομία, καθορίζονται από το κράτος και από το κεφάλαιο. Επομένως ισχυριζόμαστε ότι όλες οι θεωρίες περί μισθοδοσίας έχουν εφευρεθεί εκ των υστέρων για να δικαιολογήσουν τις αδικίες του παρόντος συστήματος και ως εκ τούτου δεν είναι αναγκαίο να τις λάβουμε καθόλου υπ’ όψη μας .

Και φυσικά δεν θα παραλείψουν να μας πουν ότι η μισθολογική κλίμακα που υιοθετεί το σύστημα του κολεκτιβισμού είναι βελτιωμένη σε σχέση με αυτή του καπιταλιστικού. Συνηθίζουν να μας λένε ότι «Θα ήταν καλύτερο να βλέπουμε κάποιους τεχνίτες να αμείβονται δύο ή τρεις φορές περισσότερο από τους ανειδίκευτους εργάτες απ’ ότι να βλέπουμε έναν υπουργό να λαμβάνει σε μια μέρα όσα δε λαμβάνει ένας εργάτης σε έναν ολόκληρο χρόνο. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε ένα μεγάλο βήμα προς την ισότητα».

Κατ εμάς αυτό το «βήμα» θα σήμαινε την αντιστροφή της προόδου. Το να γίνεται διάκριση μεταξύ της απλής και της επαγγελματικής εργασίας σε μία νέα κοινωνία θα σήμαινε το να επιδοκιμαστεί και να αναγνωριστεί μέσα στα πλαίσια της Επανάστασης σαν αρχή ένα κτηνώδες γεγονός το οποίο υφίσταται στις μέρες μας, αλλά το οποίο ωστόσο θεωρούμε άδικο. Θα σήμαινε το να μιμηθούμε εκείνους τους κυρίους της Γαλλικής Συνέλευσης που διακήρυξαν κατά την Επανάσταση της 4ης Αυγούστου του 1789 την κατάργηση των φεουδαλικών δικαιωμάτων, αλλά που επίσης στις 8 Αυγούστου επιδοκίμασαν αυτά τα ίδια δικαιώματα, επιβάλλοντας οφειλές στους χωρικούς προς αποζημίωση των ευγενών και θέτοντας αυτές τις οφειλές υπό την προστασία της Επανάστασης. Θα σήμαινε επίσης το να μιμηθούμε τη Ρωσική Κυβέρνηση η οποία διακήρυξε, τον καιρό της απελευθέρωσης των δουλοπάροικων, ότι η γη θα έπρεπε εφεξής να ανήκει στους ευγενείς, ενώ πρώτα θα αποτελούσε ύβρη κάθε άλλη πράξη εκτός της διάθεσης αυτής της γης αποκλειστικά στους δουλοπάροικους.

Ή αλλιώς για να πάρουμε ένα παράδειγμα που είναι πιο ευρέως γνωστό, όταν Η Κομμούνα του 1871 αποφάσισε να πληρώνει τα μέλη του συμβουλίου της Κομμούνας 0.6 της λίρας ημερησίως ενώ οι στρατιώτες στις επάλξεις έπαιρναν δέκα φορές λιγότερα, αυτό χαιρετίστηκε ως μια πράξη υπέρτερης δημοκρατικής ισότητας. Στην πραγματικότητα, η Κομμούνα απλώς επικύρωνε την πρότερη ανισότητα μεταξύ αξιωματούχου και στρατιώτη, κυβερνώντος και κυβερνώμενου. Προερχόμενη από ένα καιροσκοπικό συμβούλιο βουλευτών, μια τέτοια απόφαση θα είχε φανεί αξιοθαύμαστη, αλλά η Κομμούνα καταδίκασε με αυτό τον τρόπο τις επαναστατικές αρχές της επειδή απέτυχε να τις θέσει σε εφαρμογή.

Υπό το υπάρχων σοσιαλιστικό σύστημα, όταν ένας υπουργός αμείβεται με 100.000 φράγκα το χρόνο, ενώ ένας εργάτης πρέπει να μείνει ικανοποιημένος με 1000 ή και λιγότερα, όταν ένας επιστάτης πληρώνεται δύο ή τρεις φορές περισσότερο απ’ ότι ένας εργάτης και όταν υπάρχει μεγάλη διαβάθμιση ανάμεσα στους μισθούς των εργατών, είναι φυσικό το να αποδοκιμάσουμε τόσο τον μεγάλο μισθό του υπουργού όσο και τη μεγάλη διαφορά στη μισθοδοσία που υπάρχει ανάμεσα σε έναν εργάτη και σε μια φτωχή χωρική. Και διακηρύττουμε , «Κατάργηση των προνομίων που απορρέουν από την εκπαίδευση, όπως επίσης και αυτών που είναι κληρονομικά !» Είμαστε αναρχικοί ακριβώς γιατί αυτά τα προνόμια που υπάρχουν μας εξεγείρουν. Μας έχουν ήδη εξεγείρει σε ετούτη την αυταρχική κοινωνία. Μπορούμε να τα ανεχτούμε και σε μια κοινωνία η οποία ξεκίνησε διακηρύττοντας την ισότητα;

Αυτός είναι ο λόγος που μερικοί κολεκτιβιστές, καταλαβαίνοντας το ότι είναι αδύνατον να διατηρηθεί μια μισθολογική κλίμακα σε μια κοινωνία εμπνευσμένη από τον αέρα της Επανάστασης, σπεύδουν να διακηρύξουν τη μισθολογική ισότητα. Αλλά έρχονται αντιμέτωποι με καινούριες δυσκολίες, και έτσι η μισθολογική αυτή ισότητα καταλήγει να γίνει η ίδια απραγματοποίητη Ουτοπία όπως και η μισθολογική κλίμακα των άλλων κολεκτιβιστών. Μία κοινωνία που έχει πάρει στην κατοχή της όλο τον κοινωνικό πλούτο, έχοντας κάθετα διακηρύξει το δικαίωμα όλων στον πλούτο αυτό, όποιο και αν είναι το μερίδιο τους στη διαδικασία παραγωγής του, είναι αναγκασμένη να εγκαταλείψει κάθε σύστημα μισθοδοσίας είτε αυτό είναι με τη μορφή χρημάτων, είτε με τη μορφή δελτίων.
ΙV

Οι κολεκτιβιστές λένε «Ο καθένας θα λαμβάνει ανάλογα με τα πρακτέα του» ή με άλλα λόγια ανάλογα με το μερίδιο των υπηρεσιών που προσέφερε στην κοινωνία. Το θεωρούν επιθυμητό να τεθεί αυτή η αρχή σε εφαρμογή μόλις η Σοσιαλιστική Επανάσταση θα έχει κάνει όλα τα όργανα παραγωγής κοινή περιουσία. Πιστεύουμε όμως ότι αν η Σοσιαλιστική Επανάσταση έχει την ατυχία να διακηρύξει μια τέτοια αρχή αυτό θα σήμαινε την αναπόφευκτη αποτυχία της, όπως επίσης θα σήμαινε το να παραμείνει άλυτο το κοινωνικό πρόβλημα το οποίο μας κληροδότησαν οι προηγούμενοι αιώνες. Στην πραγματικότητα, σε μία κοινωνία σαν τη δικιά μας, στην οποία όσο περισσότερο εργάζεται κάποιος, τόσο λιγότερο αμείβεται, αυτή η αρχή, εκ πρώτης όψεως μπορεί να φαίνεται ότι χαρακτηρίζεται από πάθος για δικαιοσύνη. Αποτελεί όμως απλώς τη διαιώνιση της αδικίας του παρελθόντος. Ήταν συνέπεια αυτής της αρχής το γεγονός ότι ξεκίνησε να υπάρχει μισθοδοσία, καταλήγοντας σε όλα αυτά τα νοσηρά φαινόμενα της σημερινής κοινωνίας. Γιατί από τη στιγμή που η εργασία άρχισε να εκτιμάται με χρηματικά δεδομένα ή με οποιαδήποτε άλλη μορφή μισθοδοσίας, από τη μέρα που συμφωνήθηκε ότι ο άνθρωπος θα λάμβανε το μισθό που θα μπορούσε ο ίδιος να εξασφαλίσει στον εαυτό του, ολόκληρη η ιστορία της μεικτής οικονομίας ήταν ήδη διαγεγραμμένη εκ των προτέρων. Άνθισε λοιπόν βασισμένη σε αυτή την αρχή.

Πρέπει λοιπόν να επιστρέψουμε στο αρχικό σημείο και θα ακολουθήσουμε πάλι μέχρι τέλους αυτή την πορεία; Οι θεωρητικοί μας αυτό επιθυμούν αλλά κάτι τέτοιο ευτυχώς είναι αδύνατο. Η επανάσταση, το έχουμε πει, θα είναι κομμουνιστική, Ειδάλλως θα πνιγεί μέσα στο αίμα και θα πρέπει να ξαναρχίσει πάλι από την αρχή.

Οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην κοινωνία, είτε αυτές είναι με τη μορφή της εργασίας στο χωράφι και το εργοστάσιο, είτε με τη μορφή πνευματικών υπηρεσιών δεν μπορούν να αξιολογηθούν με τη μορφή χρήματος. Δεν μπορεί να υπάρξει ακριβές μέτρο της αξίας (αυτού το οποίο έχει λανθασμένα οριστεί ως ανταλλάξιμη αξία), ούτε και της αξίας χρήσης, χρησιμοποιώντας ως κριτήριο την παραγωγή. Εάν δύο άτομα εργάζονται για την κοινότητα 5 ώρες την ημέρα, χρόνο με το χρόνο, σε μία διαφορετική εργασία η οποία είναι εξ ίσου ευχάριστη σ’ αυτούς, μπορούμε να πούμε ότι εξ ολοκλήρου η εργασία τους είναι ισοδύναμη. Αλλά δε μπορούμε να διαχωρίσουμε την εργασία τους και να θεωρήσουμε ότι το αποτέλεσμα μιας οποιασδήποτε εργάσιμης ημέρας, ώρας, ή λεπτού εργασίας του ενός αξίζει όσο και το αποτέλεσμα της εργασίας μιας ημέρας, μιας ώρας ή ενός λεπτού του άλλου.

Μπορούμε γενικά να πούμε ότι ο άνδρας που κατά τη διάρκεια της ζωής του αποστέρησε δέκα ώρες ελεύθερο χρόνο ημερησίως από τον εαυτό του έχει προσφέρει πολύ περισσότερα στην κοινωνία, απ’ ότι αυτός που αποστέρησε πέντε ώρες ελευθέρου χρόνου από τον εαυτό του ημερησίως, ή απ’ ότι αυτός που δεν στέρησε καθόλου ελεύθερο χρόνο απ τον εαυτό του. Δεν μπορούμε παρ όλα αυτά να πάρουμε αυτά που έκανε κατά τη διάρκεια δύο ωρών και να πούμε ότι η απόδοση του είναι διπλάσια απ’ ότι αυτή κάποιου που εργάστηκε μόνο μία ώρα και να τον ανταμείψουμε σύμφωνα με αυτές τις αναλογίες. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε το να παραβλεφθούν όλες οι πολυπλοκότητες που υπάρχουν στη βιομηχανία τη γεωργία και γενικά σε όλη τη ζωή της σημερινής κοινωνίας. Θα σήμαινε επίσης το να αγνοηθεί η έκταση στην οποία η εργασία ενός ατόμου είναι αποτέλεσμα της εργασίας της κοινωνίας ως συνόλου κατά το παρελθόν και το παρόν. Θα σήμαινε το να πιστεύουμε ότι ζούμε στην λίθινη εποχή ενώ ζούμε στην εποχή του χάλυβα.

Αν μπείτε σε ένα ανθρακωρυχείο θα δείτε έναν άνδρα ο οποίος χειρίζεται μία τεράστια μηχανή η οποία συνεχώς ανεβοκατεβάζει ένα κλωβό. Στο χέρι του κρατάει ένα μοχλό ο οποίος σταματάει και αντιστρέφει την πορεία της μηχανής. Κατεβάζοντας το μοχλό, ο κλωβός επιστρέφει εν ριπή οφθαλμού. Ανεβοκατεβάζει το μοχλό με ιλιγκιώδη γρηγοράδα. Γεμάτος προσοχή, ακολουθεί με τα μάτια του καρφωμένα στον τοίχο, έναν δείκτη που του δείχνει σε μικρή κλίμακα σε ποιο σημείο του φρέατος είναι ο κλωβός την κάθε στιγμή. Μόλις ο δείκτης φτάσει σε ένα ορισμένο επίπεδο, ξαφνικά σταματάει την πορεία του κλωβού, ούτε μία γιάρδα πιο ψηλά ή πιο χαμηλά από το σημείο που απαιτείται. Και μόλις οι ανθρακωρύχοι αδειάσουν τα βαγόνια και βάλουν άλλα άδεια στη θέση τους τότε αντιστρέφει το μοχλό και στέλνει πάλι τον κλωβό στον αέρα.

Κατά τη διάρκεια οκτώ ή δέκα συνεχόμενων ωρών πρέπει να είναι όσο πιο προσεκτικός γίνεται. Αν το μυαλό του χαλαρώσει για μια στιγμή, ο κλωβός αναπόφευκτα θα χτυπήσει στα γρανάζια θα σπάσουν οι τροχοί του θα κοπεί το σκοινί, θα καταπλακώσει κάποιους εργάτες και θα παρεμποδιστεί η εργασία στο ορυχείο. Αν καθυστερούσε τρία δευτερόλεπτα και μόνο σε κάθε άγγιγμα του μοχλού, στα σύγχρονα τελειοποιημένα ορυχεία μας, η εξαγωγή θα μειωνόταν από πενήντα σε είκοσι τόνους ημερησίως.

Είναι λοιπόν αυτός που έχει τη μεγαλύτερη χρησιμότητα μέσα στο ορυχείο; Ή μήπως το αγόρι που του δίνει το σινιάλο από κάτω για να ανεβάσει τον κλωβό; Είναι μήπως ο μεταλλωρύχος στο βάθος του φρέατος που ρισκάρει τη ζωή του κάθε στιγμή, και ο οποίος κάποια μέρα θα σκοτωθεί από έκρηξη αερίων; Ή μήπως είναι ο μηχανικός ο οποίος αν δεν προσδιόριζε σωστά το επίπεδο στο οποίο βρίσκεται θαμμένη η στρώση του άνθρακας θα έβαζε τους μεταλλωρύχους να σκάψουν πάνω σε βράχο εξαιτίας ενός μικρού λάθους στους υπολογισμούς του και μόνο; Ή μήπως τέλος είναι ο ιδιοκτήτης του ορυχείου ο οποίος επένδυσε όλο αυτό το κεφάλαιο στο ορυχείο και ο οποίος ίσως αντίθετα με τις συμβουλές των ειδικών ισχυρίστηκε ότι σε εκείνο το σημείο θα βρισκόταν εξαιρετικής ποιότητας άνθρακας;

Όλοι οι μεταλλωρύχοι που έχουν απασχοληθεί στο ορυχείο αυτό συνεισφέρουν στην εξαγωγή του άνθρακα, κατ αναλογία της δύναμης, της ενέργειας της εξυπνάδας και της ικανότητάς τους. Και μπορούμε να πούμε ότι όλοι έχουν το δικαίωμα να ζήσουν, να ικανοποιήσουν τις ανάγκες όπως επίσης και τις επιθυμίες τους, όταν τα απαραίτητα για τη διαβίωσή έχουν εξασφαλισθεί για όλους. Με ποιο τρόπο όμως θα μπορούσαμε να εκτιμήσουμε την αξία της εργασίας τους;

Και ακόμα περισσότερο, αποτελεί ο άνθρακας που έχει εξαχθεί, ισοδύναμο της εργασίας τους; Δεν πρέπει να συνυπολογίσουμε επίσης την εργασία των ανδρών που κατασκεύασαν το σιδηρόδρομο ο οποίος οδηγεί στα ορυχεία όπως επίσης και τους δρόμους που εξαπλώνονται ακτινικά ξεκινώντας από τους σταθμούς του; Όπως επίσης και τη δουλειά όλων αυτών που όργωσαν και έσπειραν τη γη , που εξόρυξαν σίδηρο, έκοψαν ξυλεία από τα δάση, κατασκεύασαν τις μηχανές που καίνε άνθρακα και πάει λέγοντας;

Καμία διάκριση δε μπορεί να χαραχθεί ανάμεσα στη δουλειά του καθενός. Η μέτρηση της εργασίας μέσω του αποτελέσματός της μας οδηγεί στον παραλογισμό. Ο διαχωρισμός και η καταμέτρησή τους μέσω των ώρες εργασίας επίσης μας οδηγεί στον παραλογισμό. Ένα λοιπόν μας απομένει: Να θέσουμε τις ανάγκες πάνω από την εργασία, και πρώτα απ’ όλα να αναγνωρίσουμε το δικαίωμα στη ζωή και μετέπειτα το δικαίωμα στις ανέσεις της ζωής, για όλους αυτούς που λαμβάνουν μέρος στην παραγωγή.

Αλλά ας πάρουμε οποιοδήποτε άλλο κλάδο ανθρωπίνων δραστηριοτήτων, ας πάρουμε τις εκδηλώσεις της ζωής σαν ολότητα. Ποιος από μας θα μπορούσε άραγε να διεκδικήσει την υψηλότερη αμοιβή για την εργασία του; Είναι μήπως ο γιατρός που ανακάλυψε την αρρώστια ή η νοσοκόμα που επέφερε τη θεραπεία μέσω της περίθαλψής της; Είναι μήπως ο εφευρέτης της πρώτης ατμομηχανής; Ή το αγόρι, το οποίο, μία μέρα εξουθενωμένο από το τράβηγμα του σκοινιού το οποίο πρώτα άνοιγε τη βαλβίδα για να αφεθεί ο ατμός να εισχωρήσει κάτω από τα πιστόνια, έδεσε το σκοινί στο μοχλό της μηχανής χωρίς να υποψιάζεται ότι είχε μόλις εφεύρει το πιο ουσιαστικό μηχανολογικό μέρος όλων των σύγχρονων μηχανών δηλαδή την αυτόματη βαλβίδα;

Είναι άραγε ο εφευρέτης της λοκομοτίβας, ή ο εργάτης από το Νιουκαστλ, ο οποίος πρότεινε να αντικατασταθούν οι πέτρες οι οποίες πρώτα τοποθετούντο κάτω από τις ράγες, με ξύλινα υποστηρίγματα, αφού οι πέτρες λόγω έλλειψης ελαστικότητας προκαλούσαν τον εκτροχιασμό των τραίνων; Είναι άραγε ο μηχανικός που βρίσκεται στη λοκομοτίβα; Αυτός μήπως που σηματοδοτεί τις στάσεις των τραίνων; Αυτός που μεταφέρει τα τραίνα από τη μια γραμμή στην άλλη;

Σε ποιόν οφείλουμε το διατλαντικό τηλεγράφημα; Στο μηχανικό που διαβεβαίωνε πεισματικά ότι το τηλεγράφημα θα διαβίβαζε μηνύματα ενώ οι ηλεκτρολόγοι δήλωναν ότι κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατο; Μήπως στον Μόρυ, τον επιστήμονα ο οποίος συμβούλεψε ότι τα χοντρά καλώδια θα έπρεπε να αντικατασταθούν με άλλα τα οποία θα ήταν λεπτά σαν καλαμάκια; Ή στους εθελοντές οι οποίοι ήρθαν από το πουθενά και πέρασαν μέρες και νύχτες στη θάλασσα εξετάζοντας προσεκτικά το καλώδιο εκατοστό-εκατοστό βγάζοντας τα καρφιά που οι μέτοχοι των ατμοπλοϊκών εταιριών βλακωδώς κάρφωσαν στο μονωτικό κάλυμμα του καλωδίου καθιστώντας το έτσι άχρηστο;

Και σε μια ευρύτερη σφαίρα, αυτή της ζωής, με τις χαρές, τις λύπες και τα ατυχήματά της, δεν μπορεί ο καθένας από μας να φέρει στο μυαλό του κάποιον που του προσέφερε μια τόσο μεγάλη υπηρεσία ώστε να αγανακτήσουμε αν ακούγαμε κάποιον να προσπαθεί να εκτιμήσει το ισοδύναμο της σε χρήματα; Αυτή η υπηρεσία μπορεί να ήταν απλώς μια λέξη, μια λέξη που ειπώθηκε τη σωστή στιγμή, ή ακόμα θα μπορούσε να ήταν η αφοσίωση μηνών και χρόνων, και θα τολμήσουμε να εκτιμήσουμε αυτές τις ανυπολόγιστες υπηρεσίες με τη μορφή «εργατο-γραμματίων»;

«Η εργασία του καθενός μας!» Η ανθρώπινη κοινωνία όμως δε θα μπορούσε να υπάρξει για περισσότερο από δύο συναπτές γενιές αν ο καθένας μας δεν έδινε απείρως περισσότερα απ όσα του πληρώνονται υπό τη μορφή χρημάτων, επιταγών ή αστικών ανταμοιβών. Η φυλή αυτή θα εξαφανιστεί σύντομα αν οι μανάδες δεν θυσιάζουν τη ζωή τους για να προσέχουν τα παιδιά τους, αν οι άνδρες δε δίνουν όλο τους το χρόνο, χωρίς να ζητούν κάτι ισοδύναμο σε αντάλλαγμα, και αν δεν έδιναν σε αυτούς από τους οποίους δεν περιμένουν ανταμοιβή.

Εάν η κοινωνία της μεσαίας τάξης παρακμάζει, αν έχουμε μπει μέσα ε μια τυφλή αλέα απ’ όπου δε μπορούμε να αναδυθούμε στην επιφάνεια αν δεν επιτεθούμε στους θεσμούς του παρελθόντος με δαυλούς και με τσεκούρια, και αυτό συμβαίνει ακριβώς διότι έχουμε κάνει τόσους πολλούς υπολογισμούς. Συμβαίνει επειδή έχουμε αφεθεί και επηρεαστεί από το «δούναι μόνο για να λαβείν». Συμβαίνει επειδή προσπαθήσαμε να μετατρέψουμε την κοινωνία σε μία εμπορική εταιρία βασισμένη στη χρέωση και την αποπληρωμή.

Οι κολεκτιβιστές το γνωρίζουν αυτό. Κατανοούν αμυδρώς ότι η κοινωνία δε θα μπορούσε να επιβιώσει αν εκτελούσε την αρχή του «Ο καθένας ανάλογα με τα πρακτέα του». Θέτουν υπό αμφισβήτηση το ότι τα «απαραίτητα», και δε μιλάμε εδώ για τις ιδιότροπες επιθυμίες του καθενός μας, οι ανάγκες του ατόμου, ανταποκρίνονται πάντα στην «εργασία» του».

Έτσι ο Ντε Πεπε μας λέει: « Αυτή η αρχή, η οποία είναι καθαρά ατομικιστική , θα απαλυνόταν ωστόσο από κοινωνική παρέμβαση, για την εκπαίδευση των παιδιών και των νέων ανθρώπων (συμπεριλαμβανομένης της συντήρησης και της κατοικίας) και από την κοινωνική οργάνωση για τη βοήθεια των αδύναμων, των αρρώστων, για τις συντάξεις των ηλικιωμένων εργατών κ.λ.π.».

Κατανοούν ότι ένας άντρας στα 40 του, πατέρας τριών παιδιών, δεν έχει τις ίδιες ανάγκες με ένα νέο 20 χρονών. Γνωρίζουν ότι μία γυναίκα που βυζαίνει το βρέφος της, και μένει άγρυπνη δίπλα στην κούνια του, δεν μπορεί να δουλέψει όσο ένας άνδρας ο οποίος κοιμήθηκε ήρεμα. Φαίνεται ότι αντιλαμβάνονται το ότι άντρες και γυναίκες που έχουν εξαντληθεί από τη σκληρότητα της υπερβολικής εργασίας για την κοινωνία , μπορεί να μην είναι ικανοί να κάνουν τόση δουλεία όσο αυτοί που πέρασαν χαλαρά το χρόνο τους και τσέπωσαν τα «αγαθά» τους από προνομιούχο εργασία τους ως κρατικοί αξιωματούχοι.

Δείχνουν ζήλο στο να απαλύνουν την αρχή τους αυτή. Λένε : «Η κοινωνία δεν θα αποτύχει στο να μεγαλώσει τα παιδιά της και να βοηθήσει τους ηλικιωμένους και τους αρρώστους. Χωρίς αμφιβολία, οι ανάγκες θα είναι το μέτρο του κόστους με το οποίο η κοινωνία θα επιβαρύνει τον εαυτό της για να απαλύνει την αρχή των «πρακτέων»

Φιλανθρωπία, φιλανθρωπία, πάντοτε Χριστιανική φιλανθρωπία, οργανωμένη από το κράτος αυτή το φορά.

Πιστεύουν στη βελτίωση των ορφανοτροφείων, στη βελτίωση των συντάξεων των ηλικιωμένων και των αρρώστων, έτσι ώστε να απαλύνουν τη σκληρότητα της αρχής. Αλλά δεν μπορούν να βάλουν στο περιθώριο την ιδέα του «πληγώνουμε πρώτα και γιατρεύουμε ύστερα!»

Έτσι λοιπόν έχοντας απορρίψει τον Κομμουνισμό, έχοντας αντιμετωπίσει με ελαφρά τη καρδία τη φόρμουλα «Στον καθένα ανάλογα με τα πρακτέα του», αυτοί οι σπουδαίοι οικονομολόγοι ανακαλύπτουν ότι έχουν ξεχάσει κάτι, τις ανάγκες των πιο αποδοτικών, τις οποίες τώρα παραδέχονται. Μόνο που είναι ρόλος του κράτους να τις εκτιμήσει, ρόλος του κράτους να πιστοποιήσει αν οι ανάγκες είναι δυσανάλογες ως προς την εργασία.

Το κράτος θα διανέμει φιλανθρωπία σε μικρές δόσεις. Το πτωχοκομείο και ο νόμος περί φτώχειας στην Αγγλία δεν είναι παρά ένα βήμα προς αυτή την κατεύθυνση.

Δεν μπορεί να γίνει κάτι πέραν αυτού του βήματος, γιατί ακόμα και αυτή η μητριά κοινωνία εναντίον της οποίας έχουμε εξεγερθεί έχει επίσης αναγκαστεί να απαλύνει τις ατομικιστικές αρχές της. H ίδια έχει αναγκαστεί να κάνει παραχωρήσεις προς μια κομμουνιστική κατεύθυνση και υπό την ίδια μορφή φιλανθρωπίας.

Η ίδια επίσης μοιράζει γεύματα πείνας για να αποτρέψει το πλιάτσικο από τα μαγαζιά της, χτίζει νοσοκομεία, τα οποία συχνά είναι φρικτά, αλλά και που μερικές φορές είναι εξαίσια, για να αποτραπεί η ερήμωση της χώρας από τις κολλητικές ασθένειες. Η ίδια επίσης αφότου έχει πληρώσει τις ώρες εργασίας και τίποτα παραπάνω, περιθάλπει τα παιδία εκείνων που η ίδια έχει φροντίσει ώστε να τους καταντήσει ένα ράκος. Λαμβάνει υπ’ όψη της τις ανάγκες και μοιράζει φιλανθρωπία σε μικρές δόσεις,

Η φτώχεια έχουμε πει, αποτελεί την κύρια αιτία της ύπαρξης πλούτου. Ήταν η φτώχεια που δημιούργησε τον πρώτο καπιταλιστή. Γιατί προτού συγκεντρωθεί «υπεραξία» για την οποία τόσα πολλά έχουμε ακούσει, έπρεπε να υπάρξουν πρώτα κάποιοι δυστυχισμένοι οι οποίοι να είναι επαρκώς άποροι και να αναγκαστούν έτσι να πουλήσουν την εργασία τους ώστε να μην πεθάνουν της πείνας. Ήταν η φτώχεια που δημιούργησε τους καπιταλιστές. Και αν ο αριθμός των φτωχών αυξήθηκε αλματωδώς κατά το μεσαίωνα, αυτό οφείλεται στις εισβολές και τους πολέμους που ακολούθησαν την ίδρυση κρατών και στην αύξηση του πλούτου που ήρθε ως αποτέλεσμα της εκμετάλλευσης της Ανατολής , η οποία εκμετάλλευση έσκισε σε κομμάτια τους δεσμούς που κάποτε διατηρούσαν ενωμένες τις αγροτικές και τις αστικές κοινότητες, και τους έμαθε να ανακηρύσσουν την αρχή της μισθοδοσίας, η οποία είναι τόσο αγαπητή στους εκμεταλλευτές, αντί για την αλληλεγγύη την οποία πρώτα εφάρμοζαν.

Και πρόκειται δηλαδή αυτή η αρχή να πηγάσει από μια επανάσταση στην οποία ο κόσμος τολμάει να την αποκαλεί με το όνομα Σοσιαλιστική Επανάσταση, ένα όνομα τόσο πολύτιμο για τους λιμοκτονούντες, τους καταπιεσμένους και αυτούς που υποφέρουν;

Δε θα μπορούσε ποτέ να είναι έτσι Γιατί τη μέρα την οποία οι παλιοί θεσμοί θα καταρρεύσουν υπό τον προλεταριακό πέλεκυ, τα στόματά μας θα το βροντοφωνάξουν: «Ψωμί στέγη και ξεκούραση για όλους». Και οι φωνές αυτές θα εισακουστούν. Οι άνθρωποι θα πουν: «Ας ξεκινήσουμε κατευνάζοντας τη δίψα μας για ζωή, ευτυχία ελευθερία, την οποία ποτέ δεν ικανοποιήσαμε μέχρι τώρα». Και όταν πλέον θα έχουμε γευτεί αυτή τη χαρά, θα στρωθούμε στη δουλειά για να κατεδαφίσουμε και τα τελευταία υπολείμματα κυριαρχίας της μεσαίας τάξης, όπως την ηθική της η οποία χαράσσεται με βάση τα λογιστικά βιβλία, τη φιλοσοφία της χρέωσης και της αποπληρωμής, και το κατεστημένο του «δικό σου» και «δικό μου». «Κατεδαφίζοντας θα οικοδομούμε» όπως είπε σχετικά ο Προυντόν. Και θα οικοδομούμε εις το όνομα του Κομμουνισμού και της Αναρχίας.

Comments Off on Η κατάκτηση του ψωμιού Κεφάλαιο 13: Το μισθολογικό σύστημα του κολλεκτιβισμού

Peter Kropotkin

Η κατάκτηση του ψωμιού

Κεφάλαιο 12: Αντιρρήσεις

Ι

Ας εξετάσουμε τώρα τις κύριες αντιρρήσεις εναντίον του κομμουνισμού. Οι περισσότερες είναι φανερά αποτέλεσμα μιας απλής παρανόησης, αλλά μερικές θέτουν σημαντικά ερωτήματα και αξίζουν την προσοχή μας.

Δεν πρόκειται να απαντήσουμε {ν’ ασχοληθούμε με απαντήσεις} στις αντιρρήσεις εναντίον του εξουσιαστικού κομμουνισμού: και μεις τις συμμεριζόμαστε. Τα πολιτισμένα έθνη έχουν παραυποφέρει στην μακριά, σκληρή μάχη προς την ατομική ελευθερία, για να απαρνηθούν το μόχθο του παρελθόντος και να ανεχτούν μια κυβέρνηση που θα ήταν και στο παραμικρό αισθητή στην καθημερινή ζωή του πολίτη, ακόμα κι αν αυτή η κυβέρνηση δεν θά’ χε άλλο σκοπό παρά το συλλογικό καλό {το καλό της κοινότητας}. Αν κάποτε μια εξουσιαστική [authoritarian, autoritaire] σοσιαλιστική κυβέρνηση κατάφερνε να εγκαθιδρυθεί, δεν θα διαρκούσε πολύ· γενική {γενικευμένη} δυσαρέσκεια σύντομα θα την ανάγκαζε είτε να διαλυθεί, είτε να αναδιοργανωθεί επί ελευθεριακών αρχών.

Πρόκειται λοιπόν να ασχοληθούμε με την αναρχοκομμουνιστική κοινωνία, μια κοινωνία που αναγνωρίζει την απόλυτη ελευθερία το ατόμου, που δεν δέχεται καμία εξουσία, και δεν χρησιμοποιεί κανένα καταναγκασμό για να κάνει τους ανθρώπους αν δουλέψουν. Περιορίζοντας την μελέτη μας στην οικονομική πλευρά του προβλήματος, ας εξετάσουμε αν μια τέτοια κοινωνία, αποτελούμενη από ανθρώπους όπως είναι σήμερα, ούτε καλύτερους ούτε χειρότερους, ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο εργατικούς, έχει καμιά πιθανότητα επιτυχούς εξέλιξης.

Η αντίρρηση είναι γνωστή. “Αν η επιβίωση όλων είναι εξασφαλισμένη, και αν η ανάγκη να κερδίσει το μισθό του δεν αναγκάζει τον άνθρωπο να εργασθεί, κανείς δεν θα δουλεύει. Ο καθένας θα αφήνει για το διπλανό του την εργασία που δεν είναι υποχρεωμένος να φέρει εις πέρας.” Κατ’ αρχήν ας παρατηρήσουμε την ελαφρότητα με την οποία μια τέτοια αντίρρηση τίθεται, χωρίς να παίρνεται υπ’ όψην ότι, στην πραγματικότητα η ερώτηση είναι από τη μια μεριά, αν κάποιος πετυχαίνει αποτελεσματικά το σκοπό του με μισθωτή εργασία και από την άλλη, αν η εθελοντική εργασία δεν είναι ήδη, ακόμα και σήμερα πιο αποτελεσματική από την δουλειά που παρακινείται από μισθούς [stimulated by wages,stimulé par le salaire]. Μια ερώτηση που θα απαιτούσε βαθύτατη μελέτη. Αλλά ενώ στις θετικές επιστήμες κάποιος θα εκφράσει τις απόψεις του -επί θεμάτων απείρως απλούστερων και ασημαντότερων- μετά από σοβαρή έρευνα, μετά από προσεκτική συλλογή και επεξεργασία δεδομένων, επί του παρόντος θέματος θα εκδώσει απόφαση, χωρίς τη δυνατότητα έφεσης, αρκούμενος στην αντιπαράθεση ενός μόνο γεγονότος, για παράδειγμα την αποτυχία των κομμουνιστικών κοινοτήτων στην Αμερική. Ενεργούν σαν το δικηγόρο, ο οποίος δεν βλέπει τον αντίπαλο συνήγορο σαν τον υπερασπιστή ενός σκοπού, ή μιας διαφορετικής άποψης, αλλά απλά σαν αντίπαλο σε μια ρητορική διαμάχη· αν ευτυχίσει και βρει κάποιο αντίλογο, δεν ενδιαφέρεται για την παραπέρα δικαιολόγηση της άποψής του. Έτσι αυτή η ουσιαστική βάση της πολιτικής οικονομίας, η μελέτη των ποιο ευνοϊκών συνθηκών που θα δώσουν στην κοινωνία τη μεγαλύτερη ποσότητα ωφέλιμων προϊόντων με τη λιγότερη σπατάλη ανθρώπινης προσπάθειας, δεν αναπτύσσεται.

Το πιο εντυπωσιακό σημείο αυτής της ελαφρότητας είναι ότι και στην ίδια την καπιταλιστική πολιτική οικονομία υπάρχουν μερικοί συγγραφείς που αναγκάζονται από τα γεγονότα να αμφισβητήσουν το αξίωμα που θέσανε οι ιδρυτές {θεμελιωτές} της επιστήμης τους, ότι δηλαδή η απειλή της πείνας είναι το καλύτερο κίνητρο {διεγερτικό} για δημιουργική εργασία. Αρχίζουν να διακρίνουν ότι κατά την παραγωγή εισάγεται κάποιο συλλογικό στοιχείο το οποίο, αν και τελείως αγνοημένο έως σήμερα, μπορεί να είναι πιο σημαντικό από το προσωπικό όφελος. Η κατώτερη ποιότητα της μισθωτής εργασίας, η τρομερή δαπάνη ανθρώπινου μόχθου στη σύγχρονη γεωργική και βιομηχανική εργασία, η συνεχώς αυξανόμενη ποσότητα των ηδονιστών [pleasure-seekers, jouisseurs], που σήμερα φορτώνουν το φορτίο τους στους ώμους των άλλων, η έλλειψη κάθε κεφιού για δουλειά που γίνεται όλο και πιο φανερή· όλα αυτά αρχίζουν να απασχολούν τους οικονομολόγους της “κλασσικής” σχολής. Κάποιοι εξ’ αυτών αναρωτιούνται μήπως και βρίσκονται σε λάθος μονοπάτι: αν αυτό το φανταστικό ων, πρωτοτυπικά πονηρό[idéalisé en laid], που υποκινείται μόνο από το δόλωμα του μισθού, πραγματικά υπάρχει. Αυτή η αίρεση έχει διεισδύσει ακόμα και στα πανεπιστήμια: μπορεί να βρεθεί σε βιβλία ορθόδοξης οικονομίας. Αυτό δεν εμποδίζει πολλούς ρεφορμιστές σοσιαλιστές να παραμένουν οπαδοί της ατομικής αμοιβής, και να υπερασπίζουν την ακρόπολη του ημερομισθίου [wagedom, salariat] παρόλο που παραδίνεται, λιθάρι το λιθάρι στους πολιορκητές από τους πρώην υπερασπιστές της.

Φοβούνται ότι χωρίς καταναγκασμό οι μάζες δεν θα δουλεύουν.

Αλλά μήπως δεν έχουμε ήδη ακούσει- δυο φορές κατά τη διάρκεια της ζωής μας, να εκφράζονται οι ίδιοι φόβοι; από τους εναντιώμενους την κατάργηση της δουλείας {αντι-αμπολισιονιστές} στις ΗΠΑ πριν την απελευθέρωση των νέγρων και από την αριστοκρατία της Ρωσίας πριν την απελευθέρωση των δουλοπάροικων {κολίγων}[serfs]; “Χωρίς μαστίγιο, ο νέγρος δεν δουλεύει” λέγανε οι αντι-αμπολισιονιστές. “Δίχως την επίβλεψη του κυρίου τους οι δουλοπάροικοι θ’ αφήσουν τη γη ακαλλιέργητη¨ έλεγαν οι Ρώσοι τσιφλικάδες[Russian serf-owners, boyards russes]. Ήταν το ρεφραίν του Γάλου αριστοκράτη το 1879, το ρεφραίν του Μεσαίωνα, ένα ρεφραίν τόσο παλιό όσο και ο κόσμος, και θα τ΄ ακούμε κάθε φορά που θα ζητάμε την εξάλειψη μιας αδικίας. Και κάθε φορά τα γεγονότα θα το διαψεύδουν. Ο απελευθερωμένος χωρικός του 1792 όργωνε με μια άγρια ενεργητικότητα άγνωστη στους προγόνους του, ο ελευθερωμένος νέγρος δουλεύει περισσότερο από τους γονείς του, κι ο Ρώσος χωρικός, αφού ετίμησε τον μήνα του μέλιτός της απελευθέρωσής του με το να γιορτάζει ως ιερή και την Παρασκευή και όχι μόνο την Κυριακή, έχει πιάσει δουλειά με όλο και περισσότερη όρεξη καθώς η απελευθέρωσή του προχωρεί όλο και περισσότερο. Εκεί που η γη του ανήκει, δουλεύει πιο αμείλικτα [avec acharnement] -αυτή είναι η κατάλληλη λέξη [c’est le mot]. Το ρεφραίν του αντι-αμπολισιονιστή είναι χρήσιμο στον ιδιοκτήτη των σκλάβων, όσο για τους ίδιους τους σκλάβους, αυτοί ξέρουν τι αξίζει μιας και ξέρουν τα κίνητρά του.

Επιπλέον, ποιος, εκτός των οικονομολόγων, μας δίδαξε ότι αν η εργασία ενός μισθωτού του είναι αδιάφορη, εντατική και παραγωγική δουλειά μπορεί να επιτευχθεί μόνο από κάποιον που βλέπει την περιουσία του να αυξάνεται εν αναλογία με την προσπάθειά του; Όλοι οι ύμνοι που ψάλονται προς τιμήν της ιδιωτικής περιουσίας μπορούν να αναχθούν σ’ αυτό το αξίωμα.

Επειδή -είναι αξιοσημείωτο- όταν οι οικονομολόγοι θέλοντας να υμνήσουν τις ευλογίες[blessings, bienfaits] της ιδιωτικής περιουσίας, μας δείχνουν πως το στέρφο, ελώδες, ή πετρώδες έδαφος καλύπτεται από πλούσια σοδειά όταν καλλιεργηθεί από το χωρικό ιδιοκτήτη του, επ΄ ουδενί δεν αποδεικνύουν τη θέση τους υπέρ της ιδιωτικής περιουσίας. Με το να παραδέχονται ότι η μοναδική εγγύηση για να μην ληστευθεί κάποιος από τα αποτελέσματα της δουλειάς του είναι η κατοχή των μέσων της εργασίας του -κάτι που είναι αλήθεια- οι οικονομολόγοι αποδεικνύουν μόνο ότι ο άνθρωπος παράγει περισσότερο όταν δουλεύει εν πλήρη ελευθερία, όταν έχει μια κάποια επιλογή επί των ασχολιών του {σχετικά με το τι θ’ ασχοληθεί}, όταν δεν έχει επιστάτες να μπαίνουν στα πόδια του, και τέλος, όταν βλέπει ότι η δουλειά του φέρνει όφελος {κέρδος} στον ίδιο και σ΄ άλλους που δουλεύουν σαν κι αυτόν, και όχι σε αργόσχολους. Αυτό είναι όλο που προκύπτει από τα επιχειρήματά τους, κι αυτό λέμε και μεις.

Όσον αφορά δε τη μορφή κατοχής των μέσων της εργασίας τους, την αναφέρουν μόνο παρεπειμπτόντως στην απόδειξή τους, σα μια εγγύηση στον καλλιεργητή ότι δεν θα ληστευθεί από τα οφέλη -ή από τις βελτιώσεις- του προϊόντος του. Επίσης αφού υποστηρίζουν την ιδιωτική περιουσία σε αντιδιαστολή με άλλες μορφές κατοχής, δεν θα ‘πρεπε οι οικονομολόγοι να δείξουν επιπλέον και ότι επί συλλογικής κατοχής {κοινοκτημοσύνης} η γη ποτέ δεν παράγει τόσο πλούσια σοδιά όσο επί ιδιωτικής κατοχής; Αλλά αυτό δεν ισχύει· στην πραγματικότητα το αντίθετο έχει παρατηρηθεί.

Πάρτε για παράδειγμα μια κομμούνα στο καντόνι του Βωντ (Vaud) κατά τη διάρκεια του χειμώνα, όταν όλοι οι άνδρες του χωριού πάνε να κόψουν ξύλα στο δάσος που ανήκει σε όλους τους. Ακριβώς κατά τη διάρκεια αυτής της γιορτής της δουλειάς [festivals of toil, fêtes du travail] βλέπει κανείς το μεγαλύτερο πάθος για δουλειά και επίδειξη ανθρώπινης δύναμης. Κανένας έμμισθος μόχθος και καμιά προσπάθεια προσωπικού ιδιοκτήτη μπορεί να αντέξει τη σύγκριση.

Ή ας πάρουμε ένα ρωσικό χωριό, όταν όλοι οι κάτοικοι μαζί θερίζουν το χωράφι που ανήκει στην κομμούνα ή που απλά εκμεταλλεύεται απ’ αυτήν. Εκεί βλέπει κανείς τι μπορεί να παράγει ο άνθρωπος όταν δουλεύει από κοινού σ’ ένα συλλογικό έργο. Σύντροφοι συναγωνίζονται ποιος θα καθαρίσει το μεγαλύτερο κομμάτι· οι δε γυναίκες στο πόδι τους ανασκουμπώνονται ώστε να μην μείνουν πίσω από τους θεριστές. Είναι μια γιορτή δουλείας όπου εκατό άνθρωποι παράγουν σε μερικές ώρες έργο που θα ‘περνε μέρες αν δούλευε ο καθένας ξεχωριστά. Πόσο θλιβερή φαίνετε η δουλειά του μεμονωμένου ιδιοκτήτη εν συγκρίσει!

Τέλος, θα μπορούσαμε να δώσουμε χιλιάδες παραδείγματα από τους πιονιέρους [pioneers] της Αμερικής, από την Ελβετία, Γερμανία, Ρωσία και μερικά χωριά στην Γαλλία· η δουλειά των ρωσικών ουλαμών [gangs,escouades] (artels) όπου χτίστες, ξυλουργοί, βαρκάρηδες, ψαράδες, κτλ, που αναλαμβάνουν μια δουλειά συλλογικά και μοιράζουν το αποτέλεσμα χωρίς τη μεσολάβηση των μεσαζόντων. Θα μπορούσαμε επίσης να αναφέρουμε τα μεγάλα ομαδικά κυνήγια των νομαδικών φυλών, και ένα άπειρο αριθμό από πετυχημένες συλλογικές επιχειρήσεις. Και σε κάθε περίπτωση θα φαινόταν η αδιαμφισβήτητη ανωτερότητα της συλλογικής εργασίας έναντι αυτής που γίνεται για το μεροκάματο ή του μεμονωμένου ιδιοκτήτη.

Το ευ ζην [well-being, bien-être], δηλαδή η ικανοποίηση των φυσικών, καλλιτεχνικών και ηθικών αναγκών και η εγγύηση αυτής της ικανοποίησης είναι ανέκαθεν το πιο δυνατό κίνητρο για δουλειά. Κι ενώ ο μισθωτός παράγει τα απολύτως αναγκαία με δυσκολία, ένας ελεύθερος εργαζόμενος, βλέποντας μεγαλύτερη άνεση και πολυτέλεια για τον εαυτό του και τους άλλους σαν το αποτέλεσμα της δουλειάς του, επενδύει πολλή μεγαλύτερη ενέργεια και εφευρετικότητα, με αποτέλεσμα να παράγει προϊόντα πρώτης τάξης εν αφθονία. Ο ένας νοιώθει καθηλωμένος στη μιζέρια, ο άλλος ελπίζει σε ένα πολυτελές και άνετο μέλλον. Εκεί βρίσκεται όλο το μυστικό. Επομένως μια κοινωνία που αποσκοπεί στο ευ ζην όλων των μελών της και στην δυνατότητα όλων να απολαμβάνουν τη ζωή σ’ όλες τις εκδηλώσεις της, θα προσφέρει εθελοντική εργασία που είναι απείρως ανώτερη και πιο παραγωγική από οτιδήποτε έχει παραχθεί μέχρι τώρα υπό το ζυγό της σκλαβιάς, της δουλοπαροικίας, ή της έμμισθης εργασίας[wagedom, salariat].
ΙΙ

Σήμερα, όποιος μπορεί να φορτώσει στους άλλους το δικό του μερίδιο εργασίας αναγκαίας για την επιβίωση, το κάνει και είναι γενικά αποδεκτό ότι πάντα θα είναι έτσι.

Τώρα, η εργασία αναγκαία για την επιβίωση είναι ουσιαστικά χειρωνακτική. Μπορεί να είμαστε καλλιτέχνες ή επιστήμονες, αλλά κανείς μας δεν μπορεί να κάνει χωρίς πράγματα που παράγονται με χειρωνακτική εργασία, -ψωμί, ρούχα, δρόμοι, πλοία, φως, θερμότητα, κτλ. Επιπλέον, όσο υψηλά καλλιτεχνικές ή λεπτά μεταφυσικές [highly artistic subtly metaphysical, hautement artistiques subtilement métaphysiques] και να είναι οι απολαύσεις μας, όλες τους εξαρτούνται από τη χειρωνακτική εργασία. Και είναι ακριβώς αυτήν την εργασία -θεμέλιο της ζωής- που ο καθένας προσπαθεί να αποφύγει.

Κατανοούμαι απολύτως ότι έτσι πρέπει να είναι σήμερα.

Γιατί σήμερα, το να κάνεις χειρωνακτική δουλειά στην πραγματικότητα σημαίνει να κλειστείς για δέκα με δώδεκα ώρες σ’ ένα ανθυγιεινό εργαστήρι, και να είσαι καθηλωμένος στην ίδια δουλειά για είκοσι ή τριάντα χρόνια μπορεί και για όλη σου τη ζωή.

Σημαίνει να είσαι καταδικασμένος σ΄ ένα πενιχρό μισθό, στην αβεβαιότητα του αύριο, την ανεργία, συχνά στην ένδεια [destitution,misère], συχνότερα σε θάνατο στο νοσοκομείο, μετά από σαράντα χρόνια που δούλεψες για να ταΐσεις, ντύσεις, ψυχαγωγήσεις και να διδάξεις άλλους εκτός από τον εαυτό σου και τα παιδιά σου.

Σημαίνει να φέρεις τη στάμπα της κατωτερότητας όλη σου τη ζωή, γιατί, ότι και να μας λένε οι πολιτικοί, όποιος εκτελεί χειρωνακτική εργασία θεωρείται πάντα κατώτερος αυτού που εκτελεί πνευματική εργασία, κι αυτός που έχει μοχθήσει δέκα ώρες στο εργαστήρι δεν έχει το χρόνο, κι ακόμα λιγότερο τα μέσα, να προσφέρει στον εαυτό του τις υψηλές απολαύσεις της τέχνης και της επιστήμης, ούτε καν να μάθει να τις εκτιμά· πρέπει να είναι ευχαριστημένος με τα ψίχουλα που πέφτουν από το τραπέζι των προνομιούχων.

Κατανοούμε ότι υπό αυτές τις συνθήκες η χειρωνακτική εργασία θεωρείται κατάρα.

Κατανοούμε ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν ένα όνειρο: να καταφέρουν, αυτοί ή τα παιδιά τους να ξεφύγουν απ’ αυτή την κατώτερη κατάσταση· να δημιουργήσουν για τον εαυτό τους μια ¨ανεξάρτητη¨ θέση, που πάει να πει, να ζούνε κι ίδιοι από τον κόπο άλλων!

Όσο υπάρχει μια τάξη εργαζόμενων σε χειρωνακτικές εργασίες {εργατών} και μια τάξη εργαζόμενων σε πνευματικές εργασίες {“εργατών” του πνεύματος, μαύρα χέρια και άσπρα χέρια, έτσι θα’ ναι τα πράγματα.

Πράγματι, τι ενδιαφέρον μπορεί αυτή η καταθλιπτική δουλειά να έχει για τον εργάτη, όταν αυτός ξέρει ότι από την κούνια μέχρι τον τάφο τον περιμένει μια ζωή μετριότητας, φτώχειας και ανασφάλειας για το αύριο; Επομένως, όταν βλέπουμε την συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων να ξεκινάνε την άθλια δουλειά τους κάθε πρωί, ξαφνιαζόμαστε από την επιμονή τους, από την όρεξή τους για δουλειά, από τη συνήθεια που τους επιτρέπει να διάγουν μια μίζερη ζωή χωρίς ελπίδα για το αύριο, σαν μηχανές που τυφλά εκτελούν οδηγίες, χωρίς να προσβλέπουν, έστω και αμυδρά, ότι κάποια μέρα αυτοί ή τουλάχιστον τα παιδιά τους, θα συμμετέχουν σε μια ανθρωπότητα πλούσια με τους θησαυρούς της άφθονης φύσης, με όλες τις απολαύσεις της γνώσης, της επιστημονικής ή καλλιτεχνικής δημιουργίας, που σήμερα μόνο λίγοι προνομιούχοι μπορούν να απολαύσουν.

Ακριβώς για να εξαλείψουμε αυτό το διαχωρισμό μεταξύ χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας, θέλουμε να καταργήσουμε την μισθωτή εργασία[wagedom], γι αυτό επιδιώκουμε την Κοινωνική Επανάσταση. Τότε η δουλειά δεν θά ‘ναι πια κατάρα: θα γίνει αυτό που θα έπρεπε να είναι – η ελεύθερη εξάσκηση όλων των ανθρώπινων δυνατοτήτων [faculties of man, facultés de l’ homme].

Επιπλέον, καιρός είναι να κάνουμε μια σοβαρή ανάλυση του εξής μύθου: υποτίθεται ότι ανώτερη δουλειά μπορεί να παραχθεί μόνο κάτω από το βούρδουλα της μισθωτής εργασίας.

Για να συλλάβετε την τεράστια σπατάλη ανθρώπινης ενέργειας χαρακτηριστική της σύγχρονης βιομηχανίας αρκεί να επισκεφτείτε ένα εργοστάσιο, όχι ένα πρότυπο εργοστάσιο ή εργαστήρι που βρίσκουμε καμιά φορά καθ΄ εξαίρεση, αλλά ένα συνηθισμένο εργοστάσιο. Για κάθε λίγο-πολύ ορθολογικά οργανωμένο εργοστάσιο, υπάρχουν παραπάνω από εκατό που χαραμίζουν τον ανθρώπινο μόχθο χωρίς κανένα ουσιαστικό λόγο πέρα του να αυξήσουν κατά μερικούς οβολούς το ημερήσιο εισόδημα του εργοδότη.

Εδώ θα δείτε, νεαρούς μεταξύ είκοσι και εικοσιπέντε χρονών, να κάθονται όλη μέρα σ’ ένα πάγκο, με καμπουριασμένους ώμους [their chests sunken in, la poitrine renfoncée], κουνώντας πυρετωδώς το κεφάλι και το κορμί για να δέσουν, με ταχύτητα ταχυδακτυλουργού, τις άκρες από μικρά ευτελή κομμάτια μπαμπακιού, τ΄ απομεινάρια του αγαλειού [Σ.τ.μ. εδώ θέλει πιο πολύ δουλειά]. Τι απογόνους θα κληροδοτήσουν στη χώρα τους αυτά τα τρεμάμενα ετοιμόροπα κορμιά; “Μα πιάνουν τόσο λίγο τόπο στο εργοστάσιο, και καθένας τους φέρνει ένα τάλιρο[sixpence,cinquante centimes] τη μέρα”, θα πει ο εργοδότης.

Σε ένα τεράστιο εργοστάσιο του Λονδίνου θα μπορούσατε να δείτε κοπελιές, φαλακρές από τα δεκαεφτά τους από τους δίσκους με σπίρτα που κουβαλάνε στο κεφάλι τους από δωμάτιο σε δωμάτιο του εργοστασίου, τη στιγμή που μια απλούστατη μηχανή θα μπορούσε να κυλήσει τα σπίρτα στο τραπέζι τους. Αλλά … είναι τόσο φτηνή η δουλειά των ανειδίκευτων γυναικών! Τι να την κάνουν τη μηχανή; όταν οι κοπελίτσες δεν μπορούν να δουλέψουν άλλο, είναι τόσο εύκολο να αντικατασταθούν … υπάρχουν τόσο πολλές στο δρόμο.

Στα σκαλιά μια έπαυλης {ενός αρχοντικού} μια παγερή νύχτα θα βρείτε ένα ξυπόλητο παιδί να κοιμάται αγκαλιά με ένα δεμάτι εφημερίδες … η παιδική εργασία είναι τόσο φτηνή ώστε είναι πιθανόν να προσλαμβάνεται κάθε βράδυ, για να πουλάει εφημερίδες ένα φράγκο τη μία, εκ του οποίου το κακόμοιρο αγόρι θα παίρνει μια με μιάμιση δεκάρα. Τέλος, μπορεί να δείτε ένα γεροδεμένο άντρα να τριγυρνά με κρεμάμενα χέρια· είναι άνεργος μήνες τώρα. Εν τω μεταξύ η κόρη του χλωμαίνει ολοένα και περισσότερο από τις αναθυμιάσεις της βιοτεχνίας κατασκευής ενδυμάτων, και ο γιος του γεμίζει με τα χέρια του κουτιά με βερνίκι ή περιμένει με τις ώρες σε μια γωνιά ώσπου κάποιος περαστικός να του επιτρέψει να κερδίσει δυο δεκάρες.

Και έτσι είναι παντού, από το Σαν Φρανσίσκο στη Μόσχα, κι από τη Νάπολη στη Στοκχόλμη. Η σπατάλη της ανθρώπινης ενέργειας είναι το διακριτικό{ορίζον} χαρακτηριστικό της βιομηχανίας – για να μην αναφέρουμε το εμπόριο όπου αποκτά ακόμη πιο κολοσσιαίες διατάσεις.

Τι θλιβερή σάτιρα αυτό το όνομα, πολιτική οικονομία, να δίνεται στην επιστήμη της κατασπατάλησης της ανθρώπινης ενέργειας κάτω από το σύστημα της μισθωτής εργασίας.

Αλλά αυτό δεν είναι όλο. Αν μιλήσετε στον διευθυντή ενός καλά οργανωμένου εργοστασίου, θα σας εξηγήσει με αφέλεια πόσο δύσκολο είναι στις μέρες μας να βρεθεί ένας επιτήδειος, ζωηρός και ενεργητικός εργάτης που θα δουλεύει με όρεξη. “Αν ένας τέτοιος άνθρωπος παρουσιαζότανε ανάμεσα στους είκοσι τριάντα που έρχονται κάθε Δευτέρα και ζητούνε δουλειά, σίγουρα θα τον προσλαμβάναμε, ακόμα κι αν είμαστε σε περίοδο μείωσης του προσωπικού. Θα τον αναγνωρίζαμε με την πρώτη ματιά και θα είναι πάντα ευπρόσδεκτος, ακόμα κι αν θα αναγκαστούμε να απολύσουμε κάποιον γεροντότερο και λιγότερο ενεργό εργάτη την άλλη μέρα.” Και αυτός που μόλις έλαβε την ειδοποίηση απόλυσης, κι αυτοί που θα την λάβουν αύριο, θα ενισχύσουν τον τεράστιο εν εφεδρεία στρατό του κεφαλαίου – άνεργοι εργάτες- που καλούνται στον αργαλειό ή στον πάγκο μόνο όταν υπάρχει φόρτος εργασίας [pressure of work, moments de presse] ή για να σπάσουν μια απεργία. Και τι γίνεται με τους άλλους εργάτες, που είναι στο μέσο όρο και απορρίπτονται από τα πρώτης τάξης εργοστάσια; Αυτοί κατατάσσονται στον εξίσου τρομερό στρατό των αδιάφορων εργατών που συνεχώς ανακυκλώνονται μεταξύ των εργοστασίων δεύτερης τάξης- αυτών που μόλις βγάζουν τα έξοδά τους και πορεύονται στον κόσμο με κόλπα και παγίδες για τον αγοραστή, ειδικά για τον καταναλωτή σε μακρινές χώρες.

Και αν μιλήσετε με τους εργάτες, σύντομα θ’ ανακαλύψετε ότι ο κανόνας σ’ αυτά τα εργοστάσια είναι- ποτέ μη δουλεύεις όσο μπορείς. “Σκάρτος μισθός – σκάρτη δουλειά!” αυτή είναι η συμβουλή που δίνουν στον εργάτη οι σύντροφοι του με το που μπαίνει στο εργοστάσιο.

Γιατί οι εργάτες ξέρουν ότι αν σε μια στιγμή γενναιοδωρίας ενδώσουν στις ικεσίες του εργοδότη και συμφωνήσουν να εντατικοποιήσουν τη δουλειά τους για να ανταπεξέλθουν σε μια πιεστική παραγγελιά, τότε αυτή η νευρώδης εργασία θα απαιτείται στο μέλλον σαν κανόνας στην κλίμακα των μισθών [scale of wages, l’échelle des salaires]. Επομένως σε τέτοια εργοστάσια προτιμούν να μην παράγουν ποτέ όσο μπορούν. Σε ορισμένα εργοστάσια η παραγωγή κρατιέται χαμηλά ούτως ώστε οι τιμές να διατηρηθούν υψηλές, και μερικές φορές περνιέται το σύνθημα πονηρά, που σημαίνει, “Κακή δουλειά για κακή πληρωμή”.

Η μισθωτή εργασία είναι δουλοπαροικία [serf-work,labeur de serf]· δεν μπορεί, δεν πρέπει να παράγει όλα όσα μπορεί να παράγει. Και είναι καιρός να ξεμπερδέψουμε με το μύθο που παρουσιάζει το μισθό σαν το καλύτερο κίνητρο προς παραγωγική εργασία. Αν σήμερα η βιομηχανία παράγει το εκατονταπλάσιο από την εποχή των παππούδων μας, αυτό οφείλεται στο ξαφνικό ξύπνημα των φυσικοχημικών επιστημών κατά το τέλος του τελευταίου αιώνα [Σ.τ.μ. του 19ου]· δεν επιτεύχθηκε εξαιτίας της καπιταλιστική οργάνωση της μισθωτής εργασίας, αλλά παρά την ύπαρξη αυτής της οργάνωσης.
ΙΙΙ

Όσοι έχουν σοβαρά εξετάσει το Θέμα δεν αρνούνται κανένα από τα πλεονεκτήματα του κομμουνισμού, υπό την προϋπόθεση εννοείτε, ότι είναι τελείως ελεύθερος, δηλαδή αναρχικός. Αναγνωρίζουν ότι κάθε εργασία πληρωμένη με χρήματα, έστω κι αν είναι μεταμφιεσμένα σε “κουπόνια” [“labour notes”,”bons”] που θα καταβάλλονται στις εργατικές ενώσεις από το κράτος, θα κρατούσε τα χαρακτηριστικά της μισθωτής εργασίας και συνεπώς θα διατηρούσε τα μειονεκτήματα της μισθωτής εργασίας. Συμφωνούν ότι το όλο σύστημα σύντομα θα υπέφερε τις συνέπειες, ακόμα κι αν η κοινωνία κατείχε τα μέσα παραγωγής. Και παραδέχονται ότι, χάρη στην ολοκληρωμένη παιδεία που θα παρέχεται σ΄ όλα τα παιδιά, για τις εργασιακές συνήθειες [laborious habits,habitudes laborieuses] των πολιτισμένων κοινωνιών, μαζί με την ελευθερία να διαλέγεις και να αλλάζεις την ασχολία σου και τα θέλγητρα [attractions,l’attrait] της εργασίας μεταξύ ίσων προς όφελος όλων{κοινό καλό}, μια κομμουνιστική κοινωνία σύντομα θα τριπλασίαζε, θα δεκαπλασίαζε, τη γονιμότητα του εδάφους και θα ‘δεινε ένα νέο παλμό στην βιομηχανία.

Μέχρι εδώ οι αντίπαλοί μας συμφωνούν. “Αλλά ο κίνδυνος” , λένε, “θα ‘ρθει από τη μειοψηφία των λουφατζήδων που δε θα δουλεύουν, και δεν θά’χουν τακτικό και συνεπές ωράριο [regular habits, n’y apporteront pas de régularité et d’esprit de suite], παρόλο που θα υπάρχουν όλες οι συνθήκες για ευχάριστη δουλειά. Σήμερα ο φόβος της πείνας αναγκάζει τους πιο αντιδραστικούς να κινούνται μαζί με τους άλλους. Όποιος δεν έρχεται στην ώρα του απολύεται. Αλλά ένα μαύρο πρόβατο αρκεί για να διαφθείρει όλο το κοπάδι, και δυο τρεις τεμπέληδες ή αντιδραστικοί εργάτες θα αποπλανήσουν τους υπόλοιπους και θα φέρουν στο εργοστάσιο ένα πνεύμα ανοργανωσιάς και εξέγερσης που θα κάνει αδύνατη τη δουλειά· έτσι στο τέλος θα αναγκαστούμε σ’ ένα σύστημα καταναγκασμού που θα αναγκάσει τους υποκινητές να ξαναμπούν στη γραμμή. Και δεν είναι το σύστημα της πληρωμής ανάλογα με την ποσότητα της δουλειάς, το μοναδικό που επιτρέπει καταναγκασμό χωρίς να πληγώνει τα αισθήματα του εργαζόμενου; Γιατί όλα τα άλλα μέσα θα συνεπάγονταν τη συνεχή παρέμβαση της εξουσίας, πράγμα αποκρουστικό για ένα ελεύθερο άνθρωπο.” Αυτή πιστεύουμε πως είναι η αντίρρηση σε όλη της την ισχύ.

Αυτή η αντίρρηση ανήκει στην κατηγορία των επιχειρημάτων που προσπαθεί να δικαιολογήσει το κράτος, το ποινικό δίκαιο, το δικαστή και το δεσμοφύλακα.

“Καθώς υπάρχουν άνθρωποι, μια ασθενική μειονότητα [feeble minority, faible minorité] που δεν παραδίδονται στα κοινωνικά ήθη” λένε οι εξουσιαστικοί, “πρέπει να διατηρήσουμε το κράτος, την εξουσία, τα δικαστήρια και τις φυλακές, παρόλο που που απ’ αυτούς τους θεσμούς πηγάζουν κάθε είδους καινούρια κακά.”

Επομένως είμαστε υποχρεωμένοι να επαναλάβουμε ότι έχουμε τόσο συχνά πει σχετικά με την εξουσία γενικώς: “Για να αποφύγετε ένα πιθανό κακό έχετε καταφύγει σε μέσα που από μόνα τους αποτελούν μεγαλύτερο κακό, και τελικά προξενούν το κακό που θέλετε να διορθώσετε. Διότι, μην ξεχνάτε ότι είναι η μισθωτή εργασία, η αδυναμία {μη δυνατότητα}[impossibility, l’impossibilité] να ζήσει κανείς μ’ άλλο τρόπο παρά να πουλάει τη δουλειά του, που έχει δημιουργήσει το καπιταλιστικό σύστημα, τις αμαρτίες του οποίου μόλις έχετε αρχίσει να αναγνωρίζετε.”

Θα μπορούσαμε επίσης να επισημάνουμε ότι αυτός ο εξουσιαστικός τρόπος σκέψης δεν είναι παρά μια απολογία [plaidoyer] για να δικαιολογήσει τα κακά του υπάρχοντος συστήματος. Η μισθωτή εργασία δεν εισήχθηκε για να διορθώσει τα μειονεκτήματα του κομμουνισμού· η καταγωγή της όπως και η καταγωγή του κράτους και της ιδιωτικής περιουσίας, είναι άλλη. Γεννήθηκε από τη βίαιη επιβολή της δουλείας και της δουλοπαροικίας και απλά φοράει σύγχρονη ενδυμασία. Συνεπώς αυτό το επιχείρημα δεν έχει περισσότερη αξία από τα επιχειρήματα που προσπαθούν να δικαιολογήσουν την ύπαρξη της περιουσίας και του κράτους.

Ωστόσο, θα εξετάσουμε τώρα αυτήν την αντίρρηση για να δούμε αν περιέχει καμία αλήθεια.

Κατ’ αρχήν, δεν είναι προφανές ότι αν μια κοινωνία θεμελιωμένη στην αρχή της ελεύθερης εργασίας, κινδύνευε πραγματικά από λουφατζήδες, θα μπορούσε εύκολα να αυτοπροστατευθεί χωρίς εξουσιαστική οργάνωση και χωρίς να καταφύγει στη μισθωτή εργασία;

Ας υποθέσουμε μια ομάδα από εθελοντές, που ενώνονται για κάποιο επιχείρημα, για την επιτυχία του οποίου όλοι δουλεύουν με ζήλο, εκτός από ένα εταίρο που συχνά απουσιάζει από το πόστο του. Τι πρέπει να κάνουν οι υπόλοιποι εταίροι; Να διαλύσουν την ομάδα, και να εκλέξουν ένα πρόεδρο που να επιβάλει πρόστιμα; ή ίσως -όπως η Ακαδημία- να διανείμουν τεκμήρια{κουπόνια} παρουσίας [markers, jetons de présence]; Προφανώς δεν θα κάνουν ούτε το είναι ούτε το άλλο, αλλά μια μέρα θα πιάσουν τον σύντροφο που θέτει σε κίνδυνο την επιτυχία του εγχειρήματος και θα του πούνε: “Φίλε, θα μας άρεσε να δουλέψουμε μαζί σου· αλλά καθώς είσαι συχνά απών και γενικά είσαι αμελής, πρέπει να χωρίσουμε. Πήγαινε να βρεις άλλους συντρόφους που θ΄ ανέχονται την αδιαφορία σου!”

Αυτός ο τρόπος είναι τόσο φυσικός που σήμερα εφαρμόζεται παντού, σ’ όλες τις βιομηχανίες, ταυτόχρονα με όλα τ’ άλλα συστήματα: πρόστιμα, περικοπή μισθού, επίβλεψη κτλ· ένας εργάτης μπορεί να έρθει στο εργοστάσιο στην ώρα του, αλλά αν δεν κάνει καλά τη δουλειά του, αν παρεμποδίζει τους συντρόφους του με την τεμπελιά του ή άλλα ελαττώματα και γίνεται καυγάς, τότε τέλος. Αναγκάζεται να εγκαταλείψει το εργοστάσιο.

Γενικά, υποτίθεται [On prétend] ότι είναι το παντοδύναμο αφεντικό και οι επιστάτες του που διατηρούν την ομαλότητα [regularity, régularité] και την ποιότητα της δουλειάς στο εργοστάσιο. Στην πραγματικότητα, σε μια κάπως περίπλοκη επιχείρηση, όπου τα προϊόντα περνούν από πολλά χέρια πριν ολοκληρωθούν, είναι το ίδιο το εργοστάσιο, το σύνολο των εργατών που επιβλέπουν[see, veillen] τις καλές συνθήκες εργασίας. Αυτός είναι ο λόγος που τα καλύτερα ιδιωτικά αγγλικά εργοστάσια έχουν λίγους επιστάτες, πολύ λιγότερους κατά μέσο όρο από τα γαλλικά εργοστάσια, και ασύγκριτα λιγότερους από τα κρατικά αγγλικά εργοστάσια.

Με τον ίδιο τρόπο διατηρείτε και ένας κάποιος ηθικός πυρήνας{ηθικό επίπεδο} [un certain niveau moral ] στην κοινωνία. Υποτίθεται, ότι διατηρείται εξαιτίας των αγροφυλάκων, των δικαστών, και των αστυνομικών, ενώ στην πραγματικότητα διατηρείτε παρά την ύπαρξη του δικαστή, του αστυνόμου και του αγροφύλακα. “Πολλοί νόμοι, πολλά εγκλήματα” λέει ένα πολύ παλιό ρητό.

Τα πράγματα δεν είναι έτσι μόνο στα βιομηχανικά εργοστάσια, αλλά είναι η καθημερινή πρακτική παντού, σε μια κλίμακα που μόνο κάποιος που ζει μέσα στα βιβλία {βιβλιοφάγος} δεν έχει ακόμα καταλάβει.

Όταν μια σιδηροδ